Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Ἡ διαμόρφωσις τοῦ κειμένου «Τὸ Αὐτόνομον καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ» τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου (Κρήτη 2016)-[Chantilly, 6 Οκτωβρίου 2026]

 

Ἀλέξανδρος Σμοτσέφσκυ

Δρ. Κανονικοῦ Δικαίου ΑΠΘ

Ἐντεταλμένος Διδάσκων στὸ Τμῆμα Θεολογίας ΑΠΘ καὶ στὸ Τμῆμα Ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας τοῦ Πανεπιστημίου Σόφιας «Ἅγιος Κλήμης Ἀχρῖδος»

Ἀπὸ τὴν προσυνοδικὴν ἐπεξεργασίαν εἰς τὴν συνοδικὴν ἔγκρισιν:
Ἡ διαμόρφωσις τοῦ κειμένου «Τὸ Αὐτόνομον καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ» τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου (Κρήτη 2016)

Εἰσήγησις εἰς τὸ Διεθνὲς Ἐπιστημονικὸν Συνέδριον «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (2016-2026). Ἀποτίμησις καὶ Προοπτικαί»

Παναγιώτατε Πάτερ καὶ Δέσποτα,

Μακαριώτατε,

Σεβασμιώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι,

Σεβαστοὶ πατέρες,

Ἀγαπητοὶ σύνεδροι,

Ἡ ἱστορία τοῦ κειμένου «Τὸ Αὐτόνομον καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ» ἀναδεικνύει ἕνα κατεξοχὴν ἐκκλησιολογικὸ ζήτημα: πῶς ἡ διαφοροποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως μπορεῖ νὰ ὑπηρετεῖ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ προσυνοδικὴ ἐπεξεργασία δὲν ἀφοροῦσε μόνο τὴν κατανομὴ ἁρμοδιοτήτων. Ἀφοροῦσε πρῶτα ἀπὸ ὅλα τὴν κανονικὴ ἔκφραση τῆς κοινωνίας μεταξὺ τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μέσα στὴν ποικιλία τῶν ἱστορικῶν τους καθεστώτων.

Θὰ παρακολουθήσουμε, λοιπόν, χρονολογικὰ τὴ διαμόρφωση τοῦ κειμένου, διακρίνοντας τὶς προτάσεις ποὺ διατυπώθηκαν ἀπὸ τὶς τροποποιήσεις ποὺ τελικὰ ἐγκρίθηκαν. Ὁ βασικὸς κορμὸς συμφωνήθηκε τὸ 2009, ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τὴν Ε΄ Προσυνοδικὴ Διάσκεψη τὸ 2015 καὶ συμπληρώθηκε στὴν Κρήτη μὲ δύο προσθῆκες. Ἡ ἀποτίμησή του θὰ στηριχθεῖ στὴ θέση ὅτι τόσο τὸ Αὐτοκέφαλο ὅσο καὶ τὸ Αὐτόνομο ἀποτελοῦν τρόπους πραγμάτωσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Ἡ διοικητικὴ αὐτοτέλεια ἀποκτᾶ ἐκκλησιολογικὸ νόημα ὅταν διαφυλάσσει καὶ ἐγγυᾶται τὴν ἴδια τὴν κοινωνία.

Ἡ προσυνοδικὴ θεμελίωση τοῦ θέματος

Ἡ Α΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Ῥόδου, τὸ 1961, κατήρτισε τὸν εὐρὺ κατάλογο τῶν πρὸς ἐξέτασιν θεμάτων. Ἡ Δ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη, τὸ 1968, προσδιόρισε τὰ ὄργανα τῆς προπαρασκευῆς, ἐνῶ ἡ Α΄ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη, τὸ 1976, περιόρισε τὸ θεματολόγιο σὲ δέκα ζητήματα. Μεταξὺ αὐτῶν περιλαμβανόταν τὸ Αὐτόνομο καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεώς του. Ἡ ἐπιδίωξη ἦταν νὰ διαμορφωθοῦν κοινὰ κριτήρια γιὰ ἕναν ἤδη ὑφιστάμενο θεσμό, τοῦ ὁποίου οἱ ἱστορικὲς ἐφαρμογὲς παρουσίαζαν σημαντικὲς διαφοροποιήσεις. 

Στὴ Γ΄ Προσυνοδικὴ Διάσκεψη, τὸ 1986, παρέμεναν πρὸς ἐπεξεργασία ἡ Διασπορά, τὸ Αὐτοκέφαλο, τὸ Αὐτόνομο καὶ τὰ Δίπτυχα. Ὁ πρόεδρος, μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος, ἐπισήμανε τὴ συνάφειά τους. Πράγματι, ὁ προσδιορισμὸς τῆς δικαιοδοσίας, ἡ ἀνακήρυξη ἑνὸς διοικητικοῦ καθεστῶτος καὶ ἡ μνημόνευση τῶν Προκαθημένων συνδέονται ἄμεσα μὲ τὴν κανονικὴ τάξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Ἡ Διάσκεψη δὲν ἐνέκρινε εἰδικὸ κείμενο περὶ Αὐτονόμου. Προέβλεψε, ὡστόσο, τὴ συγκέντρωση τῶν συμβολῶν τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν καὶ τὴ συγκριτικὴ ἐπεξεργασία τους ἀπὸ τὴ Γραμματεία, ὥστε ἡ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐργαστεῖ ἐπὶ κοινῆς βάσεως. 

Ὁ Κανονισμὸς ποὺ ἐγκρίθηκε τότε ἀποσαφήνισε καὶ τὸ κῦρος τῶν προσυνοδικῶν ἀποφάσεων. Κατὰ τὸ ἄρθρο 16, οἱ ὁμοφώνως ἀποδεκτὲς ἀποφάσεις «ἔχουν εἰσηγητικὸν χαρακτῆρα πρὸς τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον». Ἡ ὁμοφωνία ἀποτελοῦσε ἀναγκαῖο ὅρο τῆς προετοιμασίας, ἐνῶ τὸ δεσμευτικὸ κῦρος προϋπέθετε τὴ συνοδικὴ ἀπόφανση. Ἡ διάκριση αὐτὴ ἐξηγεῖ γιατὶ ἕνα προσυνοδικὰ συμφωνημένο κείμενο μποροῦσε ἀκόμη νὰ ἐξεταστεῖ καὶ νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ Σύνοδο. 

Τὸ συμφωνημένο σχέδιο τοῦ 2009

Μετὰ τὶς συζητήσεις τοῦ 1990 καὶ τοῦ 1993, οἱ ὁποῖες ἐπικεντρώθηκαν κυρίως στὴ Διασπορὰ καὶ στὸ Αὐτοκέφαλο, τὸ ἀποφασιστικὸ βῆμα γιὰ τὸ Αὐτόνομο πραγματοποιήθηκε στὴ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Σαμπεζύ, ἀπὸ τὶς 9 ἕως τὶς 17 Δεκεμβρίου 2009. Ἐκεῖ συμφωνήθηκε ὁμόφωνα τὸ σχέδιο ποὺ θὰ ἀποτελοῦσε τὴ βάση τῆς περαιτέρω ἐπεξεργασίας. 

Τὸ σχέδιο περιλάμβανε τρεῖς ἑνότητες: τὴν ἔννοια καὶ τὶς μορφὲς τοῦ Αὐτονόμου, τὴ διαδικασία χορηγήσεώς του καὶ τὶς συνέπειες τῆς ἀνακηρύξεως. Ἡ διάρθρωση αὐτὴ διατηρήθηκε ἕως τὴν τελικὴ συνοδικὴ ἔγκριση. Ἡ αὐτονομία προσδιορίστηκε ὡς σχετικὴ ἢ μερικὴ ἀνεξαρτησία συγκεκριμένου ἐκκλησιαστικοῦ τμήματος ἔναντι τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία ἐξακολουθεῖ νὰ ἀναφέρεται κανονικά. Ἀναγνωρίστηκαν διαφορετικοὶ βαθμοὶ ἐξαρτήσεως καὶ περισσότερες μορφὲς ἐφαρμογῆς, συμπεριλαμβανομένης, σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις, τῆς συμμετοχῆς τοῦ Πρώτου τῆς Αὐτόνομης Ἐκκλησίας στὴ Σύνοδο τῆς Αὐτοκέφαλης. 

Ἡ κανονικὴ ἀναφορὰ προσδιορίζεται μὲ συγκεκριμένες πράξεις. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ Πρώτου τῆς Αὐτονόμου Ἐκκλησίας ἐγκρίνεται ἢ διενεργεῖται ἀπὸ τὸ ἁρμόδιο ὄργανο τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας. Ὁ ἴδιος μνημονεύει τὸν Προκαθήμενό της, ἐνῶ τὸ ὄνομά του δὲν καταχωρίζεται στὰ Δίπτυχα. Ἡ Αὐτόνομη Ἐκκλησία παραλαμβάνει τὸ Ἅγιο Μύρο ἀπὸ τὴν Αὐτοκέφαλη καὶ ἀσκεῖ μέσω αὐτῆς τὶς διορθόδοξες, διαχριστιανικὲς καὶ διαθρησκειακὲς σχέσεις της. Πρόκειται γιὰ διατάξεις κανονικῆς ἀναφορᾶς καὶ θεσμικῆς ἐκπροσωπήσεως, οἱ ὁποῖες δὲν καθιερώνουν διαφορετικοὺς βαθμοὺς εὐχαριστιακῆς πληρότητας.

Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ ἱεροὶ κανόνες δὲν παρέχουν ἕναν ἑνιαῖο ἄμεσο ὁρισμὸ τοῦ σύγχρονου αὐτόνομου καθεστῶτος. Ἡ ἑρμηνεία του προϋποθέτει τὶς ἀρχὲς τῆς ἐδαφικῆς δικαιοδοσίας, τῆς συνοδικῆς συγκροτήσεως καὶ τῆς σχέσεως τῶν ἐπισκόπων μὲ τὸν Πρώτο. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ Αὐτοκεφάλου καὶ Αὐτονόμου ἀφορᾶ τὴν ἔκταση τῆς διοικητικῆς αὐτοτέλειας μέσα στὴν κοινὴ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα. 

Ἡ προβλεπόμενη διαδικασία ἀρχίζει μὲ τὴν ὑποβολὴ αἰτήματος ἀπὸ τὸ ἐνδιαφερόμενο ἐκκλησιαστικὸ τμῆμα. Ἡ κανονικὴ ἁρμοδιότητα κινήσεως καὶ ὁλοκληρώσεως τῆς διαδικασίας ἀνήκει στὴν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀξιολογεῖ συνοδικὰ τὸ αἴτημα καί, ἐφόσον τὸ ἀποδεχθεῖ, ἐκδίδει Τόμο. Σὲ αὐτὸν προσδιορίζονται τὰ γεωγραφικὰ ὅρια καὶ οἱ σχέσεις τους. Ἀκολουθεῖ ἡ γνωστοποίηση πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη καὶ τὶς λοιπὲς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. Τὸ αἴτημα, συνεπῶς, δὲν γεννᾶ αὐτοδικαίως δικαίωμα ἀποκτήσεως τοῦ Αὐτονόμου.

Ἡ ἁρμοδιότητα ἐκχωρήσεως-ἀναγνωρίσεως Αὐτονόμου ἀσκεῖται ἐντὸς τῆς κανονικῆς ἐδαφικῆς δικαιοδοσίας τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας. Στὴ Διασπορὰ ἀπαιτεῖται πανορθόδοξη συναίνεση, τὴν ὁποία ἐξασφαλίζει τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Σὲ περίπτωση χορήγησης αὐτονομίας ἀπὸ δύο Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες στὴν ἴδια περιοχή, μὲ συνακόλουθη ἀμφισβήτηση, οἱ ἐμπλεκόμενες πλευρὲς ἀναφέρονται στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο γιὰ τὴν ἐξεύρεση κανονικῆς λύσεως. 

Ἡ ὁμόφωνη ἀποδοχὴ τοῦ σχεδίου τοῦ κειμένου, καὶ ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας, ἔχει ἰδιαίτερη σημασία, καθὼς περιλάμβανε καὶ αὐτὲς τὶς προβλέψεις γιὰ τὴν πανορθόδοξη τάξη καὶ τὸν συντονιστικὸ ῥόλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. 

Ἡ Ε΄ Προσυνοδικὴ Διάσκεψη τοῦ 2015

Ἡ Σύναξη τῶν Προκαθημένων στὸ Φανάρι, τὸν Μάρτιο τοῦ 2014, ἔδωσε νέα ὤθηση στὴν προετοιμασία, προβλέποντας τὴν προσυνοδικὴ ἀποδοχὴ τοῦ κειμένου περὶ Αὐτονόμου.  Τὸ σχέδιο ἐξετάστηκε στὴν Ε΄ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τοῦ Σαμπεζὺ τὸν Ὀκτώβριο 2015. Ἡ συζήτηση πραγματοποιήθηκε ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ μητροπολίτη Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα. Τὸ τελικὸ κείμενο φέρει ἡμερομηνία 15 Ὀκτωβρίου καὶ τὶς ὑπογραφὲς ὅλων τῶν ἀντιπροσωπιῶν. 

Στὸ πλαίσιο τῆς συζήτησης, ὁ τότε μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος ἐξέφρασε τὴν ἐπιφύλαξη ὅτι ἡ αὐτονομία μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ὡς προθάλαμος νέων αὐτοκεφαλιῶν καὶ ἐκκλησιαστικοῦ κατακερματισμοῦ. Ὁ μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ἱλαρίων ἀνέδειξε τὴν ποιμαντικὴ χρησιμότητα τοῦ θεσμοῦ σὲ Ἐκκλησίες μὲ διαφορετικὲς χῶρες, λαοὺς καὶ γλῶσσες. Ὁ Περγάμου διευκρίνισε ὅτι ζητούμενο ἦταν ἡ κοινὴ ῥύθμιση ἑνὸς ἤδη ἐφαρμοζόμενου θεσμοῦ: «Ἡ ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς εἶναι ἡ διορθόδοξος συμφωνία». 

Ἰδιαίτερο βάρος εἶχε τὸ ἐρώτημα τῆς δικαστικῆς ἁρμοδιότητας. Ὁ καθηγητὴς Θεόδωρος Γιάγκου τὸ διατύπωσε εὐθέως: «Οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Αὐτονόμου ἀπὸ ποῖον ὄργανον ἐκδικάζονται;». Ἡ τότε παράγραφος 3δ προέβλεπε μόνο τὴν ἐκλογὴ καὶ τὴν ἐγκατάστασή τους ἀπὸ τὸ ἁρμόδιο ὄργανο τῆς Αὐτόνομης Ἐκκλησίας. Προτάθηκαν προσθῆκες γιὰ τὴν ἐκδίκαση ἢ τὴν πρωτοβάθμια κρίση, ἐνῶ ἄλλες παρεμβάσεις παρέπεμπαν στοὺς εἰδικότερους ὅρους τοῦ Τόμου. Καμία σχετικὴ προσθήκη δὲν υἱοθετήθηκε. Τὸ ζήτημα παρέμεινε χωρὶς ῥητὴ εἰδικὴ ῥύθμιση καὶ ἐπανῆλθε στὴν Κρήτη. 

Ἡ ἐπίλυση τῶν ἐνδεχομένων διαφορῶν μεταξὺ Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν κατὰ τὴν χορήγηση αὐτονόμου καθεστῶτος ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως προκάλεσε ἐπίσης ἐκτενῆ συζήτηση. Ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ζήτησε εἰδικὴ πρόβλεψη ὅταν τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο εἶναι ἐμπλεκόμενο μέρος. Πρότεινε ἀκόμη νὰ ἀντικατασταθεῖ ἡ φράση «κατὰ τὰ πανορθοδόξως ἰσχύοντα» μὲ ἀναφορὰ στὴν «πανορθόδοξη συναίνεση». Τελικὰ δὲν ἐπέμεινε καὶ ἔτσι διατηρήθηκε ἡ πρωταρχικὴ διατύπωση. 

Παρὰ τὴν ἔκταση τῆς συζητήσεως, ὁ κανονιστικὸς κορμὸς τοῦ 2009 διατηρήθηκε οὐσιαστικὰ ἀμετάβλητος. Ἡ ἀναδιατύπωση τοῦ προοιμίου δήλωσε συνοπτικὰ τὸ νέο στάδιο: τὸ σχέδιο τῆς Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς εἶχε πλέον γίνει προσυνοδικὴ εἰσήγηση πρὸς τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο. 

Ἡ Σύναξη τῶν Προκαθημένων τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2016

Στὴ Σύναξη τῶν Προκαθημένων στὸ Σαμπεζύ, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2016, ἀποτυπώθηκε ἡ διαφορετικὴ πορεία τοῦ Αὐτονόμου καὶ τοῦ Αὐτοκεφάλου. Ὁ Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος ἀναγνώρισε τὴ συμφωνία γιὰ τὸ Αὐτόνομο, διευκρινίζοντας: «Ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Αὐτοκεφάλου δὲν ὑπάρχει συμφωνία». Ἡ σύνδεση τῶν δύο θεμάτων παρέμεινε μόνο στὸ προηγούμενο προπαρασκευαστικὸ στάδιο. 

Τὸ ἀνακοινωθὲν τῆς Συνάξεως περιέλαβε τὸ Αὐτόνομο στὰ ἕξι θέματα ποὺ θὰ ὑποβάλλονταν στὴ Σύνοδο καὶ προέβλεψε τὴ δημοσίευση τῶν ἐγκεκριμένων κειμένων. Ἡ πανορθόδοξη προσυνοδικὴ συμφωνία εἶχε ἑπομένως ὁλοκληρωθεῖ. Ἀπέμενε ἡ ἐξέταση ἀπὸ τὸ συνοδικὸ σῶμα, τὸ ὁποῖο διατηροῦσε τὴν εὐθύνη τῆς τελικῆς κρίσεως. 

Ἡ συνοδικὴ συζήτηση καὶ οἱ τροποποιήσεις στὴν Κρήτη

Τὸ Αὐτόνομο ἐξετάστηκε τὸ πρωὶ τῆς 22ας Ἰουνίου 2016, στὴν ἕκτη συνεδρία τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Ἡ συζήτηση ἐπικεντρώθηκε στὴν προστασία ὑφιστάμενων καθεστώτων, στὶς κανονικὲς προϋποθέσεις τῆς χορήγησης, στὴ δικαστικὴ ἁρμοδιότητα ἐπὶ τῶν ἐπισκόπων καὶ στὴ σχέση Διασπορᾶς καὶ ἱεραποστολῆς. 

Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι στὸ κείμενο, ἡ ὁποία ἐκφράστηκε μὲ δύο τροποποιητικὲς προτάσεις, ποὺ συνδύαζαν τὴ διαφύλαξη συγκεκριμένου ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος μὲ γενικότερες κανονικὲς ἐπιφυλάξεις. Ἡ πρώτη, στὴν παράγραφο 2α, ἀποσκοποῦσε στὴ ῥητὴ προστασία τοῦ ἰδιότυπου καθεστῶτος τῶν μητροπόλεων τῶν Νέων Χωρῶν, οἱ ὁποῖες ἀνήκουν στὴν κανονικὴ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τελοῦν ὑπὸ τὴν ἐπιτροπικὴ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σύμφωνα μὲ τὴν Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξη τοῦ 1928. Ἡ δεύτερη, στὴν παράγραφο 2β, ἀφοροῦσε τὸν προβλεπόμενο τρόπο ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτονόμου καὶ τὶς ἐνδεχόμενες συνέπειές του γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ ἑνότητα τῶν Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν. Ἡ εἰδικὴ πρόταση γιὰ τὶς Νέες Χῶρες δὲν ἐνσωματώθηκε τελικὰ στὸ συνοδικὸ κείμενο, καθὼς ἡ σχετικὴ ἀνησυχία ἀντιμετωπίστηκε μὲ τὴν ἐπίσημη διαβεβαίωση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ἐνώπιον τῆς Συνόδου ὅτι οὔτε εἶχε διανοηθεῖ οὔτε ἐπρόκειτο νὰ ἐπιδιώξει μεταβολὴ τοῦ καθεστῶτος τους ἢ παραχώρηση αὐτονομίας στὶς Νέες Χῶρες. 

Ἡ πρώτη οὐσιαστικὴ τροποποίηση ἀφοροῦσε τὴν παράγραφο 2α. Ὕστερα ἀπὸ παρέμβαση τοῦ μητροπολίτη Προικοννήσου Ἰωσήφ, στὶς «ἐκκλησιαστικὰς καὶ ποιμαντικὰς προϋποθέσεις» γιὰ τὴν χορήγηση Αὐτονόμου προστέθηκε τὸ «κανονικάς». Ἡ τελικὴ διατύπωση ἀπαιτεῖ ἑπομένως ἐκκλησιαστικές, κανονικὲς καὶ ποιμαντικὲς προϋποθέσεις. Μὲ τὴν προσθήκη αὐτὴ ὑπογραμμίζεται ἡ κανονικὴ τάξη ὡς sine qua non προϋπόθεση τῆς ἀξιολόγησης τοῦ αἰτήματος. 

Ἡ πρόταση συνδέθηκε μὲ τὴν ἐπίκληση κανόνων γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς περιφέρειες καὶ τὶς μεταβολὲς τῆς πολιτικῆς διοικήσεως. Ὁ Περγάμου Ἰωάννης καὶ ἄλλοι σύνεδροι ἐπισήμαναν τὸν κίνδυνο νὰ ἑρμηνευθεῖ αὐτὴ ἡ σύνδεση ὡς αὐτόματη προσαρμογὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀργανώσεως σὲ κάθε κρατικὴ μεταβολή. Ὁ ὅρος «κανονικάς» ἐγκρίθηκε, χωρὶς νὰ ἀναχθοῦν ὅλες οἱ ἐπιμέρους αἰτιολογήσεις σὲ ἱεροὺς κανόνες ἢ κανονικὲς διατάξεις. Ἡ κανονικὴ κρίση παρέμεινε εὐθύνη τοῦ ἁρμόδιου συνοδικοῦ ὀργάνου.

Ἡ δεύτερη τροποποίηση ἀφοροῦσε τὴν παράγραφο 3δ. Ὁ Προικοννήσου ἐπανέφερε τὸ ζήτημα τῆς δίκης τῶν ἐπισκόπων καὶ ὁ Περγάμου πρότεινε τὴν προσθήκη «κρίνονται». Τὸ «ἐκλέγονται καὶ καθίστανται» ἔγινε «ἐκλέγονται, καθίστανται καὶ κρίνονται» ἀπὸ τὸ ἁρμόδιο ἐκκλησιαστικὸ ὄργανο τῆς Αὐτόνομης Ἐκκλησίας. Διατηρήθηκε ἡ ἐπικουρία τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας σὲ περίπτωση βεβαίας ἀδυναμίας τῆς Αὐτόνομης. Ἔτσι, ἕνα ἐρώτημα ποὺ εἶχε τεθεῖ τὸ 2015 ἀπέκτησε ῥητὴ κανονικὴ ἀπάντηση. 

Ἡ προσθήκη ἀναγνωρίζει τὴν ἁρμοδιότητα κρίσεως τῶν ἐπισκόπων τῆς Αὐτόνομης Ἐκκλησίας, χωρὶς νὰ συνιστᾶ πλήρη ῥύθμιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικονομίας της. Παρότι συζητήθηκαν ζητήματα ἐφέσεως καὶ συνδρομῆς τῆς μητέρας Ἐκκλησίας, δὲν καθορίστηκαν ἀναλυτικὰ οἱ βαθμοὶ δικαιοδοσίας οὔτε ἡ διαδικασία τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς. 

Ἡ συζήτηση γιὰ τὴ Διασπορὰ ἀνέδειξε ἕνα βαθύτερο ἐκκλησιολογικὸ ἐρώτημα. Μὲ ἀφορμὴ τὴν οὕτω καλουμένη Αὐτόνομη Ἐκκλησία τῆς Ἰαπωνίας ὑπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας, ὁ Ἀλβανίας Ἀναστάσιος παρατήρησε: «Δι’ ἐμέ, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἰαπωνίας δὲν εἶναι Διασπορά». Ἀνέδειξε τὴ συγκρότηση κατὰ τόπον Ἐκκλησίας μὲ γηγενῆ στελέχη καὶ τοπικὴ γλῶσσα. Ὁ Περγάμου τόνισε τὴν ἀνάγκη σαφοῦς κανονικῆς ἀναφορᾶς καὶ ἀποφυγῆς παράλληλων δικαιοδοσιῶν, ἐνῶ οἱ Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἀλεξανδρείας ὑπογράμμισαν τὴν τήρηση τῆς κανονικῆς τάξεως στὴν ἱεραποστολή. Ἡ διάκριση μεταξὺ μεταναστευτικῆς διασπορᾶς καὶ νέας ἐκκλησιαστικῆς συγκροτήσεως τέθηκε μὲ σαφήνεια, χωρὶς νὰ μεταβληθεῖ ἡ παράγραφος 2ε. 

Κλείνοντας τὴ συνεδρία, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης διατύπωσε τὴν τελικὴ ἀποδοχή: «Μὲ τὰς δύο αὐτὰς μικρὰς προσθήκας, νομίζω ὅτι υἱοθετοῦμεν τὸ κείμενον». Ἂν καὶ εὐσύνοπτες, οἱ προσθῆκες αὐτὲς ἦταν οὐσιώδεις γιὰ τὴν κανονική του ἀκρίβεια. Μαζὶ μὲ τὴν ἀναδιατύπωση τοῦ προοιμίου, στὸ ὁποῖο φορέας τῆς ἀποφάσεως εἶναι πλέον ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος, ὁλοκλήρωσαν τὴ μετάβαση ἀπὸ τὸ προπαρασκευαστικὸ σχέδιο στὴ συνοδικὴ ἔγκριση. Οἱ λοιπὲς ῥυθμίσεις, ἰδίως γιὰ τὸν Τόμο, τὰ Δίπτυχα, τὸ Ἅγιο Μύρο, τὴ Διασπορὰ καὶ τὴν ἐπίλυση ἀμφισβητήσεων, διατηρήθηκαν. 

Ἐκκλησιολογικὴ ἀποτίμηση καὶ κριτικὰ ἐρωτήματα

Τὸ Αὐτοκέφαλο ἀποτελεῖ τρόπον ὑπάρξεως τῶν κατὰ τόπους Ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν ἐν πλήρει κοινωνίᾳ. Ἡ διοικητικὴ αὐτοτέλεια κάθε Ἐκκλησίας ἀποβλέπει στὴ διαφύλαξη τῆς ἰδιαίτερης συνοδικῆς της συγκροτήσεως καὶ συγχρόνως στὴ διατήρηση τῆς κανονικῆς καὶ εὐχαριστιακῆς κοινωνίας μὲ τὶς λοιπὲς ἀδελφὲς Ἐκκλησίες. Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτή, τὸ Αὐτοκέφαλο ἀποτελεῖ μορφὴ κοινωνίας. Τὸ αὐτοκέφαλο δὲν εἶναι μορφὴ ἀνεξαρτησίας μιᾶς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς ἄλλες, ἀλλὰ ἔκφραση τῆς διακριτικῆς ἑνότητας καὶ τῆς ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως ὑφισταμένης ἀλληλοπεριχωρήσεως μεταξύ τους. Ἡ ἰδιαίτερη κανονικὴ ταυτότητα κάθε Ἐκκλησίας διατηρεῖται μέσα στὴν ἀμοιβαία κοινωνία, εἶναι πάντοτε σχεσιακή, χωρὶς νὰ ἀπορροφᾶται καὶ χωρὶς νὰ ἀπομονώνεται ἢ ἀποξενώνεται.

Ἀντίστοιχα, τὸ Αὐτόνομον ἀποτελεῖ τρόπον ὑπάρξεως καὶ ὀργανώσεως ἑνὸς τμήματος μιᾶς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας. Σκοπός του εἶναι ἡ διαφύλαξη τῆς ἑνότητας καὶ τῆς κοινωνίας σὲ δύο ἀλληλένδετα ἐπίπεδα: πρῶτον, στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας, μὲ τὴν ἀναγνώριση συγκεκριμένης διοικητικῆς αὐτοτέλειας σὲ κάποιο τμῆμα τῆς κανονικῆς δικαιοδοσίας της. Δεύτερον, στὶς σχέσεις της μὲ τὶς λοιπὲς κατὰ τόπους Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. Τὸ Αὐτόνομο, ἑπομένως, ὀφείλει νὰ ὑπηρετεῖ τὴ συνοδικὴ ζωὴ καὶ τὴν ποιμαντικὴ εὐθύνη τοῦ συγκεκριμένου ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, διατηρώντας τὴν κανονικὴ ἀναφορά του στὴ μητέρα Ἐκκλησία.

Στὸ πλαίσιο αὐτό, ἡ Αὐτόνομη Ἐκκλησία ἐκφράζεται στὶς διορθόδοξες καὶ διαχριστιανικὲς σχέσεις της μέσω τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν ὁποία ἔλαβε τὴν αὐτονομία της, σύμφωνα μὲ τὴν παράγραφο 2δ τοῦ συνοδικοῦ κειμένου. Ἡ πρόβλεψη αὐτὴ ῥυθμίζει τὴ θεσμικὴ ἐκπροσώπηση καὶ τὴν κανονικὴ ἔκφραση τῶν σχέσεών της.

Ἡ ἐκκλησιολογικὴ αὐτὴ θεώρηση παρέχει καὶ τὸ κριτήριο γιὰ τὴν ὀρθὴ ἀποτίμηση τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ. Ὅταν τὸ Αὐτόνομο χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴ διατήρηση σφαιρῶν ἐπιρροῆς, τὴν ἐξυπηρέτηση πολιτικῶν σχεδιασμῶν ἢ τὴν ἀναπαραγωγὴ αὐτοκρατορικῶν ἢ μεγαλοϊδεατικῶν ἀντιλήψεων, τότε ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν ἐκκλησιολογικό του σκοπό. Ἀνάλογη ἀλλοίωση ἐπέρχεται ὅταν ἡ διοικητικὴ αὐτοτέλεια ἐκλαμβάνεται ὡς «ἀπόλυτος αὐτοκεφαλισμός» ἢ «αὐτονομισμός», σύμφωνα μὲ τὴ εὔστοχη παρατήρηση τοῦ καθηγ. Ἰωάννου Καρμίρη . Τὸ κρίσιμο ἐρώτημα εἶναι ἐὰν οἱ δικαιοδοσιακὲς ῥυθμίσεις ὑπηρετοῦν τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία ἢ ἐὰν ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία θυσιάζεται στὸν βωμὸ ἰδιαίτερων δικαιοδοσιακῶν ἀξιώσεων.

Ὑπὸ τὸ ἴδιο πρίσμα πρέπει νὰ ἀποτιμηθεῖ καὶ ἡ μὴ ἔνταξη τοῦ Αὐτοκεφάλου στὸ τελικὸ θεματολόγιο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, καθὼς δὲν εἶχε ὁλοκληρωθεῖ ἡ πανορθόδοξη συμφωνία γιὰ τὸν τρόπο ἀνακηρύξεώς του. Ἡ ἐκκρεμότητα αὐτὴ θέτει ἕνα βαθύτερο κανονικὸ καὶ ἐκκλησιολογικὸ ἐρώτημα: μήπως ἡ ἀδυναμία συμφωνίας ἀποκαλύπτει καὶ μία μορφὴ «κανονοφοβίας», δηλαδὴ δισταγμὸ ἀπέναντι στὴν ὑπαγωγὴ τῶν ἐπιμέρους δικαιοδοσιακῶν ἀξιώσεων σὲ κοινὴ καὶ δεσμευτικὴ συνοδικὴ ῥύθμιση, πηγάζουσα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν κανονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας; 

Ἐδῶ τίθενται καὶ ὁρισμένες ἄλλες ἐρωτήσεις ἀναφορικὰ μὲ τὸ συνοδικὸ κείμενο.

Τὸ κείμενο διακρίνει τοὺς δύο Πρώτους καὶ ἐπιβάλλει στὸν Πρώτο τῆς Αὐτόνομης νὰ μνημονεύει μόνο τὸν Προκαθήμενο τῆς Αὐτοκέφαλης. Εἶναι ὅμως ὁ Πρώτος τῆς Αὐτοκέφαλης συγχρόνως Πρώτος τῆς Αὐτόνομης Ἐκκλησίας; Ἐπιτρέπεται ἐκκλησιολογικὰ ἡ διπλὴ μνημόνευση ἐκ μέρους τῶν μελῶν τῆς Ἱεραρχίας τῆς Αὐτόνομης Ἐκκλησίας; 

Τέλος, ποιὰ συνοδικὴ συγκρότηση προϋποθέτει ἡ αὐτονομία; Ἡ θέση ὅτι δὲν ὑπάρχει αὐτονομία χωρὶς Ἱεραρχία ἐκφράζει, στὴν ἐκκλησιολογική μας ἀποτίμηση, τὴν ἀνάγκη ἐνεργοῦ ἐπισκοπικοῦ σώματος καὶ πραγματικῆς ἀσκήσεως συνοδικῶν ἁρμοδιοτήτων. Οἱ προβλέψεις περὶ ἐκλογῆς, ἐγκαταστάσεως καὶ κρίσεως τῶν ἐπισκόπων παραπέμπουν σὲ αὐτὴ τὴ συγκρότηση, χωρὶς τὸ κείμενο νὰ ὁρίζει ἐλάχιστο ἀριθμὸ ἐπισκόπων. Ἡ ἐπικουρία τῆς μητέρας Ἐκκλησίας θεραπεύει συγκεκριμένη ἀδυναμία, δὲν ἀναιρεῖ, ὡστόσο, τὴν ἀνάγκη συνοδικῆς λειτουργίας τῆς Αὐτόνομης Ἐκκλησίας. Ὁ τρόπος ἀσκήσεώς της, ὅπως καὶ οἱ δικαστικὲς διαδικασίες, χρειάζονται σαφέστερη ἀποτύπωση στοὺς Τόμους καὶ στὴν περαιτέρω συνοδικὴ ἐπεξεργασία. 

Τέλος, ἡ διατύπωση τῆς παραγράφου 2α τοῦ συνοδικοῦ κειμένου θέτει ἕνα ζήτημα ὀρολογικῆς ἀκρίβειας: ἡ ζητοῦσα τὴν αὐτονομία χαρακτηρίζεται ὡς «τοπικὴ Ἐκκλησία», χωρὶς νὰ διευκρινίζεται τὸ ἐκκλησιολογικὸ περιεχόμενο τοῦ ὅρου. Ἐφόσον διακρίνουμε τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία, ὡς ἐπισκοπικὴ εὐχαριστιακὴ κοινότητα, ἀπὸ τὴν κατὰ τόπον Ἐκκλησία, ὡς συνοδικὴ ἑνότητα περισσότερων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ὁ δεύτερος ὅρος ἀποδίδει ἀκριβέστερα τὴν αὐτόνομη συνοδικὴ συγκρότηση. Τὸ Αὐτόνομο προσδιορίζει τὸ κανονικὸ καθεστὼς καὶ τὴ διοικητικὴ αὐτοτέλεια αὐτοῦ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, διατηρώντας τὴν ἀναφορά του στὴν οἰκεία Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία. Ὑπὸ αὐτὴ τὴν διάκριση τῆς ὁρολογίας, ἡ χρήση τοῦ χαρακτηρισμοῦ «κατὰ τόπον» θὰ καθιστοῦσε ἴσως σαφέστερη τὴ σχέση μεταξὺ ἐπισκοπικῆς πληρότητας καὶ περιφερειακῆς συνοδικῆς ὀργανώσεως.

Συμπεράσματα καὶ προοπτικές

Ἡ πορεία ἀπὸ τὸ 2009 στὸ 2015 καὶ κατόπιν στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο δείχνει ὅτι ἡ συνοδικὴ ἔγκριση στηρίχθηκε σὲ μακρὰ προσυνοδικὴ συναίνεση, χωρὶς νὰ περιοριστεῖ σὲ ἁπλὴ ἐπικύρωση. Οἱ προσθῆκες «κανονικάς» καὶ «κρίνονται» ἐνίσχυσαν τὴν κανονικὴ ὑποστύλωση τοῦ κειμένου. 

Τὸ κείμενο παρέχει κοινὸ πλαίσιο, ἀναγνωρίζοντας τὴν ποικιλία τῶν μορφῶν κανονικῆς ἀναφορᾶς καὶ ἀναθέτοντας στὸν Τόμο τὴν εἰδικότερη ῥύθμιση. Ἡ αὐτονομία ἔχει αὐτοτελῆ ποιμαντικὸ σκοπὸ καὶ δὲν καθιερώνεται ὡς προθάλαμος πρὸς τὴν αὐτοκεφαλία. Ἡ ἐφαρμογή της ἀπαιτεῖ ἀκρίβεια καὶ συνοδικὴ εὐθύνη, ὥστε ἡ ποιμαντικὴ προσαρμογὴ νὰ ὑπηρετεῖ τὴν κοινὴ πανορθόδοξη κανονικὴ τάξη. Γιὰ τὴν ἱστορικὴ ἀποτίμηση πρέπει ἐπίσης νὰ διακρίνονται ἡ προσυνοδικὴ συμφωνία ὅλων τῶν ἀντιπροσωπιῶν, ἡ ἔγκριση ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης, στὴν ὁποία δὲν συμμετεῖχαν τέσσερις Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, καὶ ἡ μεταγενέστερη (ἐνδεχόμενη) πρόσληψη τῶν ἀποφάσεών της. 

Δέκα χρόνια μετά, τὸ οὐσιῶδες κριτήριο παραμένει ἐκκλησιολογικό. Ἡ αὐτονομία δὲν δικαιώνεται ἁπλῶς ἐπειδὴ αὐξάνει τὴ διοικητικὴ εὐχέρεια ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ τμήματος. Δικαιώνεται ὅταν ἐνισχύει τὴ συνοδική του ζωὴ καὶ διαφυλάσσει τὴν κοινωνία του μὲ τὴ μητέρα Ἐκκλησία καί, μέσω αὐτῆς, μὲ τὴν καθ’ ὅλου Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τὸ Αὐτοκέφαλο καὶ τὸ Αὐτόνομο ἐκπληρώνουν τὸν σκοπό τους ὡς τρόποι κοινωνίας, ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι ἡ διακριτὴ ἐκκλησιαστικὴ συγκρότηση ἐκφράζει καὶ πραγματώνει τὴν ἑνότητα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.