Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Επιστολή περί του Κανονισμού της Πανορθοδόξου προς την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος


Του Δημητρίου Τσελεγγίδη
Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε Ἅ­γι­ε Πρό­ε­δρε,
Σε­βα­σμι­ώ­τα­τοι Ἅ­γιοι Ἀρ­χι­ε­ρεῖς,
Ἐν ὄ­ψει τῆς μελ­λού­σης νά συ­νέλ­θει Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου, θά ἤ­θε­λα νά θέ­σω γιά ἀ­κό­μη μί­α φο­ρά, εὐ­λα­βῶς, ἐ­νώ­πιόν Σας κά­ποι­ες θε­ο­λο­γι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα σκέ­ψεις μου, πού ἐλ­πί­ζω νά Σᾶς φα­νοῦν ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σι­μες.
Ἀ­πό μί­α ἔ­ρευ­να, πού πραγ­μα­το­ποί­η­σα, δι­α­πί­στω­σα μέ δυ­σά­ρε­στη ἔκ­πλη­ξη, ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος -ἀ­πό τό 1961 πού ἄρ­χι­σαν οἱ Πα­νορ­θό­δο­ξες Προ­συ­νο­δι­κές Δι­α­σκέ­ψεις γιά τήν πα­ρα­πά­νω Με­γά­λη Σύ­νο­δο- δέν ἀ­σχο­λή­θη­κε μέ τίς ἀ­πο­φά­σεις τῶν Δι­α­σκέ­ψε­ων αὐ­τῶν σέ ἐ­πί­πε­δο Συ­νό­δου τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας. Τοῦ­το εἶ­χε ὡς συ­νέ­πεια, νά φτά­σου­με στήν δυ­σχε­ρῆ ση­με­ρι­νή ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή κα­τά­στα­ση. Νά ἔ­χου­με δη­λα­δή ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές ἀ­πο­φά­σεις γιά τά κρί­σι­μα θέ­μα­τα μιᾶς Με­γά­λης Πα­νορ­θο­δό­ξου Συ­νό­δου, γιά τίς ὁ­ποῖ­ες, ὅ­μως, ὑ­πάρ­χει σο­βα­ρό ἔλ­λειμ­μα συ­νο­δι­κῆς κα­λύ­ψε­ώς τους ἀ­πό τήν Το­πι­κή Σύ­νο­δο τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας, ὅ­πως προ­βλέ­πε­ται, ἄλ­λω­στε, ἀ­πό τίς Προ­συ­νο­δι­κές Δι­α­σκέ­ψεις.


Αὐ­τήν τή στιγ­μή βρι­σκό­μα­στε ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶς στό προ­τε­λευ­ταῖ­ο στά­διο τῶν ὁ­ρι­στι­κῶν ἀ­πο­φά­σε­ων τῆς Με­γά­λης Πα­νορ­θο­δό­ξου Συ­νό­δου. Φρο­νῶ, ὅ­τι τά πράγ­μα­τα –πα­ρά τήν ἐ­ξαι­ρε­τι­κή σο­βα­ρό­τη­τά τους– εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἰ­ά­σι­μα. Ὡς γνω­στόν, τό Συ­νο­δι­κό Σύ­στη­μα τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἀ­πο­τε­λεῖ ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή λει­τουρ­γί­α, ὄ­χι μό­νο γιά τά θέ­μα­τα τῆς δι­οι­κή­σε­ως καί τῆς ζω­ῆς της, ἀλ­λά καί γιά τήν ἀ­κρι­βῆ δι­α­τύ­πω­ση τῆς δογ­μα­τι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας της. Εἰ­δι­κό­τε­ρα, φρο­νῶ, ὅ­τι τό συ­νο­δι­κό ἔλ­λειμ­μα τῶν πα­ρελ­θόν­των 55 ἐ­τῶν μπο­ρεῖ σί­γου­ρα νά θε­ρα­πευ­θεῖ τώ­ρα, ἐ­φό­σον οἱ ἀ­πο­φά­σεις τῆς ἐ­πι­κει­μέ­νης Συ­νό­δου τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας, σχε­τι­κά μέ τά θέ­μα­τα τῆς μελ­λού­σης Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, θά εἶ­ναι σύμ­φω­νες μέ τήν αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Πα­ρα­δό­σε­ώς της.
Καί κά­τι ἄλ­λο, συ­να­φές, καί ἐ­ξαι­ρε­τι­κά σο­βα­ρό. Δι­ά­βα­σα, προ­σε­κτι­κά, τόν δη­μο­σι­ευ­μέ­νο προ­σφά­τως «Κα­νο­νι­σμό Ὀρ­γα­νώ­σε­ως καί Λει­τουρ­γί­ας τῆς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου» καί­ ἔ­χω νά Σᾶς κα­τα­θέ­σω μί­α θε­ο­λο­γι­κοῦ-δογ­μα­τι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα πα­ρα­τή­ρη­σή μου.
Συγ­κε­κρι­μέ­να, στό Ἄρ­θρο 12, μέ θέ­μα «ΨΗ­ΦΟ­ΦΟ­ΡΙΑ ΚΑΙ ΕΓ­ΚΡΙ­ΣΙΣ ΤΩΝ ΚΕΙ­ΜΕ­ΝΩΝ», ση­μει­ώ­νον­ται τά ἑ­ξῆς ση­μαν­τι­κά: «Ἡ ψη­φο­φο­ρί­α ἐ­πί τῶν συ­ζη­τη­θέν­των καί ἀ­να­θε­ω­ρη­θέν­των ὑ­πό τῆς Συ­νό­δου κει­μέ­νων ἐ­πί τῶν θε­μά­των τῆς ἡ­με­ρη­σί­ας δι­α­τά­ξε­ως,
1. συν­δέ­ε­ται πρός τάς αὐ­το­κε­φά­λους Ὀρ­θο­δό­ξους Ἐκ­κλη­σί­ας καί ὄ­χι πρός τά κα­θ’ ἕ­κα­στον μέ­λη τῶν ἐν τῇ Συ­νό­δῳ ἀν­τι­προ­σω­πει­ῶν αὐ­τῶν, συμ­φώ­νως πρός τήν ὁ­μό­φω­νον σχε­τι­κήν ἀ­πό­φα­σιν τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νά­ξε­ως τῶν Προκα­θη­μέ­νων τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Ἐκ­κλη­σι­ῶν, 
2. ἡ κα­τά Ἐκ­κλη­σί­ας καί ὄ­χι κα­τά τά μέ­λη αὐ­τῶν ψή­φι­σις ἐν τῇ Συ­νό­δῳ τῶν κει­μέ­νων δέν ἀ­πο­κλεί­ει τήν ἀρ­νη­τι­κήν θέ­σιν ἑ­νός ἤ καί πλει­ό­νων ἀρ­χι­ε­ρέ­ων μιᾶς ἀν­τι­προ­σω­πεί­ας αὐ­το­κε­φά­λου τι­νός Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας ἐ­πί τῶν γε­νο­μέ­νων τρο­πο­λο­γι­ῶν ἤ καί ἐ­πί ἑ­νός κει­μέ­νου γε­νι­κώ­τε­ρον, ἡ δι­α­φω­νί­α τῶν ὁ­ποί­ων κα­τα­χω­ρί­ζε­ται εἰς τά Πρα­κτι­κά τῆς Συ­νό­δου, καί 
3. ἡ ἀ­ξι­ο­λό­γη­σις τῶν δι­α­φω­νι­ῶν αὐ­τῶν εἶ­ναι πλέ­ον ἐ­σω­τε­ρι­κόν ζή­τη­μα τῆς εἰς ἥν ἀ­νή­κουν αὐ­το­κε­φά­λου Ἐκ­κλη­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α δύ­να­ται νά ὑ­πο­στη­ρί­ξῃ τήν θε­τι­κήν ψῆ­φον αὐ­τῆς ἐ­πί τῇ βά­σει τῆς ἀρ­χῆς τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς πλει­ο­νο­ψη­φί­ας, ἐκ­φρά­ζε­ται δέ ὑ­πό τοῦ Προ­κα­θη­μέ­νου αὐ­τῆς, διό καί δέ­ον ὅ­πως προ­βλε­φθῇ εἰς αὐ­τήν ὁ ἀ­ναγ­καῖ­ος χῶ­ρος καί χρό­νος δι᾽ ἐ­σω­τε­ρι­κήν συ­ζή­τη­σιν ἐπ᾽ αὐ­τοῦ».
Στό Ἄρ­θρο αὐ­τό βλέ­που­με, ὅ­τι ἡ ὁ­μο­φω­νί­α τῆς Με­γά­λης Συ­νό­δου πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στή μί­α ψῆ­φο κά­θε Το­πι­κῆς Αὐ­το­κε­φά­λου Ἐκ­κλη­σί­ας. Οἱ ἐ­πι­μέ­ρους δι­α­φω­νί­ες -ἐ­φό­σον αὐ­τές συμ­βαί­νει νά ἀ­πο­τε­λοῦν μει­ο­ψη­φί­α, στό πλαί­σιο τῶν Το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν- ἀ­φή­νον­ται ὡς «ἐ­σω­τε­ρι­κή ὑ­πό­θε­σή τους», πρᾶγ­μα πού εἶ­ναι ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῶς ἀ­πα­ρά­δε­κτο γιά τήν συγ­κε­κρι­μέ­νη Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δο, ὅ­ταν μά­λι­στα συμ­βαί­νει τό θέ­μα τῆς δι­α­φω­νί­ας νά εἶ­ναι γιά δογ­μα­τι­κή ὑ­πό­θε­ση. Καί ἡ πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή εἶ­ναι πά­ρα πο­λύ πι­θα­νή. Λό­γου χά­ρη, τό θέ­μα τῆς αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας καί τῆς ταυ­τό­τη­τας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού πραγ­μα­τεύ­ε­ται τό Κεί­με­νο: «ΣΧΕ­ΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΟΥ ΕΚ­ΚΛΗ­ΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙ­ΠΟΝ ΧΡΙ­ΣΤΙ­Α­ΝΙ­ΚΟΝ ΚΟ­ΣΜΟΝ», εἶ­ναι θέ­μα ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό, δη­λα­δή κα­τε­ξο­χήν δογ­μα­τι­κό. Κα­τά συ­νέ­πεια, δέν εἶ­ναι θε­ο­λο­γι­κά ἐ­πι­τρε­πτό, ἕ­να Κεί­με­νο πού προ­ω­θεῖ­ται πρός ἔγ­κρι­ση, ἀ­πό τή μί­α με­ριά νά εἰ­ση­γεῖ­ται οὐ­σι­α­στι­κά τήν Προ­τε­σταν­τι­κή θε­ω­ρί­α τῶν «κλά­δων» -νο­μι­μο­ποι­ών­τας μέ τήν ἀ­πο­δο­χή του τήν ὕ­παρ­ξη πολ­λῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν μέ πο­λύ δι­α­φο­ρε­τι­κά δόγ­μα­τα- καί ἀ­πό τήν ἄλ­λη ὁ «Κα­νο­νι­σμός Ὀρ­γα­νώ­σε­ως καί Λει­τουρ­γί­ας τῆς Συ­νό­δου» αὐ­τῆς νά ἀ­γνο­εῖ στήν πρά­ξη τούς ἐν­δε­χό­με­νους μει­ο­ψη­φοῦν­τες Ἱ­ε­ράρ­χες τῶν ἐ­πι­μέ­ρους Το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν καί νά μήν λαμ­βά­νει σο­βα­ρώ­τα­τα ὑ­πό­ψη τίς θε­ο­λο­γι­κές το­πο­θε­τή­σεις τῆς ἐ­πι­σκο­πι­κῆς συ­νει­δή­σε­ώς τους.
Καί ἐ­δῶ γεν­νᾶ­ται τό εὔ­λο­γο θε­ο­λο­γι­κό-δογ­μα­τι­κό ἐ­ρώ­τη­μα: Πῶς θά ὁμολογη­θεῖ στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ἡ μί­α πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, «ἐν ἑ­νί στό­μα­τι καί μιᾷ καρ­δί­ᾳ»; Πῶς θά μπο­ρέ­σουν οἱ Συ­νο­δι­κοί Πα­τέ­ρες νά ποῦν: «ἔ­δο­ξε τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι καί ἡ­μῖν»; Πῶς θά ἀ­πο­δεί­ξουν ὅ­τι ἔ­χουν «νοῦν Χρι­στοῦ», ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζουν οἱ θε­ο­φό­ροι Πα­τέ­ρες τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας;
Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε,
Στά δογ­μα­τι­κά θέ­μα­τα, ὡς γνω­στόν, ἡ ἀ­λή­θεια δέν βρί­σκε­ται στήν πλει­ο­νο­ψη­φί­α τῶν Συ­νο­δι­κῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων. Ἡ ἀ­λή­θεια κα­θε­αυ­τήν εἶ­ναι πλει­ο­ψη­φι­κή, για­τί στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι Ὑ­πο­στα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Γι’ αὐ­τό, καί ὅ­σοι δι­α­φω­νοῦν μέ αὐ­τήν, ἀ­πο­κό­πτον­ται ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀ­φοῦ κα­θαι­ροῦν­ται καί ἀ­φο­ρί­ζον­ται κα­τά πε­ρί­πτω­ση. Ἡ Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος δέν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά ἀ­φή­σει σέ κα­τώ­τε­ρα συ­νο­δι­κά σώ­μα­τα τό ἐ­ξαι­ρε­τι­κά σο­βα­ρό θέ­μα τῆς ἐν­δε­χό­με­νης δι­α­φω­νί­ας τῶν μει­ο­ψη­φούν­των ἐ­πι­σκό­πων σέ δογ­μα­τι­κά θέ­μα­τα. Ἐ­πι­βάλ­λε­ται, ὡς ἀ­νώ­τα­το συ­νο­δι­κό σῶ­μα, νά ἐ­πι­λη­φθεῖ αὐ­τοῦ τοῦ θέ­μα­τος ἄ­με­σα, για­τί δι­α­φο­ρε­τι­κά ὑ­πάρ­χει ὁ­ρα­τός ὁ κίν­δυ­νος τοῦ Σχί­σμα­τος στήν Ἐκ­κλη­σί­α, τήν στιγ­μή ἀ­κρι­βῶς, πού ἡ Με­γά­λη αὐ­τή Σύ­νο­δος φι­λο­δο­ξεῖ νά ἐ­πα­να­βε­βαι­ώ­σει τήν ὁ­ρα­τή ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.
Μέ βα­θύ­τα­το σε­βα­σμό
ἀ­σπά­ζο­μαι τήν δε­ξιάν Σας
Δη­μή­τριος Τσε­λεγ­γί­δης
Κα­θη­γη­τής τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Α.Π.Θ.