Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2018

ΓΙΑ ΤΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΕΡΙ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ



Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ρωσίας εξέδωσε ανακοινωθέν, με αφορμή «την εμβολή», όπως σημειώνει, «του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στο κανονικό έδαφος της Εκκλησίας της Ρωσίας». 
Στο ανακοινωθέν αυτό επιχειρείται μια «αναίρεση» των κανονικών πράξεων της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, η οποία δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να αρχίσει την αποκατάσταση της κανονικότητας στην Ουκρανία. 
Η Ρωσική ιεραρχία χαρακτηρίζει «άνομες» και «μονομερείς» της αποφάσεις της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου κι ακόμα «θεωρεί καθήκον της να προβεί στην προστασία των θεμελιωδών αρχών της Ορθοδοξίας, στην προστασία της Ιεράς Παραδόσεως της Εκκλησίας, που υποκαθίστανται από νέες και ξένες διδασκαλίες περί της οικουμενικής κυριαρχίας του πρώτου εκ των Προκαθημένων.» 
Άλλαις λέξεσι η Ρωσική Εκκλησία θεωρεί εαυτήν «θεματοφύλακα της πίστεως» που …χάνεται εξαιτίας (sic) του Οικουμενικού Πατριάρχου! 
Δεν έχει νόημα η «αναίρεση» των επιχειρημάτων της Ρωσικής Εκκλησίας, αλλά χάριν της ιστορίας προβαίνουμε σε κάποιες ειδικές επισημάνσεις – αν και δεν το συνηθίζουμε - με αφορμή τις σχετικές αναφορές του Ρωσικού ανακοινωθέντος. 
Και ας εστιάσουμε πρώτα στην Έκκλητο προσφυγή του μητροπολίτου πρώην Κιέβου Φιλαρέτου, ο οποίος θεωρείται και το «κόκκινο πανί» για την Εκκλησία της Μόσχας. 
Το 1663 ο κλήρος της Ρωσικής Εκκλησίας υπέβαλε κανονικά ερωτήματα στους τέσσερις Πατριάρχες της Ανατολής και έλαβε από αυτούς τις αρμόδιες απαντήσεις (Νομική Συναγωγή 353-358 και Κανονικαί Διατάξεις Μ. Γεδεών Τόμος Α' 341-366). Στην όγδοη ερώτηση (κεφ. Η΄) ρωτούν αν στον Κωνσταντινουπόλεως επαφίεται η κρίση των άλλων Εκκλησιών και αν από εκείνον λαμβάνει πέρας κάθε εκκλησιαστική υπόθεση. 
Η απάντηση των τεσσάρων Πατριαρχών Διονυσίου Γ΄ Κωνσταντινουπόλεως, Παϊσίου Αλεξανδρείας, Μακαρίου Αντιοχείας, και Νεκτάριου Ιεροσολύμων, ήταν σαφής και καταλήγει με τη γνώμη του Βαλσαμώνος: «μη είναι τα περί του Πάπα ορισθέντα ειδικά τούτου και μόνου προνόμια, αλλ’ εξυπακούεσθαι και εις τον Κωνσταντινουπόλεως• ήδη δε απορραγέντος του Επισκόπου Ρώμης από της Καθολικής Εκκλησίας, μόνον εις τον Οικουμενικόν αναφέρεται Θρόνον.» 


Οι ερωταποκρίσεις αυτές αποτελούν «Τόμο» και εκφράζουν την ζώσα εμπειρία και πράξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας σχετικά με την προνομία - ευθύνη της Εκκλήτου του Κωνσταντινουπόλεως. 
Η ερμηνεία που χρησιμοποιείται στο ανακοινωθέν από τον κατά τα άλλα διαπρεπή Κανονολόγο Ζωναρά, αλλά και τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ασφαλώς και χρησιμοποιήθηκε για την μονομερή θεώρηση αυτού του τόσο σημαντικού ζητήματος, ενώ είναι πλέον ή βέβαιον ότι πάσχει στο περιεχόμενο της, καθώς ο ερμηνευόμενος Κανόνας expressis verbis, με ευκρίνεια αναφέρει τον Θρόνο του Κωνσταντινουπόλεως και δεν εννοεί ότι είναι μόνο για την δικαιοδοσία του, αλλιώς θα ανέφερε ονομαστικά και τους άλλους Πατριάρχες. 
Εξ άλλου η περίπτωση του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη δικαιολογείται επειδή σε εκείνα τα χρόνια της αμάθειας των πολλών περί τα εκκλησιαστικά, μπορούσε να παρερμηνευθεί η ευθύνη αυτή και του Ρώμης, καθώς η εποχή διακρινόταν για την επιφυλακτική στάση απέναντι στη Δύση. Ο άγιος Νικόδημος γράφει με τέτοιο πνεύμα όχι προς καταφρόνηση της Μητρός Εκκλησίας, το εγκώμιο της οποίας πλέκει στην εισαγωγή του στο Πηδάλιο. 
Ασφαλώς και η Οικουμενική Σύνοδος η συγκαλουμένη υπό του Κωνσταντινουπόλεως, του Ρώμης εν σχίσματι όντος, διατηρεί το ανώτατο κανονικό δικαίωμα και θα κρίνει την Πατριαρχική αξία των λοιπών Πατριαρχείων που προέκυψαν από το Κανονικό έδαφος του Κωνσταντινουπόλεως όπως είναι η Εκκλησία Ρωσίας, Σερβίας κοκ. 
Η Εκκλησία της Ρωσίας, η οποία ανέκαθεν εποφθαλμιούσε τα προνόμια αυτά του Κωνσταντινουπόλεως, καλό θα ήταν να λάβει υπ’ όψιν της μία σημαντική μελέτη του διαπρεπούς Καθηγητού A. Kartaschoff, όπου μπορεί να εντοπίσει κανείς πολλά παραδείγματα για την ανάγκη του Εκκλήτου και για τη χρήση του προ και μετά την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο και μάλιστα από όλες τις Τοπικές Εκκλησίες (Ορθοδοξία, Τόμος ΚΓ’, 1948). Ίσως θα έπρεπε και ο μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ, ως νομομαθής που είναι, να εντρυφήσει περισσότερο στην προνομία του Εκκλήτου, ώστε να μην γράφει ότι «κανονικό δικαίωμα ἐπανεξετάσεως τῆς ὑποθέσεως τοῦ Μοναχοῦ Φιλαρέτου Ντενισένκο μετά τίς ἀποφάσεις τῆς τελείας Πατριαρχικῆς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἔχει μόνον ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος». Και βέβαια το ερώτημα είναι ποια Οικουμενική Σύνοδος, γιατί ο Πειραιώς Σεραφείμ έχει στο μυαλό του μια «δική του» Οικουμενική Σύνοδο, λόγω της γνωστής προκρούστειας λογικής του. 
Όσον αφορά στην άρση της Πατριαρχικής Πράξης Διονυσίου Δ΄ του Οικουμενικού Πατριάρχου, ας θυμίσουμε στους αδελφούς Ρώσους τα εξής: 
1. Δεν επικύρωνε ο Διονύσιος Δ΄ την ανάθεση της Μητροπόλεως Κιέβου στον Μόσχας, αλλά μόνο τη χειροτονία, του από την κληρικολαϊκή εκλεγέντος Κιέβου. 
2. Δεν είναι κομψό να αναφερθούμε στο πώς αναγκάστηκε ο Πατριάρχης Διονύσιος Δ΄, ο Οικουμενικός Πατριάρχης - όλο το ξεχνούν οι αδελφοί Ρώσοι όταν αναφέρονται στην πηγή της εκκλησιαστικής υπόστασης τους - να υπογράψει αυτήν την επιστολή. Ακόμη και τον Σουλτάνο έπεισε η «Αγία Ρωσία» να πιέσει τον αοίδιμο Προκαθήμενο, ενώ κατά τα αλλά ενοχλείται διότι μια Εκκλησία που εδρεύει σε ισλαμικό έδαφος (sic) εκδίδει τέτοιες ιεροκανονικές πράξεις. 
3. Το καθεστώς που δημιουργούσε η επιστολή αυτή ήταν από κάθε άποψη αντίθετο με την ακρίβεια των Ιερών Κανόνων, αλλά διαφαίνεται ότι για λόγους ανάγκης ο αοίδιμος προέβη στο διάβημα αυτό. Όμως δεν ξεχώρισε το μνημόσυνο του Κωνσταντινουπόλεως κι έτσι έδειχνε στους μεταγενέστερους την ανάγκη να το αλλάξουν αυτό στον κατάλληλο καιρό. 
4. Αλίμονο αν δεν μπορούσε η εκδούσα αρχή να αναιρέσει μια δική της πράξη ή ένα Τόμο, ανάλογα με τις περιστάσεις! Το Φανάρι – αν και σε ισλαμικό έδαφος! - πάντοτε αφουγκράζεται τις σύγχρονες ανάγκες. Πόσες Εκκλησίες συγχωνεύτηκαν και αναδείχτηκαν σε όλους αυτούς τους αιώνες. Ακόμη και το Πατριαρχείο της Ρωσίας μετατράπηκε σε συνοδική Εκκλησία και επανήλθε, πάλι με ενέργειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου. 
5. Ο ιζ’ Κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής που παραθέτετε, άγιοι Συνοδικοί της Ρωσικής Εκκλησίας [«Τὰς καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἀγροικικὰς παροικίας, ἢ ἐγχωρίους, μένειν ἀπαρασαλεύτους παρὰ τοῖς κατέχουσιν αὐτὰς ἐπισκόποις, καὶ μάλιστα εἰ τριακονταετῆ χρόνον ταύτας ἀβιάστως διακατέχοντες ᾠκονόμησαν»], μάλλον σας καταδικάζει και δεν σας δικαιώνει! Πού είναι το «αβιάστως;». Αρκεί να δει κανείς όλη την πολιτική που εφαρμόζετε τόσα χρόνια επηρεασμένοι ασφαλώς από το καθεστώς. Δεν υπήρχε θέμα διαφωνίας ως προς το ιεροκανονικό καθεστώς του Κιέβου. Ανήκε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ακόμη και όταν το 1415 εγκαινιάσθηκε ο χωρισμός του από τη Μόσχα, καθώς ήδη ο Κιέβου Μιχαήλ ήταν «και πάσης Ρωσίας». Δεν ακολούθησε το Κίεβο τη διάσπαση, αλλά έμεινε εξαρτημένο από τον Κωνσταντινουπόλεως. 
6. Στον ρκγ’ Κανόνα της εν Καρθαγένη που αναφέρεστε [«Ὁμοίως ἤρεσεν, ἵνα, ἐάν τις μετὰ τοὺς νόμους, τόπον τινὰ πρὸς τὴν καθολικὴν ἑνότητα μεταστρέψῃ, καὶ τοῦτον ἐπὶ τριετίαν μηδενὸς ἀναζητοῦντος κατάσχῃ, τοῦ λοιποῦ παρ᾽ αὐτοῦ μὴ ἀναζητηθῇ, ἐὰν μέντοι ἐντὸς τῆς αὐτῆς τριετίας ὑπῆρχεν ἐπίσκοπος ὁ ὀφειλῶν ἀναζητῆσαι, καὶ ἡσύχασεν»], ο «τις» στην περίπτωση αυτή είναι ο ίδιος ο εκδώσας μια εκκλησιαστική Πράξη και όχι κάποιος τρίτος. 
7. Τα όρια της τότε Μητροπόλεως Κιέβου καλό είναι να μην τα αγγίζετε διότι από εκείνη τη δικαιοδοσία προέκυψαν και άλλες αυτοκέφαλες Εκκλησίες από το Φανάρι όπως της Πολωνίας, στον Τόμο της οποίας γίνεται ρητή αναφορά στην επαρχία Κιέβου, αλλά και ο Σίλβεστρος Κιέβου εξελέγη από Μοχιλέβης της Λευκής Ρωσσίας, Ορσίας και Μιρλαβίας. Εδώ υπενθυμίζουμε τις εμφύλιες διαμάχες που ακολούθησαν τον θάνατό του, όταν πίεζαν τον Κιέβου Διονύσιο να δεχθεί να είναι υπό τον Μόσχας και δεν το δεχόταν. 
8. Γιατί στο Σύνταγμα που ετοίμαζαν οι εν Κιέβω δήλωναν με τέτοια παρρησία ότι θέλουν να είναι πάντοτε υπό τον Κωνσταντινουπόλεως, λίγα χρόνια μάλιστα μετά την υπογραφή της Πράξης από Διονύσιο Δ΄; 
Ο Πρωτοσυγκελλεύων του Πατριαρχείου Μόσχας, μητροπολίτης Αγίας Πετρουπόλεως και Λάντογκας Βαρσανούφιος, ο οποίος πραγματοποίησε τον Σεπτέμβριο προσκύνημα στου Αγίους Τόπους, μας είπε από εκεί ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο «μετά την επανάσταση μας άρπαξε τη Φινλανδία, την Πολωνία, πρόσφατα δε και την Εσθονία, και τώρα πλέον αγωνίζεται να αποσπάσει την Ουκρανία». Θεωρεί δηλ. πως το Οικουμενικό Πατριαρχείο έκανε λάθος που «άρπαξε» την Πολωνία από την Ρωσία και την έκανε αυτοκέφαλη Εκκλησία; Αυτή είναι η άποψη της Ρωσίας για την αυτοκεφαλία της Πολωνίας; 
Πώς να χαρακτηρίσει κανείς, σεβαστοί πατέρες της Ρωσικής Εκκλησίας, την αντικανονική – τουλάχιστον! - προτροπή και εντολή σας προς ανά την οικουμένη Ρώσους αδελφούς να μη κοινωνούν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο; Αν είχατε βαθιά κανονική συνείδηση και υγιή θα ξέρατε ότι σε κάθε τόπο υπάρχει ένας επίσκοπος και δεν θα είχατε γεμίσει τη διασπορά με επισκόπους οι οποίοι φέρουν τίτλους των περιοχών που ανήκουν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Αλλά και στον νεοζηλωτισμό της Ελλάδος έχετε ανάμειξη, με όλους αυτούς που σας νομίζουν για «στύλους» της Ορθοδοξίας. Είναι δικό σας δημιούργημα για να υπονομευθεί η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, ανεπιτυχώς ευτυχώς. Παραβλέπουν βέβαια όλοι αυτοί την σιωπηλή οδηγία που έχετε δώσει στους φοιτητές σας στην Δύση να κοινωνούν από την όστια και όχι στον ορθόδοξο ναό υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Δεν σχολιάζουμε βέβαια τις αλλεπάλληλες συνεννοήσεις με τον Πάπα όπου προσπαθείτε να έχετε δική σας, απευθείας ατζέντα. Σας ενοχλεί ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχει ίσα πρεσβεία τιμής με τον Ρώμης και όχι εσείς! Και αυτό το έλλειμμα θέλετε να το αναπληρώσετε με την κοσμική ισχύ και τις υπόγειες συνεννοήσεις. 
Όλα τα παραπάνω οι ελλαδίτες νεοζηλωτές τύπου μητροπολίτου Κυθήρων Σεραφείμ, που ρίχνουν νερό στο μύλο της Μόσχας με την φιλορωσική στάση τους – γι’ αυτό και αναδημοσιεύει τα κείμενά τους η Ρωσική Εκκλησία – τα αγνοούν, καθώς δεν γνωρίζουν την πραγματική πραγματικότητα. Ζουν στην δική τους φαντασιακή. 
Το γεγονός είναι ένα: Το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνεχίζει να μνημονεύει τον Πατριάρχη Μόσχας, δεν έχει διακόψει την κοινωνία του με την Εκκλησία της Ρωσίας ούτε απαγορεύει την είσοδο στο Άγιον Όρος ή οπουδήποτε αλλού στα όρια της δικαιοδοσίας του, σε ρώσους προσκυνητές. Οι ανάλογες απαγορεύσεις μας γυρίζουν σε εποχές σταλινικές… Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν γνωρίζει τέτοιες τακτικές.