Σάββατο 25 Απριλίου 2020

THE JOY OF PASCHA AMIDST THE SORROW OF A PANDEMIC: ALEXANDRIA 262 A.D.(gr-en)







The joy of Pascha amidst the sorrow of a pandemic:
Alexandria 262 A.D.

It was around Easter in Alexandria in 262. Civil discord had broken out in the city together with hunger and then plague, which put the city in total chaos. It was under these conditions that the Christians celebrated Pascha (this is the “feast” that is mentioned in the text below). Dionysius, Bishop of the great city of Alexandria, wrote about this occasion.[1]
“For other people, the present circumstances would not be an appropriate time for a feast. Surely, neither this or any other time would be suitable for them; neither sorrowful times, not even times that could be thought of as especially cheerful. Now, everything is indeed sad, and everyone is mourning; wailings are echoed throughout the city because of the multitudes that have died and are dying daily.
For, as it was written regarding the Egyptians’ firstborn, so it is now: ‘And there was a great cry in Egypt, for there was not a house where someone was not dead’.  And if it were only that!  
For many terrible things have already happened!  First, they drove us out and, even though we were alone and persecuted by everyone and sentenced to death, even then, we kept the Feast. For us, every place of affliction was a place of festival: field, desert, ship, inn, prison; but those that kept the most joyous Feast of all were the perfected martyrs, who were feasting in heaven.
After these things took place, war and famine followed…and after enjoying a small a very brief season of rest, this sickness assailed us…
Most of our brothers and sisters dedicated themselves to the each other in unsparing love; without thinking about their own wellbeing, they visited the sick, offering help and caring to them “in Christ”. Due to this, they contacted the virus from their fellow brothers and sisters, and, for this reason, they gladly died with them, taking part in their pain. And many who also cared for the sick and gave strength to others also died, metastasizing the death of others upon themselves. By their works, they fulfilled the popular saying which seems to be a mere expression of courtesy:  that their departure was the others’ offscouring.  
So it is that the best of our brethren departed from life in this manner, including some presbyters and deacons and those of the laity who had the highest reputation. Being that they exhibited great piety and strong faith, this form of death lacked nothing from martyrdom.
And they took the bodies of the saints in their open hands and in their bosoms, and closed their eyes and their mouths; they carried them away on their shoulders and took them out; they clung to them and embraced them and they suitably prepared them with washings and the proper garments. After a while, the same happened to them; for the survivors followed those who had gone before them into death.
But the nonbelievers did exactly the opposite. They deserted those who began to get sick and fled from their dearest friends, throwing them into the street when they were half dead. To shun any participation or fellowship with death, they left the dead unburied like refuse. Yet, even though they took all their precautions so as not to die, it was not easy for them to escape it.” 

[1] Eusebius of Caesaria, The Church History, 7, 22:2-10





Πασχαλινή χαρά μέσα σε μια θλιβερή πανδημία:
Αλεξάνδρεια 262 μ.Χ.

Ήταν γύρω στο Πάσχα στην Αλεξάνδρεια του 262. Έχει ξεσπάσει εμφύλια διαμάχη και πείνα και στο κατόπιν έπεσε πανούκλα που τσάκισε την πόλη. Σ’ αυτές τις συνθήκες γιόρτασαν οι Χριστιανοί το Πάσχα (αυτή είναι η γιορτή κι η πανήγυρη που μνημονεύεται στο παρακάτω κείμενο). Γράφει ο Διονύσιος, επίσκοπος της μεγάλης πόλεως Αλεξάνδρειας, για εκείνη την περίσταση[1]:
«Για τους μεν άλλους ανθρώπους,  οι παρούσες καταστάσεις δεν θα φαινόντουσαν κατάλληλος καιρός για πανήγυρη. Κι όντως γι’ αυτούς, ούτε αυτός ούτε άλλος καιρός είναι κατάλληλος· ούτε οι θλιβερές στιγμές αλλ’ ούτε και καμιά από εκείνες που θεωρούν ιδιαιτέρως χαρούμενες. Τώρα, πραγματικά, όλα θρηνούν και όλοι πενθούν, κι αντιλαλούν στην πόλη ολόκληρη γοερά κλάματα εξαιτίας του πλήθους εκείνων που έχουν πεθάνει μα και πεθαίνουν καθημερινά.
Γιατί, όπως έχει γραφτεί για τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων, έτσι και τώρα έγινε κραυγή μεγάλη· αφού δεν υπάρχει σπίτι, μέσα στο οποίο να μην υπάρχει κάποιος πεθαμένος. Και μακάρι να ήταν μόνον αυτά!
Γιατί ήδη πολλά και φοβερά έχουν συμβεί. Πρώτα, μας έδιωξαν και, παρόλο που απομείναμε μόνοι κι αποδιωγμένοι, σε θάνατο καταδικασμένοι από όλους, ακόμα και τότε κρατήσαμε τη γιορτή. Κι ο κάθε τόπος της θλίψης καθενός, μάς έγινε τόπος πανηγύρεως: οι αγροί, η έρημος, το καράβι, το πανδοχείο, η φυλακή. Αλλά την πιο λαμπρή απ' όλες τις εορτές τη γιόρτασαν οι τέλειοι μάρτυρες, απολαμβάνοντάς τη στον ουρανό.
Μετά ακολούθησε ο πόλεμος κι η πείνα... Και μόλις πήραμε μια μικρή ανάσα, όρμησε κι αυτή η αρρώστια...
Οι περισσότεροι λοιπόν από τα αδέρφια μας, από υπερβολική κι αδερφική αγάπη, αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλον, χωρίς να νοιάζονται για τον εαυτό τους, άφοβα έκαναν επισκέψεις στους αρρώστους, τους προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, τους περιποιούνταν “εν Χριστώ” και πέθαιναν πολύ ευχαρίστως μαζί τους, αφού προηγουμένως πάθαιναν μόλυνση από την επαφή τους με τους άλλους, κολλούσαν την αρρώστια από τους πλησίον και, με τη θέλησή τους, δοκίμαζαν τους πόνους. Και πολλοί, αφού περιποιήθηκαν τους άλλους στην αρρώστια τους και τους έδωσαν δύναμη, οι ίδιοι πέθαναν, μεταφέροντας κατά κάποιο τρόπο τον θάνατο εκείνων στους εαυτούς τους. Και το λαϊκό ρητό, που πάντα μοιάζει με απλή φιλοφρόνηση, το έκαναν πραγματικότητα, κάνοντας την αναχώρησή τους εξαγνιστήριο υποκατάστατο για τους άλλους περίψημα.
Οι καλύτεροι λοιπόν από τους αδερφούς μας και μερικοί πρεσβύτεροι και διάκονοι και λαϊκοί με αυτό τον τρόπο έφυγαν από τη ζωή, επαινούμενοι πολύ, έτσι ώστε και αυτό το είδος του θανάτου, αποτέλεσμα μεγάλης ευσέβειας και πίστης ισχυρής, καθόλου κατώτερο να μη μοιάζει από το μαρτύριο.
Και αφού με απλωμένα χέρια σήκωναν τα σώματα των αγίων και τα έπαιρναν στην αγκαλιά τους, και τους έκλειναν τα μάτια και τα στόματα και τους κουβαλούσαν στους ώμους τους, και τους μετέφεραν έξω, τους αγκάλιαζαν και τους έλουζαν και τους στόλιζαν με τη νεκρική στολή, μετά από λίγο χρόνο, το ίδιο γινόταν και σ’ αυτούς, γιατί πάντοτε εκείνοι που απέμεναν στη ζωή, ακολουθούσαν στον θάνατο αυτούς που πέθαναν προηγουμένως.
Οι εθνικοί όμως έκαναν τα τελείως αντίθετα· έδιωχναν ακόμη και εκείνους που μόλις άρχιζαν να αρρωσταίνουν, και απέφευγαν τους αγαπημένους τους και τους πετούσαν στους δρόμους μισοπεθαμένους, και τους νεκρούς τούς έριχναν άταφους στα σκουπίδια, στην προσπάθειά τους να αποτρέψουν τη διάδοση και το άγγιγμα του θανάτου, πράγμα διόλου εύκολο να αποφύγουν, παρά τις πολλές προφυλάξεις τους».
(Ευχαριστούμε τον κ. Σπύρο Γιανναρά, που μας ανέδειξε το παραπάνω κείμενο, σε μετάφραση του θεολόγου Ηλία Μαλεβίτη).

[1]Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ζ΄, 22.2-10.