Παρασκευή 5 Απριλίου 2024

Η ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

 

Photo: Εξώφ. Βιβλίου

Από το βιβλίο «Η Α' Οικουμενική Σύνοδος, Νίκαια της Βιθυνίας - 325 μ.Χ. - Ιστορικοδογματική θεώρηση»,  Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2024, του Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Σαββάτου, σσ.120-126. 

Ἡ A΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐπιλήφθηκε καί μέ τό  θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, τό ὁποῖο ὁ Μ. Ἀθανάσιος θεώρησε ἐπίσης ὡς «εὔλογο αἰτία» συγκλήσεως τῆς Συνόδου, ἀφοῦ ὑπῆρχε ἔριδα στήν Ἐκκλησία[1]. Ἤδη ἀπό τόν 2ο αἰώνα ἡ ἀσυμφωνία μεταξύ τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν γιά τό θέμα αὐτό, χαρακτηρίστηκε μάλιστα ἀπό τόν Μ. Κωνσταντῖνο ὡς γεγονός «δεινόν τε καί ἀπρεπές». Συγκεκριμένα στήν ἐπιστολή του «περί τῆς σωτηρίου ἑορτῆς» τοῦ Πάσχα γράφει: «Δεινόν τε καὶ ἀπρεπές (ἐστι) κατὰ τὰς αὐτὰς ἡμέρας ἑτέρους μὲν ταῖς νηστείαις σχολάζειν, ἑτέρους δὲ συμπόσια συντελεῖν, καὶ μετὰ τὰς τοῦ Πάσχα ἡμέρας ἄλλους μὲν ἐν ἑορταῖς καὶ ἀνέσεσιν ἐξετάζεσθαι, ἄλλους δὲ ταῖς ὡρισμέναις ἐκδεδόσθαι νηστείαις»[2].

Σύμφωνα μέ τόν ἱστορικό Σωκράτη ἐκτός ἀπό τήν αἵρεση τοῦ ἀρειανισμοῦ «καὶ ἄλλη τις προτέρα νόσος τοπική, τὰς ἐκκλησίας ταράττουσα, ἡ διαφωνία τῆς τοῦ Πάσχα ἑορτῆς· ἥτις περὶ τὰ τῆς ἑῴας μέρη μόνον ἐγένετο· τῶν μὲν ἰουδαϊκώτερον ἑορτὴν ποιεῖν ἐσπουδακότων, τῶν δὲ μιμουμένων σύμπαντας τοὺς κατὰ τὴν οἰκουμένην χριστιανούς … Δι’ ἀμφότερα τοίνυν ὁρῶν ὁ βασιλεύς ταραττομένην τὴν ἐκκλησίαν, Σύνοδον οἰκουμενικὴν συνεκρότει, τοὺς πανταχόθεν ἐπισκόπους διὰ γραμμάτων εἰς Νίκαιαν τῆς Βιθυνίας ἀπαντῆσαι παρακαλῶν»[3].

Ἀπό τόν 2ο αἰώνα μέχρι τό 325 μ. Χ, ὁπότε καί συνεκλήθη ἡ A΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, εἶχαν ἐκδηλωθεῖ τρεῖς σημαντικές ἀσυμφωνίες ὡς πρός τόν χρόνο ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Ἡ ἀσυμφωνία αὐτή, ἄν καί δέν προκάλεσε πρόβλημα ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ἔπρεπε ἐντούτοις νά ἐπιλυθεῖ ὥστε νά μήν ταράσσονται οἱ σχέσεις τῶν Ἐκκλησιῶν[4].

Ἡ πρώτη ἀσυμφωνία ἐμφανίστηκε ἐπειδή σέ κάποιες Ἐκκλησίες τῆς Μ. Ἀσίας, ἀκολουθώντας τήν παράδοση τοῦ εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη, ἑόρταζαν τό Χριστιανικό Πάσχα τήν 14η τοῦ μηνός Νισάν, ὁποιαδήποτε ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας καί ἐάν τύχαινε αὐτή ἀκόμα καί ἐάν δέν ἦταν ἡμέρα Κυριακή, καί ὄχι μαζί μέ τίς ὑπόλοιπες Ἐκκλησίες. Οἱ ἀκολουθοῦντες τήν παράδοση αὐτή ὀνομάστηκαν «Τεσσαρεσκαιδεκατίτες»[5].

Στίς ἄλλες Ἐκκλησίες ὁ ἑορτασμός τοῦ Πάσχα γινόταν κατά τήν πρώτη Κυριακή μετά τίς 14 τοῦ μηνός Νισάν. Σύμφωνα μέ τήν παράδοση αὐτή, οἱ «ἀνά τήν λοιπήν ἅπασαν οἰκουμένην ἐκκλησίαι» ἑόρταζαν τό Χριστιανικό Πάσχα ἡμέρα Κυριακή, προκειμένου νά διακρίνουν τήν ἑορτή αὐτή ἀπό τό Πάσχα τῶν Ἰουδαίων.

Ἡ δεύτερη ἀσυμφωνία προέκυψε ἀπό τή χρήση διαφορετικοῦ πασχάλιου κύκλου, σέ Ἀνατολή καί Δύση, μέ βάση τόν ὁποῖο θά ἔπρεπε νά καθοριστεῖ ὁ χρόνος ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Ἔτσι, πρίν ἀπό τή σύγκληση τῆς A΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, στήν Ἀνατολή χρησιμοποιοῦνταν ὁ ἀλεξανδρινός κανόνας[6], μέ ἐαρινή ἰσημερία τήν 21η Μαρτίου, ἐνῶ στή Δύση ὁ κύκλος τῶν 84 ἐτῶν τοῦ Αὐγουσταλίου, μέ ἐαρινή ἰσημερία τήν 18η Μαρτίου. Ὁπότε, ἐνῶ Ἀνατολή καί Δύση ἀκολουθοῦσαν τό «ἐκκλησιαστικό δόγμα»[7] καί γιόρταζαν τό Πάσχα τήν πρώτη Κυριακή μετά (ἤ κατά) τήν ἐαρινή ἰσημερία, ἐντούτοις ἡ ἡμέρα αὐτή δέν συνέπιπτε.

Ἡ τρίτη ἀσυμφωνία περιοριζόταν στίς Ἐκκλησίες τῆς Συρίας, Μεσοποταμίας καί Κιλικίας[8]. Ἐκεῖ ἑορταζόταν τό Πάσχα ἡμέρα Κυριακή, ἀλλά γιά τόν καθορισμό της στηρίζονταν στό Ἰουδαϊκό Πάσχα, τό ὁποῖο πολλές φορές τύχαινε πρίν ἀπό τήν ἐαρινή ἰσημερία. Ἑπομένως, οἱ Ἐκκλησίες αὐτές γιόρταζαν τό Πάσχα πολλές φορές πρίν ἀπό τήν ἐαρινή ἰσημερία «μετά τῶν Ἰουδαίων»[9], σύμφωνα δηλαδή μέ τούς ἡμερολογια-κούς ὑπολογισμούς ἐκείνων, πράξη, ἡ ὁποία ἀντιτίθεται στήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, δεδομένου μάλιστα ὅτι ὁ ζ’ Ἀποστολικός Κανόνας ὁρίζει: «εἰ τις ἐπίσκοπος ἤ πρεσβύτερος ἤ διάκονος, τὴν ἁγίαν τοῦ Πάσχα ἡμέραν, πρὸ τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας μετ’ Ἰουδαίων ἐπιτελέσοι, καθαιρείσθω».

Ἡ ἀσυμφωνία αὐτή ὑπῆρξε κυρίως ἡ δεύτερη αἰτία σύγκλησης τῆς A΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τήν πληροφορία αὐτή μᾶς παραδίδει ὁ Μ. Ἀθανάσιος: «Ἡ … ἐν Νικαίᾳ Σύνοδος, οὐχ ἁπλῶς γέγονεν, ἀλλ’ εἶχε τὴν χρείαν κατεπείγουσαν καὶ τὴν αἰτίαν εὔλογον· οἱ μὲν γὰρ ἀπὸ τῆς Συρίας καὶ Κιλικίας καὶ Μεσοποταμίας ἐχώλευον περὶ τὴν ἑορτὴν καὶ μετὰ τῶν Ἰουδαίων ἐποίουν τὸ Πάσχα»[10]. Οἱ σχετικές, ὅμως, ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, δέν ἀφοροῦν μόνο στή συγκεκριμένη ἀσυμφωνία, ἀλλά καί τίς ἄλλες δύο πού ἀναφέραμε. Λεπτομερεῖς πληροφορίες γιά τίς συζητήσεις οἱ ὁποῖες διεξήχθησαν στή Σύνοδο σχετικά μέ τό θέμα αὐτό δέν ἔχουμε. Ἡ ἀπόφαση τῆς A΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιά τόν χρόνο τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, χαρακτηρίζεται ἀπό τίς πηγές ὡς «ὅρος»[11].

Δυστυχῶς, ὁ «ὅρος» αὐτός δέν σώθηκε, διασώθηκαν ὅμως κείμενα, στά ὁποῖα ἀναφέρονται οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου γιά τόν κοινό ἑορτασμό τοῦ Πάσχα. Αὐτά εἶναι:

1) Ἡ ἐπιστολή, τήν ὁποία ἀπηύθυνε ἡ Σύνοδος πρός τήν Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας. Σέ αὐτή διαβάζουμε: «Εὐαγγελιζόμεθα δὲ ὑμῖν, περὶ τῆς συμφωνίας τοῦ ἁγιωτάτου Πάσχα, ὅτι ὑμετέραις εὐχαῖς κατωρθώθη καὶ τοῦτο τὸ μέρος· ὥς τε πάντας τοὺς ἐν τῇ ἑώᾳ ἀδελφούς, τοὺς μετὰ τῶν Ἰουδαίων τὸ πρότερον ποιοῦντας, συμφώνως Ρωμαίοις καὶ ἡμῖν καὶ πᾶσι τοῖς ἐξ ἀρχαίου μεθ’ ἡμῶν φυλάττουσι τὸ Πάσχα, ἐκ τοῦ δεῦρο ἄγειν»[12].

2) Ἡ ἐπιστολή τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, «ἥν ἔγραψε ταῖς ἐκκλησίαις μετά τήν ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθεῖσαν Σύνοδον», «περί τῆς σωτηρίου ἑορτῆς» τοῦ Πάσχα[13]. Στή συγκεκριμένη Ἐπιστολή ἀναφέρεται τό σκεπτικό καί οἱ ἀποφάσεις τῆς A΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιά τόν κοινό ἑορτασμό τοῦ Πάσχα. Βασικά σημεῖα της εἶναι: α) Ὅτι «γενομένης συζητήσεως … περὶ τῆς τοῦ Πάσχα ἁγιωτάτης ἡμέρας … ἐδοξε κοινῇ γνώμῃ καλῶς ἔχειν ἐπὶ μιᾶς ἡμέρας πάντας τοὺς ἁπανταχοῦ ἐπιτελεῖν». β) Ὃτι θεωρήθηκε ἀπό τή Σύνοδο «ἀνάξιον τήν ἁγιωτάτην ἐκείνην ἑορτήν τῇ τῶν Ἰουδαίων ἑπομένους συνηθείᾳ πληροῦν»,Ὃ καί γ) τι ὑφίστατο ἤδη «τάξις εὐπρεπής», γιά τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα, ἡ ὁποία τηροῦνταν ἀπό μερικές Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς καί ἀπό τίς ὑπόλοιπες Ἐκκλησίες τῆς «οἰκουμένης».

Ἀπό τά ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι ἡ A΄ Οἰκουμενική Σύνοδος: α) Ἀποφάσισε ὁμόφωνα νά ἑορτάζεται τό Πάσχα ἀπό τήν Καθολική Ἐκκλησία «ἐν μίᾳ καί τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ»[14]. β) Ἀποδοκίμασε τή συνήθεια τῶν Ἐκκλησιῶν Συρίας, Μεσοποταμίας καί Κιλικίας νά γιορτάζουν τό Πάσχα «μετά τῶν Ἰουδαίων» καί πρό τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας, καί γ) Ἐπεκύρωσε τήν πράξη τῶν περισσότερων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες ἑόρταζαν τό Πάσχα τήν πρώτη Κυριακή μετά τίς 14 τοῦ μηνός Νισάν, δηλ. τήν πρώτη Κυριακή μετά (ἤ κατά) τήν πανσέληνο τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας[15].



[1] Περί Συνόδων 5-6. Πρός τούς ἐν Ἀφρικῇ Ἐπισκόπους 2.

[2] Μ. Κωνσταντίνου Ἐπιστολή περί τῆς σωτηρίου ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, εἰς Ευσεβιου Καισαρειας, Εἰς τόν Βίον Κωνσταντίνου ΙΙΙ, 18.

[3] Σωκρατους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 1, 8.

[4] Σωκρατους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Ι, 8.

 

[5] Θεοδωρητου Κυρου, Αἱρετικῆς κακομυθίας ἐπιτομή 3, 4. Σωκρατους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 5, 22.

[6] Ευσεβιου Καισαρειας, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 32.

[7] Ἐνθ’ ἀνωτ. 5, 23.

[8] Ευσεβιου Καισαρειας, Εἰς τόν Βίον Κωνσταντίνου ΙΙΙ, 19.

[9] Σωκρατους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 1, 9. Μ. Αθανασιου, Περί τῶν ἐν Ἀριμίνῳ καί Σελευκείᾳ Συνόδων 5.

[10] Μ. Αθανασιου, Περί τῶν ἐν Ἀριμίνῳ καί Σελευκείᾳ Συνόδων 5.

[11] Σωζομενου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 1, 22.

[12] Σωκρατους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Ι, 9. Θεοδωρητου Κυρου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Ι, 8.

[13] Ευσεβιου Καισαρειας, Εἰς τόν Βίον Κωνσταντίνου ΙΙΙ, 17-20.

[14] Ευσεβιου Καισαρειας, Εἰς τόν Βίον Κωνσταντίνου ΙΙΙ, 19. Σωζομενου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Ι, 2.

[15] Ευσεβιου Καισαρειας, Εἰς τόν Βίον Κωνσταντίνου ΙΙΙ, 18.

 

 Επιτρέπετονται οι αναδημοσιεύσεις με ενεργοποιημένο το λίνγκ της σελίδας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.