Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ ΜΑΖΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ: Η ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΩΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ


Διακρίνοντας μαζί την αλήθεια:
Η χριστολογική συμφωνία μεταξύ Ορθοδόξων και Αρχαίων
Ανατολικών Εκκλησιών
Εισήγηση στην XXVIth International Ecumenical Conference on Orthodox Spirituality
DISCERNMENT AND THE CHRISTIAN LIFE
Monastero di Bose, 5-8 September 2018
in collaboration with the Orthodox Churches

Επίκ. Καθηγήτρια Βασιλική Σταθοκώστα
Τμήμα Θεολογίας, Θεολογική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, vstathokosta@theol.uoa.gr




Κατά τις συζητήσεις περί εκκλησιαστικής ενότητας, αναπόφευκτη είναι η αναφορά στις αιρέσεις των πρώτων αιώνων, στις Οικουμενικές Συνόδους, αλλά και στα σχίσματα που αναστάτωσαν και σημάδεψαν τη ζωή της Εκκλησίας. Οι αιρέσεις υπήρξαν μια οδυνηρή περιπέτεια τόσο για την Εκκλησία όσο και για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, ωστόσο η αντιμετώπισή τους υπήρξε μάλλον αποτελεσματική. Κράτος και Εκκλησία συνεργάστηκαν στενά, απέτρεψαν την εξάπλωση των αιρέσεων, κατέδειξαν τα λάθη και τις αυθαιρεσίες των αιρετικών, τις καταδίκασαν και τις περιθωριοποίησαν. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι που συγκλήθηκαν από αυτοκράτορες και αυτοκράτειρες του Βυζαντίου έδωσαν στην Εκκλησία την ευκαιρία να εκφράσει εν συνόδω και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος τα δόγματα και τους όρους της πίστης έναντι κακοδοξιών και παρερμηνειών. Εόρτιες λειτουργικές τελετές όπως εκείνη την Κυριακή της Ορθοδοξίας φανερώνουν την πεποίθηση του πληρώματος της Εκκλησίας για τη νίκη της έναντι των αιρέσεων.
Πιο περίπλοκη, όμως, αποδείχτηκε η αντιμετώπιση των σχισμάτων, δεδομένου ότι αυτά συνδέονται και με πλήθος παραγόντων όχι μόνο θεολογικών, αλλά και πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτισμικών, ακόμη και εθνικών. Διαφορές στον τρόπο σκέψης και έκφρασης ήτοι ζητήματα γλώσσας, νοοτροπίας, ακόμη και προσωπικοί παράγοντες υπήρξαν λόγοι καθοριστικοί για τη δημιουργία παρεξηγήσεων και διαφωνιών σε θεολογικό επίπεδο. Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στην αίρεση και στο σχίσμα έχει να κάνει κυρίως, όχι τόσο με την προσκόλληση στη δογματική ακρίβεια της διδασκαλίας της Εκκλησίας, όσο με την τήρηση και την υπακοή στην εκκλησιαστική τάξη[1]. Διάκριση μεταξύ αίρεσης και σχίσματος κάνει ο Μ. Βασίλειος στην Α΄ κανονική επιστολή του, στον Αμφιλόχιο Ικονίου[2].
Μία ιδιαίτερα περίπλοκη περίπτωση με δυσδιάκριτα κάποιες φορές χαρακτηριστικά, αν δηλαδή πρόκειται για “αίρεση” ή για “σχίσμα”, είναι εκείνη των Εκκλησιών που δεν δέχτηκαν την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα το 451[3]. Η συγκεκριμένη Σύνοδος αναγνώρισε και επικύρωσε παλαιότερες αποφάσεις Συνόδων[4], σε μια προσπάθεια να περισώσει και να παραδώσει ανόθευτη την πίστη της Εκκλησίας στην Αγία Τριάδα[5]. Η περί Ιησού Χριστού διδασκαλία είχε υποστεί παρερμηνείες που διαδίδονταν και προκαλούσαν σύγχυση στους πιστούς, οπότε ήταν αναγκαίο να εκφραστεί η πίστη της Εκκλησίας με σαφήνεια και τρόπο κατανοητό. Δυστυχώς, τα ανθρώπινα εκφραστικά μέσα δεν είναι πάντοτε αρκετά ή ικανά να περιγράψουν και να χωρέσουν μέσα τους το άρρητο των θείων αληθειών, ή κατά τη χαρακτηριστική ρήση του αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού: «Ἄπειρον τὸ Θεῖον καὶ ἀκατάληπτον καὶ ἓν μόνον αὐτοῦ καταληπτὸν ἡ ἀπειρία καὶ ἡ ἀκαταληψία αὺτοῦ» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἀκριβὴς Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Πίστεως, 1,4). Η δυσκολία αυτή φάνηκε κατά την έριδα μεταξύ των Βυζαντινών και των από τα ανατολικά εδάφη της αυτοκρατορίας προερχόμενων αντιπροσώπων των Εκκλησιών στη Σύνοδο της Χαλκηδόνας. Μια μεγάλη διαμάχη ξεκίνησε και κατηγορίες εκτοξεύτηκαν από τους Ορθοδόξους προς εκείνους που αποχώρησαν από τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας, ότι είναι μονοφυσίτες. Αλλά και οι τελευταίοι κατηγόρησαν τους πρώτους ως δυοφυσίτες. Η διαμάχη αυτή υπήρξε συνεχής και παραμένει έως τις μέρες μας. Το ίδιο και τα ερωτήματα, εάν η άρνηση ή η απροθυμία αναγνώρισης των αποφάσεων της Συνόδου της Χαλκηδόνας οφείλεται σε μη αποδοχή του χριστολογικού δόγματος, σε παρανόησή του, ή εάν σε όλη αυτή την υπόθεση εμπλέκονται και άλλοι παράγοντες που έχουν να κάνουν με διαφωνίες και ανυπακοή στην εκκλησιαστική αρχή[6]. Τελικά, οι μη Χαλκηδόνιες Εκκλησίες πρεσβεύουν ένα διαφορετικό χριστολογικό δόγμα;
Τα παραπάνω ερωτήματα έχουν λάβει άλλοτε θετική και άλλοτε αρνητική απάντηση από ιεράρχες και θεολόγους και των δύο πλευρών. Iδιαίτερα βαρύνουσας σημασίας είναι οι απαντήσεις που δίνει ο καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης, ένας από τους σημαντικότερους θεολόγους της Ορθόδοξης Εκκλησίας: “Έχω μελετήσει όλα τα κείμενα της έριδας των δύο πλευρών και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει πραγματική διαφορά μεταξύ των Ορθοδόξων και των Μη Χαλκηδονίων σε όσα σημεία αφορούν το Χριστολογικό δόγμα. Υπάρχει διαφορά σχετικά με την ορολογία και τη διατύπωση». Βέβαιο, όμως, είναι, συνεχίζει ο ίδιος, ότι «εμείς, και οι δύο πλευρές, διατηρήσαμε την ιδία παράδοση στην τελειότητά της· έχουμε το ίδιο δόγμα»[7]. Στον αντίποδα, όμως, βρίσκονται οι εκτιμήσεις του καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα, σύμφωνα με τον οποίο, υπάρχoυν σοβαρές διαφορές μεταξύ των Ορθοδόξων και των Μη Χαλκηδονίων[8]. Αντίστοιχες διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις εκφράζονται και στους κόλπους των Αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών. Δεν πρόκειται για προσωπικές γνώμες. Αντίθετα, εκφράζουν δύο διαφορετικές τάσεις στο εσωτερικό των δύο Εκκλησιών, οι οποίες αποτυπώνονται στην πορεία, καθώς και στα κείμενα του διμερούς θεολογικού διαλόγου τους.
Έτσι, κρίσιμα παραμένουν τα ερωτήματα, ποιες είναι οι δογματικές διαφορές μεταξύ Ορθοδόξων και Αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών; Ποιες διαδρομές και ποια κριτήρια οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση της διδασκαλίας, των σημείων συμφωνίας και διαφωνίας, των δύο Εκκλησιών σε ό,τι αφορά στο Χριστολογικό δόγμα; Ποιο μπορεί να είναι το μέλλον των σχέσεών τους; Πώς μπορούμε να διακρίνουμε μαζί την αλήθεια;
Από το 1964 που ξεκίνησαν οι συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών έως σήμερα έχουν ειπωθεί και γραφεί πάρα πολλά. Γεγονός που δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει αποτελεί η κατάληξη του διμερούς θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών και η συμφωνία τους επί του χριστολογικού δόγματος στις αρχές της δεκαετίας του ’90[9], η οποία δημιούργησε την εντύπωση ότι η εκκλησιαστική ενότητα μεταξύ των δύο παραδόσεων ήταν ζήτημα χρόνου. Ωστόσο, συνέχεια στη συμφωνία αυτή δεν έχει υπάρξει εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, ενώ τα προαναφερθέντα ερωτήματα ανακυκλώνονται συνεχώς από τους πολεμίους του διαλόγου, οι οποίοι εκφράζουν επικριτικές[10], ακραίες απόψεις ή και καταδικαστικές αποφάνσεις[11].
Τι είναι αυτή η συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών; Ποια ήταν τα στάδια που διήλθε και ποια η σημασία της; Για ορισμένους υπήρξε μέγιστη θεολογική επιτυχία, για άλλους προδοσία της πίστης των Ορθοδόξων. Χρειάζεται επίμονη, υπεύθυνη και τεκμηριωμένη μελέτη για να δοθεί απάντηση σαφής. Προϋπόθεση για τη μελέτη αυτή θα πρέπει να αποτελέσει το γεγονός ότι η διασφάλιση της ενότητας του εκκλησιαστικού σώματος υπήρξε πάντοτε η κύρια μέριμνα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας η οποία ζει, εργάζεται και καθοδηγείται από το Πνεύμα το Άγιο και γι’ αυτό έχει τη δυνατότητα να διακρίνει και να ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας, να θεραπεύει και να συγχωρεί. Η διαίρεση, η απομάκρυνση και η εχθρότητα μεταξύ των χριστιανών δεν είναι πράγματα συμβατά προς την ύπαρξη και τον σκοπό της Εκκλησίας. Για τον λόγο αυτό, μετά από πλείστες προσπάθειες συνεννόησης[12], αλλά και μακραίωνη αποξένωση, οι δύο εκκλησιαστικές παραδόσεις, εκείνη που δέχτηκε τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας και εκείνη που δεν τη δέχτηκε, συναισθανόμενες το βάρος της ευθύνης για τη διαίρεσή τους, ξεκίνησαν ένα νέο κύκλο επαφών κατά τον 20ο αιώνα. Παράγοντες που ώθησαν σε αυτή την εξέλιξη υπήρξε γενικότερα το θετικό κλίμα της μεταπολεμικής εποχής για την οικουμενική κίνηση, η ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, οι πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα και οι αποφάσεις της Α΄ Πανορθόδοξης Διάσκεψης της Ρόδου το 1961, της Δ΄ Προσυνοδικής στο Σαμπεζύ το 1968, καθώς και η μέριμνα του ΠΣΕ, ειδικότερα της Επιτροπής ΠΤ. Αλλά και νωρίτερα, το 1930 στο Άγιο Όρος το θέμα των σχέσεων με τις μη Χαλκηδόνιες Εκκλησίες είχε απασχολήσει τους Ορθοδόξους. Επιπλέον, θα πρέπει να αναφερθεί και η πεποίθηση των πληρωμάτων των πιστών που ακολουθούν τη μία ή την άλλη παράδοση για τη συγγένειά τους στην πίστη, ειδικά σε περιοχές και μουσουλμανικά περιβάλλοντα μέσα στα οποία ζουν ως μειονότητες (Αίγυπτος, Μέση Ανατολή κ.λπ). Οι δύο κοινότητες πιστών διακρίνουν πολλές ομοιότητες στη ζωή, τη λατρεία και την πνευματικότητά τους, αναπτύσσουν συνεργασίες σε τοπικό επίπεδο και αισθήματα σεβασμού[13].
Γενικότερα, στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπήρξε πάντοτε η εκτίμηση ότι ο χωρισμός των δύο Εκκλησιών υπήρξε μάλλον αναίτιος, όπως προκύπτει από τη μελέτη έργων Ελλήνων θεολόγων ή αποτυπώνεται σε επίσημες συνοδικές εγκυκλίους όπως εκείνη που εξέδωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο για τα 1.500 χρόνια της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου: “μετά στοργής στρέφομεν τον νουν ιδία προς τους από της εποχής της Συνόδου ταύτης αποχωρισθέντας αδελφούς, οίτινες ‘προφάσει της εν Χαλκηδόνι Συνόδου εαυτούς από της Εκκλησίας αποσχίσαντες, τα δε άλλα ορθόδοξοι υπάρχοντες΄, ίνα κατά Ιωάννην τον Δαμασκηνόν είπωμεν, αμέριστον και αυτοί έχουσι την τιμήν και αγάπην ημών, ως αδελφών”[14]. Τόσο το Οικουμενικό Πατριαρχείο όσο και θεολόγοι όπως ο Ιωάννης Καρμίρης, που προαναφέρθηκε, παραμένουν πιστοί στην πατερική παράδοση της Εκκλησίας, η οποία διάκειται θετικά απέναντι στους μη Χαλκηδονίους[15]. Το 1951, εποχή έκδοσης της ενλόγω πατριαρχικής εγκυκλίου, το Πατριαρχείο έκρινε ότι είχαν ωριμάσει οι συνθήκες “όπως αρθή παν κώλυμα επιπροσθούν τη προσεγγίσει και τη ενώσει, διά συντόνου κοινής προσπαθείας, εις ην διαβεβαιούμεθα πάντας, πάσα αφ’ ημών και του καθ’ ημάς αγιωτάτου Οικουμενικού Θρόνου επιδειχθήσεται αγαθή διάθεσις και αρωγή και συναντίληψις”[16]. Αντίστοιχα, θετικό ήταν το κλίμα και στην Εκκλησία της Ελλάδος, όπως προκύπτει τόσο από τη σχετική βιβλιογραφία όσο και από Συνοδικές Εγκυκλίους[17].
Οι επαφές μεταξύ των δύο πλευρών εκτυλίσσονται σε δύο διαδοχικές φάσεις: α) προετοιμασία και ανεπίσημος θεολογικός διάλογος, β) επίσημος θεολογικός διάλογος.
α) Προετοιμασία και ανεπίσημος διάλογος
Η πρώτη φάση, κατά το διάστημα 1964 – 1971, χαρακτηρίζεται από την επιθυμία και των δύο πλευρών να συζητήσουν τις θεολογικές διαφορές τους και να οδηγηθούν σε συμφωνία.
1. Η πρώτη επαφή πραγματοποιήθηκε στο Aarchus/Δανία, το 1964[18], εμπνέοντας αισιοδοξία. Οι δύο πλευρές διακήρυξαν
   τη συμφωνία τους με τη διδασκαλία του Κυρίλλου Αλεξανδρείας και
   αποκήρυξαν ως αιρετικές τις διδασκαλίες του Νεστορίου και του Ευτυχούς. Με άλλα λόγια,
   διέκριναν ότι είναι κοινή η κατανόηση, συνεπώς και η αποδοχή από μέρους τους της Χριστολογίας του Κυρίλλου[19].
2. Κατά τη δεύτερη συνάντησή τους (Bristol/Αγγλία, 1967) στο επίκεντρο τέθηκε πάλι η Χριστολογία, αυτή τη φορά σε αναφορά προς τη σωτηριολογία. Το συμπέρασμα ήταν και πάλι
   η συμφωνία των δύο πλευρών ότι, δηλαδή, κοινή είναι η πίστη τους στον Χριστό, είτε γίνεται λόγος για «δύο φύσεις» του (έκφραση που υιοθετούν οι Ορθόδοξοι) είτε για «μία φύση» (έκφραση που υιοθετούν οι Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες), διότι ούτε στην πρώτη περίπτωση γίνεται χωρισμός των δύο φύσεων ούτε στη δεύτερη περίπτωση συγχέονται οι δύο φύσεις σε μία.
   Η ουσία είναι ότι οι δύο πλευρές αποδέχονται σαφώς την ένωση των δύο φύσεων του Χριστού «αδιαιρέτως και αχωρίστως», «ατρέπτως και ασυγχύτως» (without division, without separation, without change, without commingling or confusion).
   Κατά συνέπεια, υπήρξε συμφωνία ότι, αφού δεν θίγεται το Χριστολογικό δόγμα, δεν θίγεται ούτε η διδασκαλία της Εκκλησίας περί σωτηριολογίας[20].
3. Στη συνέχεια, κατά την τρίτη συνάντηση στη Genacle/Γενεύη (1970)[21] οι δύο πλευρές διακήρυξαν ότι
   αποδέχονται την ίδια δογματική διδασκαλία, μολονότι
   χρησιμοποιούν διαφορετική ορολογία κατά τη διατύπωσή της. Δήλωσαν, μάλιστα, ότι
   η διαφωνία τους οφείλεται σε παρανόηση των εκφραστικών μέσων που χρησιμοποιεί η κάθε πλευρά, τα οποία όμως δεν είναι ικανά να αλλοιώσουν το περιεχόμενο της πίστης της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Ιω. Καρμίρης, “επιβεβαιώσαμεν τα εν Aarhus και Bristol συμφωνίας ημών επί της ουσίας της κοινής ημών χριστολογίας. Επί της ουσίας του χριστολογικού δόγματος αι δύο παραδόσεις ημών, παρά τον χωρισμόν δέκα πέντε αιώνων, ευρίσκονται εισέτι εν πλήρει και βαθεία συμφωνία μετά της καθολικής παραδόσεως της μιάς αδιαιρέτου εκκλησίας. Αύτη είναι η διδασκαλία Κυρίλλου του Αλεξανδρείας, την οποίαν και ημείς εξ αμφοτέρων των πλευρών αποδεχόμεθα, έστω και αν χρησιμοποιώμεν διαφέρουσαν ορολογίαν εν τη ερμηνεία της διδασκαλίας ταύτης”[22].
4. Addis Ababa/Αιθιοπία (1971): Στη συνέχεια των τριών επιτυχημένων συναντήσεων, στη θεματολογία του διαλόγου εντάχθηκε[23]
   η δυνατότητα άρσης των αναθεμάτων και προχώρησε ένα βήμα παραπέρα εξετάζοντας
   το ζήτημα της αναγνώρισης των αγίων, καθώς τα κριτήρια και η διαδικασία αγιοκατάταξης δεν είναι ίδια στις δύο παραδόσεις, υπάρχει διαφορετικό αγιολόγιο, αλλά και άγιοι που αναγνωρίζονται από τη μία πλευρά αλλά έχουν καταδικαστεί και αναθεματιστεί από την άλλη[24].
Στην πρώτη αυτή φάση συμμετείχαν εξέχουσες θεολογικές μορφές και από τις δύο εκκλησιαστικές παραδόσεις. Ας σημειωθεί, ότι από ακόμη παλαιότερα η στάση ειδικότερα Ελλήνων θεολόγων, όπως ο Αμίλκας Αλιβιζάτος, απέπνεε σεβασμό προς τις Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες. Αξιομνημόνευτο είναι, για παράδειγμα, ότι στο Β΄ Διεθνές Συνέδριο της Π.Τ. στο Εδιμβούργο (3-18 Αυγ. 1937) η συνάντηση μεταξύ των Ορθοδόξων και των Αρχαίων Ανατολικών εκπροσώπων υπήρξε γόνιμη. Η δεύτερη αντιπροσωπεία ανέλαβε πρωτοβουλία για συνεννόηση με τον πρόεδρο της ορθόδοξης αντιπροσωπείας, μητροπολίτη Θυατείρων Γερμανό, και τον καθηγητή Αμ. Αλιβιζάτο. Κατά τις συζητήσεις οι Ορθόδοξοι ζήτησαν από τους εκπροσώπους της Εκκλησίας του Αγίου Θωμά να τους παρουσιάσουν αναλυτική έκθεση για την πίστη, τη διοίκηση και τη λατρεία της Εκκλησίας τους και τους προέτρεψαν να έλθουν σε επικοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι ο καθηγητής Αλιβιζάτος αναφερόταν στους Αρχαίους Ανατολικούς αποκαλώντας τους “παλαιοορθοδόξους”, αντί “μονοφυσίτες”[25].
β) Επίσημος θεολογικός διάλογος
Η δεύτερη φάση του θεολογικού διαλόγου των δύο εκκλησιαστικών παραδόσεων ξεκίνησε το 1985 και φαίνεται να ολοκληρώνεται στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ιδιαίτερη ώθηση στον διάλογο έδωσαν οι Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις.
1. Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Σαμπεζύ/Ελβετία (1985): Κατά την πρώτη συνεδρίαση, στην ολομέλεια της Μεικτής Θεολογικής Επιτροπής συμμετείχαν εκπρόσωποι από την πλειονότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών και των Αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών. Η Ολομέλεια της Μεικτής Θεολογικής Επιτροπής ασχολήθηκε με την αξιολόγηση της προόδου που σημειώθηκε κατά την πρώτη φάση του διαλόγου και με την περαιτέρω εξέλιξή του.


Η μεθοδολογία, η θεματολογία, αλλά και η ονομασία των δύο μερών αντιμετωπίστηκαν όχι απλώς ως διαδικαστικά αλλά ως ζητήματα ουσίας.
Το αίτημα των Μη Χαλκηδονίων Εκκλησιών για την ονομασία τους ως “Αρχαίες Ορθόδοξες Ανατολικές Εκκλησίες” έγινε δεκτό από τους Ορθοδόξους και υιοθετήθηκε στα κείμενα του Διμερούς Θεολογικού Διαλόγου τους.
2. Κόρινθος/Ελλάδα (1987): Στη δεύτερη συνάντηση (αυτή τη φορά της αρμόδιας υποεπιτροπής) υπό το γενικό θέμα “Προς μία κοινή Χριστολογία” μελετήθηκαν

τα ζητήματα ορολογίας κατά τη διατύπωση της χριστολογίας των δύο παραδόσεων. “Φύσις”, “ουσία”, “υπόστασις”, “πρόσωπο” αποτελούν χριστολογικούς όρους που χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν την πίστη στο δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, τον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο, ωστόσο φαίνεται πως η κατανόησή τους από τις δύο πλευρές του διαλόγου μάλλον δυσχεραίνει τη σχέση τους και δημιουργεί παρεξηγήσεις. Γι’ αυτό, κρίθηκε απαραίτητο να μελετήσουν το νόημα αυτών των όρων στην πατερική θεολογία, αλλά και στη θεολογία των δύο πλευρών σήμερα.
                     Ακόμη, μελετήθηκαν τα συνοδικά κείμενα στα σημεία που κάνουν λόγο για το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, ειδικότερα ποιοι όροι και διατυπώσεις χρησιμοποιούνται, πώς γίνονται κατανοητοί από τις δύο παραδόσεις και σε ποιο βαθμό γίνονται αποδεκτοί από τις δύο πλευρές σήμερα.
Κατά τη συζήτηση επιβεβαιώθηκε ότι υπάρχουν όροι που κατανοούνται διαφορετικά από τις δύο πλευρές, οδηγώντας σε σύγχιση, θεολογικές έριδες και αντιδικίες. Οι Αρχαίες Ορθόδοξες Ανατολικές Εκκλησίες, μολονότι χρησιμοποιούν τους ίδιους όρους, αποδίδουν σε αυτούς διαφορετική σημασία. Έτσι, για παράδειγμα,
                     ταυτίζουν την έννοια των όρων “υπόστασις” και “φύσις”. Αυτό, είναι λάθος αλλά όχι θεολογικό σφάλμα.
Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε η δεύτερη συνάντηση, αφού οι σύνεδροι μπόρεσαν να διακρίνουν, διεισδύοντας στην έννοια του όρου και όχι εμμένοντας αποκλειστικά στη διατύπωσή του, ότι
                     οι Αρχαίες Ορθόδοξες Ανατολικές Εκκλησίες δέχονται την ουσία αυτού που εκφράζει ο Όρος της Χαλκηδόνας.
Στο σημείο αυτό, πράγματι, τίθεται ένα πραγματικά σοβαρό ζήτημα, καθότι οι όροι και τα δόγματα των Οικουμενικών Συνόδων διατυπώνουν και εκφράζουν τις αλήθειες της πίστης. Μπορεί να υπάρξει δυνατότητα αλλαγής των εκφράσεων που χρησιμοποίησαν οι Σύνοδοι; Ή, όπως επισημαίνουν οι πρωτεργάτες του διαλόγου κατά την πρώτη κιόλας φάση του, αφού υπάρχει ο Όρος της Χαλκηδόνας, είναι δυνατό να επιτραπεί η σύνταξη μιας νέας “χριστολογικής φόρμουλας”; Εάν ναι, τότε ποια θα είναι η έννοια και η βαρύτητα της μιας έναντι της άλλης;[26]. Το ερώτημα είναι πράγματι δύσκολο. Ωστόσο, αν κινηθούμε με βάση την αρετή της διάκρισης, θα δούμε ότι οι Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες, συγχέοντας τους όρους υπόστασις και φύσις, παρανοούν τον Όρο της Χαλκηδόνας και γι’ αυτό τον απορρίπτουν. Με άλλα λόγια μπορούμε να διακρίνουμε ότι απορρίπτουν τη διατύπωση, δέχονται όμως την ουσία του Όρου της Χαλκηδόνας. Δηλαδή, ομολογούν τη μία υπόσταση του Θεού Λόγου και τις δύο φύσεις του ενωμένες “ατρέπτως” και “ασυγχύτως”. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε. Αντίστοιχα, τα φερόμενα ως σφάλματα των Ορθοδόξων Εκκλησιών, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών, ότι διαιρούν και βλέπουν αποσπασματικά τις δύο φύσεις του Χριστού, δεν ισχύουν. Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες αντιλαμβάνονται την ένωση των δύο φύσεων “αδιαιρέτως” και “αχωρίστως”.
3. Ιερά Μονή Αγίου Παϊσίου – Anba Bishoy/Αίγυπτος (1989)[27]: Τα συμπεράσματα της δεύτερης συνάντησης καταγράφηκαν και αποτέλεσαν το κείμενο πάνω στο οποίο εργάστηκε η τρίτη συνάντηση (η δεύτερη της ολομέλειας της Μεικτής Επιτροπής). Οι εργασίες επικεντρώθηκαν στη βελτίωση του κειμένου της Κορίνθου, το οποίο έγινε δεκτό και οδήγησε στη σύνταξη μίας έκθεσης επί των σημείων συμφωνίας, την οποία ενέκρινε και υιοθέτησε η Μεικτή Επιτροπή[28].
Σε αυτή την έκθεση
                     παρουσιάζονται τα σημεία συμφωνίας των δύο πλευρών σε ό,τι αφορά τη διδασκαλία τους περί Χριστολογίας. Κυρίως,
                     επιβεβαιώνεται η μακραίωνη συλλογική πεποίθηση ότι αμφότερες οι κοινότητες είναι κληρονόμοι και αποδέκτες της αποστολικής πίστης της αδιαίρετης Εκκλησίας των πρώτων αιώνων και της πατερικής παράδοσης.
Βάση των συζητήσεών τους στην πορεία προς την αποκατάσταση της κοινωνίας μεταξύ τους αποτελεί η φράση του κοινού τους αγίου, του Κυρίλλου Αλεξανδρείας “Μία φύσις (ή μία υπόστασις) του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη” και η διαβεβαίωσή του ότι αρκεί για την ομολογία “της ορθής και αμωμήτου ημών πίστεως λέγειν και ομολογείν Θεοτόκον την αγίαν Παρθένον”[29].
Θα πρέπει να τονιστεί ότι κατά τη σύνταξη αυτής της έκθεσης οι συντάκτες προσπαθούν να διακρίνουν και να αναδείξουν τα σημεία της κοινής τους Χριστολογίας, τα οποία ενδέχεται να καλύπτονται από τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιούνται. Γι’ αυτό, στην έκθεση, όπου υπάρχει διαφορετική εκδοχή διατύπωσης, χρησιμοποιούνται οι όροι αμφοτέρων των πλευρών με τις κατάλληλες επεξηγήσεις κάθε φορά. Έτσι, ελέγχεται, επιβεβαιώνεται και γίνεται φανερή η συμφωνία τους. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να τονιστεί η ιδιαίτερη αυτή δυσκολία του διμερούς θεολογικού διαλόγου των Ορθοδόξων και των Αρχαίων Ορθοδόξων Ανατολικών Εκκλησιών, ότι, δηλαδή, έχει να αντιμετωπίσει εκ νέου τα γλωσσικά ζητήματα τα οποία δημιούργησαν κατά το παρελθόν θεολογικά αδιέξοδα.
Περαιτέρω αναφορά στο περιεχόμενο της έκθεσης δεν θα συνεισέφερε κάτι παραπάνω στην παρούσα εισήγηση, αφού ήδη παρουσιάστηκε το κύριο θέμα της που είναι η διακήρυξη των σημείων συμφωνίας στη Χριστολογία των δύο Εκκλησιών και στην “όλην πίστιν της μιάς αδιαιρέτου Εκκλησίας των πρώτων αιώνων” . Αξίζει όμως να παρατεθούν δύο μόνον παράγραφοι[30] στην οποία διατρανώνεται η κοινή τους πίστη, ήτοι η χριστολογική συμφωνία τους:
“Ο Λόγος, ο αϊδίως ομοούσιος τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι κατά την θεότητα αυτού, εσαρκώθη εν ταις εσχάταις ημέραις εκ Πνεύματος Αγίου και της ηυλογημένης Παρθένου Μαρίας, της Θεοτόκου, και εγένετο ούτως άνθρωπος ομοούσιος ημίν κατά την ανθρωπότητα αυτού εκτός της αμαρτίας. Είναι Θεός αληθινός και εν ταυτώ αληθινός άνθρωπος, τέλειος εν τη θεότητι αυτού και τέλειος εν τη ανθρωπότητι αυτού. Καλούμεν την ηυλογημένην Παρθένον Θεοτόκον, διότι ο εν τοις κόλποις αυτής σκηνώσας υπήρξε πλήρης Θεός και πλήρης άνθρωπος.
Όταν ομιλώμεν περί μιάς ‘συνθέτου υποστάσεως’ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δεν λέγομεν ότι συνυπάρχουν εν αυτώ μία θεία υπόστασις και μία ανθρωπίνη υπόστασις, αλλ’ ότι η μία αΐδιος υπόστασις του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος προσέλαβε την ημετέραν κτιστήν φύσιν, ενώσας ούτως αυτήν μετά της ιδίας αυτού ακτίστου θείας φύσεως, ίνα μορφώση μίαν αχωρίστως και ασυγχύτως ηνωμένην πραγματικήν θεανθρωπίνην ύπαρξιν, εν τη οποία αι φύσεις διακρίνονται ‘τη θεωρία μόνη’”[31].
4. Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Σαμπεζύ/Ελβετία (1990): Η τέταρτη συνάντηση (Γ΄ Συνέλευση της Ολομέλειας της Μεικτής Θεολογικής Επιτροπής) ασχολήθηκε με τα περισσότερα καίρια ζητήματα των σχέσεων μεταξύ των δύο πλευρών προς την κατεύθυνση της ενότητάς τους, ήτοι τις συνοδικές διατυπώσεις και τα αναθέματα, τους ιστορικούς παράγοντες, την ερμηνεία των χριστολογικών δογμάτων σήμερα, τα ποιμαντικά προβλήματα, (σύμφωνα με την έκθεση της Μεικτής Υποεπιτροπής[32]), και τις μελλοντικές προοπτικές του διαλόγου. Υποεπιτροπές είχαν αναλάβει την προετοιμασία των προαναφερθέντων θεμάτων, παραλαμβάνοντας σχετικά κείμενα αρμοδίων εισηγητών[33], ώστε να διευκολύνουν το έργο της Συνέλευσης. Τελικά, μετά από ορισμένες τροποποιήσεις, υιοθετήθηκε Κοινή Δήλωση επί των προαναφερθέντων θεμάτων, στην οποία
                     τονίζεται η καταδίκη των αιρέσεων του Ευτυχούς και του Νεστορίου,
                     επανεπιβεβαιώνεται η συμφωνία των δύο πλευρών ως προς τη Χριστολογία,
                     τονίζεται η αναγνώριση και η αποδοχή των τριών πρώτων Οικουμενικών συνόδων εκ μέρους των Αρχαίων Ορθοδόξων Ανατολικών ως κοινή παράδοση και των δύο εκκλησιαστικών παραδόσεων,
                     οι Αρχαίες Ορθόδοξες Ανατολικές Εκκλησίες επιβεβαίωσαν ότι αποδέχονται τις δογματικές διδασκαλίες των μεταγενέστερων Συνόδων χωρίς, ωστόσο, να προχωρήσουν στην αποδοχή των Συνόδων αυτών ως Οικουμενικών[34].
                     Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η διακήρυξη των εκπροσώπων των δύο πλευρών ότι προτίθενται να προχωρήσουν σε άρση των αναθεμάτων και να εισηγηθούν σχετικά στις Εκκλησίες τους[35].
Η συνάντηση αυτή του 1990 περάτωσε το έργο της έχοντας την αίσθηση ότι ο διμερής θεολογικός διάλογος είχε ολοκληρωθεί, είχαν αρθεί οι οποιεσδήποτε παρεξηγήσεις επί της Χριστολογίας και είχε επιτευχθεί η δογματική συμφωνία. Για τους εκπροσώπους των δύο Εκκλησιών απέμεναν ορισμένες εκκρεμότητες, που έπρεπε να τακτοποιηθούν, όπως το ζήτημα της αναγνώρισης εκ μέρους των Αρχαίων Ορθοδόξων Ανατολικών Εκκλησιών των τεσσάρων Οικουμενικών Συνόδων που δέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία, η άρση των αναθεμάτων, η διά της αρχής της οικονομίας αντιμετώπιση λειτουργικών, εκκλησιολογικών και ποιμαντικών ζητημάτων. Χωρίς να αμφισβητεί κανείς τη σπουδαιότητα και την κρισιμότητα όλων αυτών, διάχυτη υπήρχε η αισιοδοξία ότι υπήρχε δυνατότητα διαχείρισής τους.
Σε αυτό το πλαίσο θα πρέπει να γίνει κατανοητή και η σειρά συστάσεων επί ποιμαντικών ζητημάτων, στις οποίες κατέληξε η Μεικτή Επιτροπή και υπέβαλε στα δύο μέλη του διαλόγου[36], ως βήματα που θα οδηγούσαν στην ομαλή μετάβαση προς την εκκλησιαστική ενότητα. Δεν επρόκειτο πλέον για ένα όραμα αλλά για μία βεβαιότητα των συμμετεχόντων, που ανέμεναν ότι θα γινόταν πραγματικότητα στον κατάλληλο καιρό. Για τον λόγο αυτό, η Μεικτή Επιτροπή ασχολήθηκε και με τον συντονισμό της συμμετοχής των δύο εκκλησιαστικών παραδόσεων στην οικουμενική κίνηση και στο ΠΣΕ, τη κοινή στάση τους απέναντι σε ζητήματα όπως η θέση των γυναικών στην Εκκλησία, η χειροτονία γυναικών, οι μεικτοί γάμοι, ο προσηλυτισμός και η Ουνία. Επίσης, η ίδια Επιτροπή ασχολήθηκε με τη στρατηγική που όφειλαν να αναπτύξουν οι δυο εκκλησιαστικές παραδόσεις για τη διάδοση της χριστιανικής πίστης, τη διακονία τους στον κόσμο, την αντιμετώπιση της δυστυχίας, της φτώχειας, της αδικίας και των συγκρούσεων[37].
5. Σαμπεζύ/Ελβετία (1993): Πρακτικά, εκκλησιολογικά και ποιμαντικά ζητήματα μελέτησε η Ολομέλεια της Μεικτής Θεολογικής Επιτροπής (Δ΄ Συνέλευση της Μεικτής Θεολογικής Επιτροπής) στο Σαμπεζύ τρία χρόνια αργότερα (1993), καθ’ οδόν προς την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας μεταξύ των δύο εκκλησιαστικών παραδόσεων. Ειδικότερα, τέθηκαν τα εξής ζητήματα:
                     ποια η αρμόδια εκκλησιαστική αρχή της κάθε πλευράς για την άρση των αναθεμάτων και ποιες οι προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της κοινωνίας;
                     η άρση των αναθεμάτων σε ποιες συνόδους και σε ποια πρόσωπα θα αφορά;
                     ποια η κανονική διαδικασία για την άρση των αναθεμάτων και την αποκατάσταση της κοινωνίας;
                     πώς θα γίνει κατανοητή και πώς θα εφαρμοστεί η αποκατάσταση της κοινωνίας στη ζωή των δύο πλευρών;
                     ποιες οι λειτουργικές και κανονικές συνέπειες της κοινωνίας;
Η κάθε πλευρά υπέβαλε τη δική της έκθεση και στη συνέχεια συμφωνήθηκε και κατατέθηκε κοινό κείμενο με τίτλο “Προτάσεις για την άρση των αναθεμάτων”[38].
Μολονότι οι εκπρόσωποι των δύο πλευρών εργάστηκαν στη συνέχεια για την πρόσληψη των συμπερασμάτων του διαλόγου από τις εκκλησιαστικές αρχές των δύο Εκκλησιών[39], αυτό δεν κατέστη δυνατό έως σήμερα. Προσπάθειες που έγιναν το 2005[40] και το 2014[41] για την αναζωπύρωση του διαλόγου επιβεβαιώνουν ότι η επιφυλακτικότητα, οι σθεναρές ή και οι ακραίες αντιδράσεις, που σημειώθηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις, ανέστειλαν την πρόοδο που είχε επιτευχθεί. Ωστόσο, υπήρξαν κάποια ενθαρρυντικά επιτεύγματα σε ορισμένες τοπικές Εκκλησίες. Οι Εκκλησίες της Αλεξάνδρειας[42], της Αντιόχειας[43] και της Ρουμανίας[44] από την πλευρά των Ορθοδόξων και εκείνες της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και του Malankara των Ινδιών από την πλευρά των Αρχαίων Ορθοδόξων Ανατολικών έκαναν δεκτές τις προτάσεις της Μεικτής Επιτροπής[45].
Εύλογα τίθεται το κρίσιμο ερώτημα σε τι οφείλονται οι αντιδράσεις κατά του διαλόγου. Συγκεκριμένα εμπόδια αποτρέπουν τη διάκριση ανάμεσα στο σωστό και το λάθος, στη λεκτική διατύπωση των εννοιών και την ουσία τους. Εκτίμησή μας είναι ότι κατά την τελευταία φάση του διαλόγου αναβίωσε ό,τι ακριβώς είχε εκφράσει ως συλλογικό φόβο ο Κόπτης Πατριάρχης Σενούντα Γ΄ στο Σαμπεζύ το 1979[46]: “… η έρευνα της αρχαίας ιστορίας δύναται να αποτελέση εμπόδιον. Διότι,… εκάστη εκκλησία συνέγραψε την ιστορίαν της, υποστηρίζουσα την ιδικήν της άποψιν. Ποία λοιπόν εκ των δύο εκδοχών είναι ορθή; Και ποία εσφαλμένη; Τούτο θα είναι εν δυσχερές σημείον κατά τον διάλογον. … Διότι ως Κόπτης πιστεύω, ότι η ημετέρα ιστορία είναι η ορθή”. Ο ίδιος πίστευε ότι οι συζητήσεις για την ιστορία ήταν χάσιμο χρόνου. Γι’ αυτό, αντιπρότεινε ότι “Είναι καλλίτερον να συζητώμεν περί του τι πιστεύομεν σήμερον, ουχί δε να επαναλαμβάνωμεν τα έριδας των πατέρων μας”[47]. Σήμερα, ο φόβος αμφισβήτησης της βεβαιότητας περί κατοχής της ορθής διδασκαλίας αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για την εξέλιξη του διαλόγου. Δεν είναι σπάνιο, πιστοί των δύο εκκλησιαστικών κοινοτήτων να οχυρώνονται πίσω από την ιστορία, να αναβιώνουν τις στιγμές των θεολογικών διενέξεων και να αρνούνται πεισματικά την έξοδο στη σημερινή εποχή. Δεν θα ήταν υπερβολή, όπως γράφει ο Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος, να υποστηριχθεί ότι “μηρυκάζομεν την ιστορίαν” και αυτό έχει ολέθριες συνέπειες για τον διάλογο. Ωστόσο, ο ίδιος ήλπιζε ότι η μελέτη της ιστορίας θα μπορούσε να σημάνει την απαρχή της πορείας προς τη συμφιλίωση[48].
Βέβαιο είναι ότι ο διμερής θεολογικός διάλογος Ορθοδόξων και Αρχαίων Ορθοδόξων Ανατολικών Εκκλησιών υπέστη πολλές παρερμηνείες εκ μέρους των Ορθοδόξων -για να περιοριστώ στην εκκλησιαστική παράδοση στην οποία ανήκω. Οι παρερμηνείες αυτές σκόπιμα αποβλέπουν στην αναζωπύρωση θεολογικών αντιδικιών και παθών του παρελθόντος, χρησιμοποιώντας ως μέσα την επιλεκτική και αποσπασματική προβολή και τις αυθαίρετες ερμηνείες ρήσεων των Πατέρων της Εκκλησίας.  Συχνά, ευφάνταστα δημοσιεύματα καλλιεργούν ανασφάλειες και φοβίες στο πλήρωμα της Εκκλησίας ότι προδίδεται ή πωλείται η Ορθοδοξία, ενώ δεν λείπουν και άλλες ακραίες συμπεριφορές ξένες προς το Ορθόδοξο εκκλησιαστικό ήθος. Από την άλλη μεριά, ωστόσο, για την εξέλιξη και την πρόσληψη των αποτελεσμάτων του διαλόγου, αναγκαία είναι η συζήτηση σε διορθόδοξο επίπεδο, όπως και η ενημέρωση του πληρώματος της Εκκλησίας, ώστε να είναι ενήμερο για κάθε στάδιο του διαλόγου. Είναι ενθαρρυντικό ότι από τη δεκαετία του ’80 και εξής σημειώνεται ανάπτυξη της ενασχόλησης με τις Αρχαίες Ορθόδοξες Ανατολικές Εκκλησίες, που αποσκοπεί στη θεολογική ανάλυση και εκτίμηση των διαφωνιών μεταξύ των Ορθοδόξων και των Αρχαίων Ορθοδόξων Ανατολικών Εκκλησιών, καθώς και στην αποκατάσταση της ενότητάς τους[49].
Σοβαρό πρόβλημα αποτελεί πάντα η αναγνώριση των τεσσάρων Συνόδων ως Οικουμενικών κατά την επιθυμία των Ορθοδόξων. Σθεναρή είναι η αντίδραση των Αρχαίων Ορθοδόξων Ανατολικών Εκκλησιών με κύριο επιχείρημά τους ότι οι Σύνοδοι αυτές είναι ξένες προς την παράδοσή τους.
Μετά τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, τίθεται επίμονα το ερώτημα εάν υπάρχει προοπτική σε αυτό τον θεολογικό διάλογο. Γενικότερα, μέχρι σήμερα έχει αποδειχθεί ότι ο θεολογικός διάλογος έχει βοηθήσει στην άρση παρεξηγήσεων και στην επίλυση διαφορών. Ωστόσο, σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να έχει περιπλέξει τα πράγματα. Βέβαιο είναι ότι δεν έχει επιφέρει ακόμη την ποθούμενη εκκλησιαστική ενότητα. Μήπως οι Εκκλησίες θα πρέπει να αναζητήσουμε και άλλες μορφές επικοινωνίας με σκοπό την ενότητα, έχοντας πάντοτε ως μέτρο και κριτήριο τη διάκριση;
Στον συγκεκριμένο διμερή θεολογικό διάλογο, τα δογματικά ζητήματα συνδέονται με τη χρονική συγκυρία, αλλά και με θέματα εκκλησιαστικής τάξης. Όπως πολύ εύστοχα σημείωσε ο πατήρ Enchio Bianchi κατά την εναρκτήρια ομιλία του στο συνέδριό μας, η διάκριση είναι η “τέχνη” της επιλογής, της σωστής επιλογής για την ακρίβεια. Αυτό μας κάνει να σκεφτούμε ότι η επιλογή με τη σειρά της συνδέετει με την ελεύθερη βούληση, την πολύτιμη δωρεά που χορήγησε ο Θεός στον άνθρωπο. Για τη χρήση της ανθρώπινης ελευθερίας διδάσκει ο απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή: “Ἀδελφοί, πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει”, δηλ. “ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται ἀλλὰ δὲν συμφέρουν ὅλα”. Συμφέρει σήμερα η διαίρεση; Άραγε, οι πιστοί των δύο εκκλησιαστικών κοινοτήτων έχουν επίγνωση των δογματικών διαφορών τους; Ενδιαφέρονται ή είναι σε θέση να κατανοήσουν τις χριστολογικές διαφορές τους; Μία αφοπλιστική απάντηση έχει δώσει ο μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης ήδη κατά την αυγή της δεκατίας του ’80. Η απάντησή του στα ερωτήματα αυτά είναι αρνητική και αιτιολογεί ότι υπάρχουν πολλοί πιστοί οι οποίοι δεν κατανοούν ούτε συμπαθούν “τας σχολαίας και αφηρημένας συζητήσεις”. Για χάρη αυτών των πιστών και για τον ευαγγελισμό των νέων γενεών υπάρχει η ανάγκη “της επανερμηνείας και επανεκφράσεως” της χριστολογικής πίστης της Εκκλησίας, χωρίς, βέβαια, αυτό να σημαίνει την “εκπόρθησιν και αποβολήν” της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου από τη χριστολογία μας[50].
Άραγε έχει κάτι να μας διδάξει σήμερα αυτή η μακραίωνη διαίρεση, οι δυσκολίες και τα εμπόδια καθ’ οδόν προς τη συμφιλίωση στη ζωή, την πίστη και τη λατρεία; Ας θυμηθούμε, ο Χριστός προσκαλεί τους μαθητές του να διακρίνουν τι είναι καλό, μας προσκαλεί και εμάς σήμερα να έχουμε διάκριση. Στο μήνυμά του προς το συνέδριό μας ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος μάς υπενθύμισε ότι, εκτός των άλλων, η διάκριση είναι και “η επίγνωση των ορίων μας και της αμαρτωλότητάς μας”.
Η μόλις πρόσφατα συγκληθείσα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας μάς προέτρεψε στην υιοθέτηση της αρετής της διάκρισης στον διαχριστιανικό διάλογο.
Είθε ο Τριαδικός Θεός να βοηθήσει ώστε να διακρίνουμε νέους τρόπους για την επίλυση των διαφορών μας, που θα ανταποκρίνονται στο θέλημά του για την ενότητα όλων. Είθε να μας δίνει φώτιση ώστε οι οποιεσδήποτε θεολογικές διαφορές να αντιμετωπίζονται με διάκριση και να αφήνουν “ἐλεύθερον καὶ ἀπρόσβλητον τὸ τῆς ἀγάπης κεφάλαιον” κατά τη χαρακτηριστική ρήση του αγίου Νεκταρίου.



[1] Πρβλ. G. Martzelos, Orthodoxy and Heresy of the Anti-Chalcedonians according to St. John Damascene (676-749), στο Chr. Chaillot (ed.), “The Dialogue between the Eastern Orthodox and Oriental Orthodox Churches”, σ. 147-159.
[2] Βλ. Επιστολή 188, Αμφιλοχίω περί κανόνων, 1, PG 32, 665 AB. Πρβλ. Γ. Μαρτζέλος, Η ιδεολογική και η εκκλησιαστική διάσταση της “Ορθοδοξίας”: Η επικαιρότητα μιας παραδοσιακής διάκρισης”, Εισήγηση που στάλθηκε προς ανάγνωση στη Διεθνή Συνάντηση Ορθοδόξων Δογματολόγων (International Meeting of Orthodox Dogmatic Theologians) που πραγματοποιήθηκε στο Arad της Ρουμανίας από 11-13 Ιουνίου 2009 με θέμα «Tradition and Dogma: What kind of dogmatic theology do we propose for today?». Για τη διάκριση σχίσματος και αίρεσης Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος, Άλλο Σχίσμα, άλλο Αίρεση και άλλο παρασυναγωγή στην http://www.immorfou.org.cy/articles-form-the-net/1507-nafpa24717.html
[3] Για τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας βλ. Γ. Μαρτζέλος, Γένεση και πηγές του όρου της Χαλκηδόνας: Συμβολή στην ιστορικοδογματική διερεύνηση του όρου της Δ΄ οικουμενικής συνόδου, εκδ. Πουρναράς Π. Σ., Θεσσαλονίκη 1986.
[4] Α΄, Β΄ και Γ΄ Οικουμενικές Σύνοδοι.
[5] Γ. Μαρτζέλος, Ιστορία των Δογμάτων (Σημειώσεις από τις πανεπιστημιακές παραδόσεις), Θεσσαλονίκη 1985.
[6] Βλ. ενδεικτικά την άποψη του μακαριστού Μητροπολίτη Ελβετίας Δαμασκηνού Παπανδρέου: “The hypothesis of Western historians, according to which the Council of Chalcedon (451) condemned Dioscorus of Alexandria for theological reasons, is not only erroneous but unfounded. The Council undertook proceedings of condemnation only because he had refused to respond to a summons explicitly extend to him three times (in keeping with the Holy Canons) to present an apology for the events of the Council of Ephesus (449)” στη μελέτη του The Theological Dialogues between the Orthodox and the Oriental Orthodox Churches, στο Chr. Challot & Al. Belopopsky (eds), Towards Unity: the theological Dialogue between the Orthodox Church and the Oriental Orthodox Churches”, Inter-Orthodox Dialogue, Geneva 1998, pp. 30-34. Επίσης, βλ. Γ. Μαρτζέλος, Η Χριστολογία του Βασιλείου Σελευκείας και η οικουμενική σημασία της, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 140 κ.ε., 146 κ.ε. Του ιδίου, Η επιστημονικότητα μιας “επιστημονικής κριτικής” στη διδακτορική διατριβή του Ηλ. Κεσμίρη, “Η Χριστολογία και η εκκλησιαστική πολιτική του Διοσκόρου Αλεξανδρείας”, Θεσσαλονίκη 2000, στο “Γρηγόριος ο Παλαμάς” 86 (798), Θεσσαλονίκη 2003, σ. 598 κ.ε.
[7] Πλούσιο και πολύτιμο είναι το συγγραφικό έργο του καθηγητή Ιω. Καρμίρη που αναφέρεται στον διάλογο της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες. Βλ. ενδεικτικά Αι Αρχαίαι Αντιχαλκηδόνειοι Εκκλησίαι της Ανατολής και η βάσις της επανενώσεως αυτών μετά της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Αθήνα 1966. Του ιδίου, The problem of the unification of the Non-Chalcedonian Churches of the East with the Orthodox on the basis of Cyril’s formula “Μία Φύσις του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη”, στο Greek Orthodox Theological Review” 10(1964-5), σ. 61-74. Του ιδίου, Εισηγήσεις ενώπιον των Διασκέψεων Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων Θεολόγων, Αθήνα 1970
[8] Βλ. τις απαισιόδοξες θέσεις του καθηγητή Π. Τρεμπέλα, Επί των αποφάσεων της εν Aarhus Διασκέψεως, στο “Εκκλησία” 42(1965), σ. 259. Βλ. επίσης την πρόσφατη έκδοση του συλλογικού τόμου Ο Θεολογικός Διάλογος Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων: Μια αγιορείτικη συμβολή (Παρελθόν - Παρόν - Μέλλον), εκδ. Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Σεπτ. 2018, ο οποίος έφτασε στα χέρια μας κατά την εκπνοή της προθεσμίας παράδοσης της εισήγησής μας προς δημοσίευση.
[9] Βλ. σχετικές εκτικήσεις Γ. Μαρτζέλος, Προβλήματα και Προοπτικές του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και μη - Χαλκηδονίων στο Του ιδίου, “Ορθόδοξο δόγμα και θεολογικός προβληματισμός: Μελετήματα δογματικής θεολογίας Γ΄”, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 279-293.
[10] Βλ. ενδεικτικά Θ. Ζήσης, Η “Ορθοδοξία” των Αντιχαλκηδονίων Μονοφυσιτών, εκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1994. Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου, Είναι ο Αντιχαλκηδόνιοι Ορθόδοξοι; Κείμενα της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους και άλλων αγιορειτών Πατέρων περί του διαλόγου Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων (Μονοφυσιτών), Άγιον Όρος 1995. Ιερά Κοινότητα Αγίου Όρους Άθω, Παρατηρήσεις περί του Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων (Απάντησις εις κριτικήν του Σεβ. Μητροπολίτου Ελβετίας κ. Δαμασκηνού, Άγιον Όρος 1996.
[11] Ιδιαίτερα κατατοπιστική για το θέμα αυτό είναι η επιστολή του Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ προς τον Κόπτη Πατριάρχη Θεόδωρο Β’ (9 Ιανουαρίου 2017), στην https://www.impantokratoros.gr/CC81636A.el.aspx.
[12] Βλ. ενδεικτικά Metropolitan Damaskinos of Switzerland (Papandreou), The Theological Dialogues between the Orthodox and the Oriental Orthodox Churches, στο Chr. Challot & Al. Belopopsky (eds), Towards Unity: the theological Dialogue between the Orthodox Church and the Oriental Orthodox Churches”, Inter-Orthodox Dialogue, Geneva 1998, pp. 30-34.
[13] Βλ. ενδεικτικά G. Alexander, The Orthodox Dilemma: Personal reflections on Global Orthodox Christian Conciliar Unity, OCP Publications, 2nd edition 2017.
[14] Η 1500ή Επέτειος της εν Χαλκηδόνι Αγίας Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου: Η Πατριαρχική και Συνοδική Εγκλύκλιος στο “Ορθοδοξία” 26(1951), σ. 484-490.
[15] Βλ. ενδεικτικά G. Martzelos, Orthodoxy and Heresy of the Anti-Chalcedonians according to St. John Damascene (676-749), στο Chr. Chaillot (ed.), ό.π., σ. 147-159.
[16] Η 1500ή Επέτειος της εν Χαλκηδόνι Αγίας Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου: Η Πατριαρχική και Συνοδική Εγκλύκλιος στο “Ορθοδοξία” 26(1951), σ. 484-490.
[17] Βλ. ενδεικτικά Β. Σταθοκώστα, Σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με το παγκόσμιο συμβούλιο των εκκλησιών 1948-1961 (με βάση το αρχειακό υλικό του Π.Σ.Ε.), Διδακτορική Διατριβή, Θεσσαλονίκη 1999, δημοσιευμένη στην https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/24771, σ. 311.
[18] Η πρώτη επαφή πραγματοποιήθηκε Aarchus/Δανία, το 1964, με τη μέριμνα της Επιτροπής ΠΤ του ΠΣΕ.
[19] Βλ. σχετικά Unofficial Consultation between Theologians of Eastern Orthodox and Oriental Orthodox Churches, Aarhus, Aug. 11-15, 1964, Papers and Minutes, στο “Greek Orthodox Theological Review” 10(1964-5), αρ. 2, σ. 7-160.
[20] Βλ. Bristol Consultation, July 25-29, 1967, στο Greek Orthodox Theological Review” 13(1968), σ. 123-320.
[21] Η τρίτη συνάντηση έγινε στη Genacle/Γενεύη (1970). Βλ. τα κείμενα στο Μητροπολίτη Ελβετίας Δαμασκηνού Παπανδρέου, “Θεολογικοί Διάλογοι: Μία Ορθόδοξος προοπτική”, εκδ. Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1986, σ. 294-299.
[22] Βλ. Ιω. Καρμίρης, Ἔκθεσις περί τῆς τρίτης συναντήσεως ὀρθοδόξων και αντιχαλκηδονίων θεολόγων, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1970.
[23] Βλ. Απόφασις της Διορθοδόξου Θεολογικής Επιτροπής διά τον διάλογον μετά των αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών (Αδδίς Αμπέμπα, 18-29 Αυγούστου 1971) και Ανακοινωθέν της Διορθοδόξου Θεολογικής Επιτροπής, στο Μητροπολίτη Ελβετίας Δαμασκηνού Παπανδρέου, “Θεολογικοί Διάλογοι: Μία Ορθόδοξος προοπτική”, εκδ. Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1986, σ. 300-305.
[24] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σεβήρου ο οποίος αναθεματίζεται: “Ἀρείω τῶ πρώτω θεομάχω καί ἀρχηγῶ τῶν αἱρέσεων…, Νεστορίω τῶ θεηλάτω…, Διοσκόρω Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας καί Σεβήρω τῶ δυσσεβεῖ…, ὅλοις τοῖς Εὐτυχιανισταῖς καί Μονοθελίταις καί Ἰακωβίταις καί Ἀρτζιβουρίταις καί ἁπλῶς πάσιν αἱρετικοῖς, Ἀνάθεμα”. Βλ. Συνοδικόν της Ορθοδοξίας.
[25] Βλ. Β. Σταθοκώστα, Σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με το παγκόσμιο συμβούλιο των εκκλησιών 1948-1961 (με βάση το αρχειακό υλικό του Π.Σ.Ε.), Διδακτορική Διατριβή, Θεσσαλονίκη 1999, δημοσιευμένη στην https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/24771, σ. 59, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.
[26] Βλ. τον προβληματισμό που εκφράζει ο Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης, Αξιολογήσεις και προοπτικαί του διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών, στο “Ορθόδοξοι Κατόψεις”, τόμ. Γ΄, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1991, σ. 131-178 (148).
[27] Communique of the Joint Commission, St. Bishoy Monastery, Egypt, 20-24 June 1989, Βλ. Chr. Chaillot (ed.), ό.π., σ. 436.
[28] “What follows is a simple reverent statement of what we do believe”. βλ. Agreed Statement of the Joint Commission, St. Bishoy Monastery, Egypt, 20-24 June 1989, στο Chr. Chaillot (ed.),  ό.π., σ. 437-438.
[29] Για το κείμενο της έκθεσης στα Ελληνικά βλ. Γ. Μαρτζέλος, Ο θεολογικός διάλογος Ορθοδόξων και μη Χαλκηδονίων Εκκλησιών: Χρονικό - αξιολόγηση - προοπτικές, στο “Καθ’ Οδόν” τεύχ. 5 (Μάιος - Αύγ. 1993), σ. 51-60 (55-57), απ’ όπου και το παράθεμα που ακολουθεί.
[30] Από το κείμενο της έκθεσης. Βλ. Γ. Μαρτζέλος, Ο θεολογικός διάλογος Ορθοδόξων και μη Χαλκηδονίων Εκκλησιών: Χρονικό - αξιολόγηση - προοπτικές, στο “Καθ’ Οδόν” τεύχ. 5 (Μάιος - Αύγ. 1993), σ. 51-60 (55-6). Για το κείμενο στα Αγγλικά βλ. Agreed Statement of the Joint Commission, St. Bishoy Monastery, Egypt, 20-24 June 1989, στο Chr. Chaillot (ed.), ό.π., σ. 437-438.
[31] Από το κείμενο της έκθεσης. Βλ. Γ. Μαρτζέλος, Ο θεολογικός διάλογος Ορθοδόξων και μη Χαλκηδονίων Εκκλησιών: Χρονικό - αξιολόγηση - προοπτικές, στο “Καθ’ Οδόν” τεύχ. 5 (Μάιος - Αύγ. 1993), σ. 51-60 (55-6). Για το κείμενο στα Αγγλικά βλ. Agreed Statement of the Joint Commission, St. Bishoy Monastery, Egypt, 20-24 June 1989, στο Chr. Chaillot (ed.), ό.π., σ. 437-438.
[32] Βλ. σχετικά Agreed Statement of the Joint Commission, St. Bishoy Monastery, Egypt, 20-24 June 1989, στο Chr. Chaillot (ed.),, ό.π., σ. 437-438.
[33] Βλ. σχετικά Introduction of the Joint Commission, Chambesy, Switzerland, 23-28 September 1990, Chr. Chaillot (ed.), ό.π., σ. 439.
[34] Όπως χαρακτηριστικά εκτιμά ο καθηγ. Γ. Μαρτζέλος: “Καίτοι λ.χ. οι αντιχαλκηδόνιοι, όπως προκύπτει από τις Κοινές Δηλώσεις, αναγνώρισαν την ορθοδοξία της διδασκαλίας όλων των Οικουμενικών Συνόδων και των Πατέρων της Εκκλησίας μας, δεν αναγνώρισαν ακόμη τις τέσσερις τελευταίες Οικουμενικές μας Συνόδους ως Οικουμενικές και ισότιμες προς τις τρεις πρώτες, και αυτό συνιστά οπωσδήποτε ένα βασικό εμπόδιο, το οποίο θα πρέπει ασφαλώς να ξεπεραστεί εν όψει της πλήρους μυστηριακής συμφωνίας”. Ο ίδιος συνοψίζει και τους θεολογικούς λόγους για τους οποίους αρνούνται ακόμη της αποδοχή της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Βλ. Γ. Μαρτζέλος, Προβλήματα και Προοπτικές του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και μη - Χαλκηδονίων στο Του ιδίου, “Ορθόδοξο δόγμα και θεολογικός προβληματισμός: Μελετήματα δογματικής θεολογίας Γ΄”, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 279-293.
[35] Βλ. Introduction of the Joint Commission, Chambesy, Switzerland, 23-28 September 1990, στο Chr. Chaillot (ed.), ό.π., σ. 439-441.
[36] Βλ. αναλυτικά Recommendations on Pastoral Issues of the Joint Commission, Chambesy, Switzerland, 23-28 September 1990 στο Chr. Chaillot (ed.), ό.π., σ. 442-444.
[37] Βλ. ό.π., σ. 442-444.
[38] Βλ. σχετικά Communique of the Joint Commission, Chambesy, Switzerland, 1-6 November 1993 στο Chr. Chaillot (ed.), ό.π., σ. 445-446.
[39] Βλ. σχετικά Communique issued by the Working Group of the Joint Commission, Athens, Greece, November 24-25, 2014 στο ό.π., σ. 449-450.
[40] Βλ. τη συνάντηση της Inter-Orthodox Theological Committee for Dialogue between the Orthodox Church and the Oriental Orthodox Churches: Orthodox Centre of the Ecumenical Patriarchate, Chambesy, Switzerland, 13 March 2005. Για το ανακοινωθέν της συνάντησης βλ. Chr. Chaillot (ed.), ό.π., σ. 447-448.
[41] Βλ. τη συνεδρίαση του Working Group of the Joint Commission, Athens, Greece, November 24-25, 2014. Για το ανακοινωθέν της συνεδρίασης βλ. Chr. Chaillot (ed.), ό.π., σ. 449-450.
[42] Pastoral Agreement between the Coptic Orthodox and Greek Orthodox Patriarchate of Alexandria, signed by Patriarchs Petros VII and Senouda III, 2001, στο Chr. Chaillot (ed.), ό.π., σ. 459.
[43] Statement of the Orthodox Church of Antioch, Damascus, 12 November 1991: On the Relations between the Eastern and Syrian Orthodox Churches, στο Chr. Chaillot (ed.), The Dialogue between the Eastern Orthodox and Oriental Orthodox Churches”, σ. 454-455.
[44] Statement of the Romanian Orthodox Church on the Official Theological Dialogue: Decisions of the Holy Synod, Bucharest, Romania, 8-9 December 1994, στο Chr. Chaillot (ed.), ό.π., σ. 456.
[45] Βλ. σχετικά Communique issued by the Working Group of the Joint Commission, Athens, Greece, November 24-25, 2014 στο ό.π., σ. 449-450.
[46] Βλ. σχετικά τα Πρακτικά - Κείμενα της Διορθοδόξου Επιτροπής Διαλόγου μετά των Αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών (Σαμπεζύ, 7-11 Φεβρ. 1979), Γενεύη 1979.
[47] Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης, Αξιολογήσεις και προοπτικαί του διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών, στο “Ορθόδοξοι Κατόψεις”, τόμ. Γ΄, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη1991, σ. 131-178 (175).
[48] Βλ. το σχετικό παράθεμα στο Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης, Αξιολογήσεις…, ό.π., σ. 131-178.
[49] Βλ. ενδεικτικά στο περιοδικό Σύναξη το αφιέρωμα “Αρχαίες Εκκλησίες της Ανατολής” (τεύχ. 30/Απρ.-Ιούν. 1989) και στο περιοδικό Καθ’ Οδόν το αφιέρωμα “Οι Χριστιανοί της Ανατολής” (τεύχ. 5/Μάιος-Αύγ. 1993). Περισσότερα μπορεί να βρει κάθε ενδιαφερόμενος ανατρέχοντας στη σχετική βιβλιογραφία.
[50] Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης, Αξιολογήσεις…, ό.π., σ. 131-178 (150).