Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2022

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΤΗΣ ΑΣΙΖΗΣ ΕΝΑΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

Παναγιώτης Υφαντής, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ
Φραγκίσκος της Ασίζης
Ένας μάρτυρας της ειρήνης
1.Εισαγωγικά
            Μια συμβατική ανάπτυξη του θέματος θα τόνιζε πως ο Φραγκίσκος της Ασίζης (1181/2-1224) ήταν ένας διαπρύσιος και αδιάκοπος κήρυκας της ειρήνης, της αποφυγής των συγκρούσεων και της απόρριψης της βίας, με αποτέλεσμα να αναδειχθεί σε ένα καθολικώς αναγνωρισμένο πρόδρομο των σύγχρονων ειρηνιστικών κινημάτων και των ποικίλων εκδοχών της κοινωνικής αλληλεγγύης. Μια πιο πνευματική όμως το ίδιο συμβατική πραγμάτευση της φραγκισκανικής ειρήνης θα έδειχνε πως ο ίδιος είχε κατακτήσει από νωρίς ένα status εσωτερικής ειρήνης[1], δηλαδή ένα είδος πνευματικής ακινησίας ή απάθειας, που αφενός τον προστάτευε ή τον απέτρεπε από την εμπλοκή στα κοινωνικά δρώμενα και αφετέρου του επέτρεπε να βρίσκεται σε μόνιμη και αδιατάρακτη κοινωνία με τα ουράνια, έχοντας υπερβεί ή και αδιαφορώντας για τα ανθρώπινα.
            Η συμβατικότητα αυτών των δύο τρόπων ανάπτυξης του θέματος έγκειται στα στερεότυπα που διαμόρφωσαν οι σχεδόν αλληλοσυγκρουόμενες μεταξύ τους κυρίαρχες ερμηνευτικές προσεγγίσεις του Φραγκίσκου: από τη μια πλευρά, αυτές που προσπαθούν να τον αποσπάσουν από το πλαίσιο της εκκλησιαστικής του δέσμευσης απεικονίζοντάς τον ως έναν κοινωνικό αγωνιστή ή έναν αφελή τροβαδούρο που τραγουδά την αισθητική και αισθησιακή άνοιξη της ανθρωποκεντρικής Αναγέννησης μέσα στο καταχείμωνο του Μεσαίωνα. Και από την άλλη, τα στερεότυπα που στηρίζονται και αναπαράγουν μια στατική ερμηνεία της αγιότητας, τόσο απομακρυσμένης από τον βιβλικό ρεαλισμό και τον σχεσιακό  δυναμισμό του πνευματικού αγώνα ώστε να αγνοεί την πραγματική ζωή ή απλώς να την ανταγωνίζεται με ευσεβή πλην άσαρκα υποκατάστατα.
            Στη συνέχεια λοιπόν θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε την ειρηνοποιό παρουσία και μαρτυρία του Φραγκίσκου μέσα από συγκεκριμένες στάσεις και επιλογές, που προϋποθέτουν ισάριθμα διλήμματα ή στάδια πνευματικού αγώνα. Όπως αποδεικνύουν οι πρώιμες φραγκισκανικές πηγές[2] ο άγιος της Ασίζης ήταν ένας πιστός τηρητής του Ευαγγελίου γιατί πρώτα απ’ όλα γνώριζε πως η πραγματικά χριστοκεντρική ειρήνη προϋποθέτει εκείνη την απαραίτητη και εξίσου χριστοκεντρική βία που απαιτείται για την είσοδο στη  βασιλεία του Θεού[3].

2. Η εποχή, η ιδιοσυγκρασία και η μεταστροφή
Στηριγμένοι λοιπόν στις φραγκισκανικές πηγές και σεβόμενοι το ιστορικό πλαίσιο αλλά και την πραγματικότητα ενός ανθρώπου του 13ου αιώνα, αξίζει πρώτα απ’ όλα να παρατηρήσουμε ότι η εποχή που έζησε ο Φραγκίσκος ήταν σφραγισμένη από εντάσεις σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής, της κοινωνικής, της εκκλησιαστικής αλλά και της πνευματικής ζωής. Θα αναφερθούμε σε αυτά στη συνέχεια, προκειμένου να εντάξουμε στο κατάλληλο ιστορικό πλαίσιο την εμπειρία του Φραγκίσκου και τη δραστική εμπλοκή του στα τεκταινόμενα.
            Ο Φραγκίσκος, όπως έχει υποστηριχθεί με πειστικά επιχειρήματα, βασισμένα στα γεγονότα που σφραγίζουν τον νεανικό του βίο είχε μια μάλλον ορμητική, «βίαιη» και «αγωνιστική ιδιοσυγκρασία» («violente», «temperamento di uncombattente”)[4], την οποία μέχρι την κομβική στιγμή της μεταστροφής επιδείκνυε στα πεδία των μαχών: αρχικά, το 1198 και το 1199 στην κοινωνική εξέγερση των αστών της πόλης του εναντίον των ντόπιων φεουδαρχών και στον εμφύλιο που ακολούθησε -θυμίζουμε ότι ο ίδιος ανήκε στην ανερχόμενη μεσαία τάξη ως γιος εύπορου εμπόρου. Και λίγο αργότερα, μεταξύ 1202 και 1209, στη σύρραξη ανάμεσα στην Ασίζη και στην Περούτζια, όπου είχαν καταφύγει οι ευγενείς συμπολίτες του. Μάλιστα, αυτή η σύρραξη θα κοστίσει στον νεαρό, θαρραλέο και φιλόδοξο ιππότη την εμπειρία της αιχμαλωσίας. Καταβεβλημένος θα επιχειρήσει ξανά μια πολεμική εκστρατεία, αυτή τη φορά στην Απουλία, η οποία όμως δεν θα ευοδωθεί, γιατί όπως γράφουν οι πηγές μια φωνή τον σταμάτησε στο Σπολέτο, σαν ένα προδρομικό σημάδι της επικείμενης μεταστροφής[5].
            Η αγωνιστικότητα και η ορμητικότητα του χαρακτήρα του Φραγκίσκου, μαζί με την εξωστρέφεια, την επικοινωνιακότητα αλλά και το θάρρος του[6], ούτε θα εξαφανιστούν ούτε θα μειωθούν μετά τη μεταστροφή του. Εξάλλου, όπως υπογραμμίζουν οι διδάσκαλοι της ασκητικής ανθρωπολογίας, η μετάνοια και η πνευματική ζωή δεν ξερριζώνουν τα πάθη, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε ψυχολογικό και υπαρξιακό ακρωτηριασμό. Απλώς, η μετάνοια αναπροσανατολίζει τη δύναμη που τρέφει τα πάθη στην καλλιέργεια των αρετών. Αυτό επιβεβαιώνει και η κομβική στιγμή της μεταστροφής του Φραγκίσκου. Όπως ο ίδιος ομολογεί στην Διαθήκη του, η μετάνοιά του συνδέεται με μια δραματική πράξη συμφιλίωσης αλλά προϋποθέτει και μια συγκλονιστική αυθυπέρβαση, δηλαδή έναν νικητήριο αγώνα που κέρδισε ο Φραγκίσκος όχι μόνο αφήνοντας πίσω τον πρότερο αμαρτωλό του βίο αλλά και την βαθύρριζη αποστροφή του απέναντι στους λεπρούς, οι οποίοι στην εποχή του δεν ήταν απλώς μια απειλή αλλά επιβαρημένοι και με ένα ανεξίτηλο κοινωνικό στίγμα. Διαβάζουμε: «Ὁ Κύριος ἔδωσε σ’ ἐμένα, τόν ἀδελφό Φραγκίσκο, ν’ ἀρχίσω τή μετάνοια ὡς ἑξῆς: ὅταν βρισκόμουν μέσα στίς ἁμαρτίες, μοῦ ἦταν ἀνυπόφορα πικρό νά βλέπω τούς λεπρούς, [2] καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μέ ὁδήγησε ἀνάμεσά τους καί τούς συμπεριφέρθηκα μέ εὐσπλαχνία. [3] Καί καθώς ἔφευγα ἀπό κοντά τους, αὐτό πού μου φαινόταν πικρό, μετατράπηκε μέσα μου σέ γλυκύτητα γιά τήν ψυχή καί τό σῶμα»[7]. Στο ίδιο απόσπασμα η δραστική παρουσία του Χριστού στο γεγονός της μεταστροφής υπαινίσσεται ήδη και το βιβλικό περιεχόμενο της ειρήνης, όμως σε αυτό θα επανέλθουμε αργότερα, εστιάζοντας σε άλλα σημεία των Γραπτών του.

3.Οικογενειακή ρήξη, εκκλησιαστικές εντάσεις και αυτοεγκατάλειψη στο θείο θέλημα
            Παραμένοντας στην ίδια περίοδο της ζωής του Φραγκίσκου, δηλαδή στα κρίσιμα χρόνια των θεμελιωδών επιλογών, εντοπίζουμε ξανά την εσωτερική βία για την απόκτηση της άλλης ειρήνης. Προσευχόμενος μπροστά στον Εσταυρωμένο του Αγίου Δαμιανού, στα περίχωρα της Ασίζης, ο Φραγκίσκος θα λάβει από τον Χριστό την εντολή «να ανοικοδομήσει την Εκκλησία του, που κινδυνεύει με κατάρρευση»[8]. Ο Φραγκίσκος εκλαμβάνει την εντολή κυριολεκτικά και αρχίζει να επιδιορθώνει τα εγκαταλελειμμένα ξωκλήσια της περιοχής του. Ο πατέρας του Φραγκίσκου θα ενοχληθεί με τη συμπεριφορά του γιου του, τον οποίο προόριζε ως διάδοχο στην οικογενειακή επιχείρηση και η οριστική ρήξη δεν θα αργήσει. Ο Φραγκίσκος θα γυμνωθεί μπροστά στον επίσκοπο της Ασίζης, απαρνούμενος οποιαδήποτε σχέση με τον φυσικό του πατέρα και εγκαταλείποντας τον εαυτό του στον ουράνιο. Οι αναγνώστες της βιογραφικής αφήγησης στέκονται συνήθως στη σχεδόν θεατρική δραματικότητα της σκηνής, η οποία κορυφώνεται στην εξίσου συγκινητική χειρονομία του επισκόπου να τυλίγει τον γυμνό Φραγκίσκο με τον δικό του μανδύα -προλογίζοντας τη σχέση της Εκκλησίας με τον άγιο. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη δραματικότητα κραυγάζει η αποφασιστικότητα του ανθρώπου ο οποίος χωρίς να λογαριάζει το κόστος διεκδικεί και διακηρύσσει τη συγγένειά του με τον Χριστό[9]. Και εδώ η πνευματική επιλογή έχει έναν βίαιο και μαχητικό χαρακτήρα, που οδηγεί με επώδυνο τρόπο στην εσωτερική ειρήνη: μέσω του εκούσιου απορφανισμού ή της συμβολικής πατροκτονίας, ο Φραγκίσκος εγκαταλείπεται στο θείο θέλημα και στη στέγη της «Μητέρας Εκκλησίας»[10].
            Το συμβολικό νόημα της φράσης που του απηύθυνε προσωπικά ο Εσταυρωμένος στον Άγιο Δαμιανό σε συνδυασμό με τις βιβλικές περικοπές που  άκουγε στη διάρκεια της θείας λειτουργίας για τον αποστολικό βίο, θα οδηγήσουν τον Φραγκίσκο στην ίσως σημαντικότερη επιλογή της ζωής του: την ίδρυση μιας αδελφότητας, η οποία έμελλε να αποτελέσει μέχρι σχεδόν το τέλος της ζωής του τον κατ’ εξοχήν χώρο αναζήτησης και κατάκτησης της ειρήνης. Ωστόσο, και αυτή η επιλογή προϋπέθετε μιαν αποφασιστικότητα, την οποία ο Φραγκίσκος υπερασπίστηκε με σθένος και αγωνιστικότητα αγνοώντας τους κινδύνους. Είναι η εποχή που η θεσμική Εκκλησία στη Δύση αντιμετωπίζει με καχυποψία κάθε νέο εγχείρημα κοινοτικής ζωής, εξαιτίας των ποικιλώνυμων λαϊκών κινημάτων που με πρόφαση την επιστροφή στο ευαγγελικό ήθος αλλά και την ανεπάρκεια ή αδιαφορία του κλήρου έφταναν στο σημείο να αρνούνται το κύρος των μυστηρίων και την ιεραρχική δομή του εκκλησιαστικού σώματος. Οι βιογράφοι του Φραγκίσκου αναφέρονται στα συμπτώματα ενός εφησυχασμένου κλήρου αλλά και την αποτυχία του παραδοσιακού μοναχισμού της εποχής να ανταποκριθεί στην αποστολή του. Γνωρίζοντας ότι η ανατολή ακολουθεί τη σκοτεινότερη στιγμή της νύχτας παρουσιάζουν με δραματικούς τόνους αυτό το ζοφερό τοπίο που εν πολλοίς προλόγισε την πνευματική παρουσία του βιογραφούμενου, και σίγουρα συνδιαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο αυτός κατανόησε και βίωσε την εν Χριστώ ειρήνη. Γράφει σχετικά ο Celano, πως ο Φραγκίσκος «Παρατηρούσε με ανησυχία τον παλαιό κόσμο που λερωνόταν (πρβλ. Απ 22,11) από τη ρυπαρότητα των παθών, τα (ιερά) τάγματα αναίσθητα από το παράδειγμα των αποστόλων, και ενώ η νύχτα πλησίαζε γοργά στο μεσονύχτιο (πρβλ. Σολ 18,14-15), είχε επικρατήσει σιγή πάνω στην ιερή διδασκαλία. Όταν άξαφνα ξεπρόβαλλε πάνω στη γη ένας καινός άνθρωπος (πρβλ. Εφ 4,24) και στην απροσδόκητη εμφάνιση ενός νέου στρατεύματος, οι άνθρωποι κυριεύθηκαν από θαυμασμό μπροστά στα σημεία (πρβλ. Μκ 16,20) της ανανεωμένης αποστολικής εποχής. Και τώρα ξαφνικά ήρθε στο φως (πρβλ. Ιωβ 9,11) η θαμμένη πια τελειότητα της αρχέγονης Εκκλησίας, της οποίας τα θαυμάσια ο κόσμος διάβαζε αλλά δεν έβλεπε το παράδειγμα. Γιατί λοιπόν να μην μπορεί κανείς να πει ότι οι έσχατοι θα γίνουν πρώτοι (Μτ 19,30), όταν είναι πλέον μεταμορφωμένες κατά τρόπο θαυμαστό οι καρδιές των πατέρων σε καρδιές παιδιών και οι καρδιές των παιδιών σε καρδιές πατέρων; Ή μήπως είναι δυνατόν να υποτιμηθεί το τόσο λαμπρό και περίφημο έργο των δυο Ταγμάτων και να μην θεωρηθεί ως προμήνυμα κάποιου σημαντικού πράγματος που πρέπει να συντελεστεί σύντομα; Πράγματι, από τον καιρό των  αποστόλων δεν ακούστηκε στον κόσμο διδασκαλία τόσο σημαντική, τόσο αξιοθαύμαστη»[11].
            Η  συγγένεια ανάμεσα στη religio novella των Ελασσόνων αδελφών και στα άλλα λαϊκά κινήματα των περιπλανώμενων κηρύκων (μεταξύ αυτών οι Βάλδιοι, οι Ταπεινοί αλλά και οι Καθαροί) μπορεί να εντοπίζεται στον κοινό αίτημα της «ευαγγελικής αφύπνισης»[12], όμως η σημαντικότερη διαφορά τους, που σχετίζεται άμεσα με το θέμα μας είναι η αταλάντευτη απόφασή του να παραμείνει πιστός στην Εκκλησία, και να την ανοικοδομήσει εκ των έσω με το κήρυγμα της μετάνοιας και το προσωπικό παράδειγμα[13], αποφεύγοντας τον πειρασμό να την αντικαταστήσει. Πράγματι, αν και αγωνίστηκε για να διατηρήσει τον λαϊκό χαρακτήρα του κινήματός του αρνούμενος να υποταχθεί σε έναν από τους τρεις κανόνες του παραδοσιακού μοναχισμού, σύμφωνα με τις ρητές αποφάσεις της δ’ συνόδου του Λατερανού (1215)[14], παρόλα αυτά ήθελε να λάβει την παπική έγκριση του «τρόπου ζωής» («forma vitae») των ελασσόνων. Ο Φραγκίσκος ήταν βέβαιος πως παρά την δικαιολογημένη καχυποψία ή και την εχθρότητα της ιεραρχίας, εκείνος και οι αδελφοί του κόμιζαν μιαν άλλη μαρτυρία ειρήνης και ενότητας, λησμονημένη αλλά διαχρονική. Ένας χρονικογράφος της εποχής σχολιάζει σχετικά: «Όμως αν παρατηρήσουμε προσεκτικά τον τρόπο ζωής της αρχέγονης Εκκλησίας, θα πρέπει να καταλήξουμε ότι δεν προσθέτει ένα νέο Κανόνα, όσο μάλλον ότι ανανέωσε εκείνον τον αρχαίο τρόπο ζωής, ανασήκωσε εκείνη που κειτόταν καταγής, και αναβίωσε την πίστη που ήταν σχεδόν νεκρή, σ’ εκείνο το δειλινό που ο κόσμος όδευε προς τη δύση του, ενώ βιάζεται ο καιρός του υιού της απωλείας. Έτσι προετοίμασε νέους αθλητές για τη σύγκρουση με τους καιρούς του Αντίχριστου που είναι γεμάτοι κινδύνους, ενισχύοντας και ενδυναμώνοντας την Εκκλησία του»[15].

4.Η χριστοκεντρική ειρήνη ως συμφιλίωση μεταξύ ουρανού και γης και οι θεμελιώδεις βιβλικές και κοινωνικές επιλογές
            Και πάλι στα Γραπτά του Φραγκίσκου μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι η ειρήνη γι’ αυτόν δεν είναι η άρνηση της βίας και η απουσία του πολέμου, δηλαδή ένα απρόσωπο και αφηρημένο αγαθό. Αντιθέτως, έχει μια σαφή χριστοκεντρική βάση, που ριζώνει στο σωτηριολογικό έργο του Θεανθρώπου το οποίο επαναλαμβάνεται στη θεία ευχαριστία, που αποτελούσε το επίκεντρο της κοινής ζωής της αδελφότητας. Στην επιστολή του προς το Τάγμα γράφει, επικαλούμενος την Προς Εφεσίους: «Γι’ αυτό σας ικετεύω όλους, αδελφοί μου, φιλώντας τα πόδια σας και με όλη την αγάπη που διαθέτω, να δείξετε όσο μπορείτε όλο το σεβασμό και όλη την τιμή στο αγιότατο σώμα και αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ό,τι υπάρχει στον ουρανό και στη γη ειρηνοποιήθηκε και συμφιλιώθηκε [16]με τον Παντοδύναμο Θεό»[17]. Και σε μια άλλη επιστολή του, αυτή τη φορά προς τους πιστούς, μοιάζει αδύναμος να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για την ειρήνη και την ενότητα που εγκαινίασε με την αυτοθυσία Του ο Χριστός[18] και για την οποία προσευχήθηκε στον κοινό ουράνιο Πατέρα[19]: «Ὤ, πόσο ἱερό εἶναι καί πόσο τερπνό, εὐχάριστο, ταπεινό, εἰρηνικό, γλυκό καί ἀξιαγάπητο καί ποθητό πάνω ἀπό ὁτιδήποτε ἄλλο νά ἔχει κανείς ἕναν τέτοιο ἀδελφό καί ἕνα τέτοιο υἱό: τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, πού προσέφερε τη ζωή του για χάρη των προβάτων του, [14] καί παρακάλεσε τόν Πατέρα, λέγοντας: “Ἅγιε Πατέρα, διατήρησέ τους στήν πίστη μέ τή δύναμη τοῦ ὀνόματός σου, ἐκείνους πού πῆρες ἀπό τόν κόσμο καί μοῦ τούς ἐμπιστεύθηκες. Ἀνῆκαν σ’ ἐσένα, κι ἐσύ τούς ἔδωσες σ’ ἐμένα”»[20].
            Ο Φραγκίσκος κατανοεί την ειρήνη πρωτίστως βιβλικά: Πρόκειται για τη συμφιλίωση μεταξύ Θεού και ανθρώπου, μεταξύ ουρανού και γης, μεταξύ του εδώ και του επέκεινα, μεταξύ του τώρα και του πάντα, που εγκαινίασε ο Χριστός με την Ενσάρκωσή του. Μάλιστα, στη δεύτερη εκδοχή της Επιστολής προς τους πιστούς, ο Φραγκίσκος τοποθετεί την εξ ουρανού ειρήνη ανάμεσα στον σεβασμό και στην αγάπη[21]. Η κλιμάκωση είναι προφανής: Ο φόβος του Θεού και η τήρηση των εντολών του γεννούν την «πραγματική ειρήνη» ως συμφιλίωση με τον Δημιουργό, για να καρπίσουν τα έργα της αγάπης.
            Τη χριστοκεντρικότητα που ο Φραγκίσκος απέδιδε στο περιεχόμενο αλλά και στους καρπούς της ειρήνης τόνισε με τη ρητή του ομολογία ότι ο ίδιος ο Χριστός του αποκάλυψε τον χαιρετισμό της ειρήνης[22], που τόσο ξένιζε τους συγχρόνους του, και το περιεχόμενο του κηρύγματός του, στο οποίο θα επιστρέψουμε παρακάτω. Πάνω σε αυτό τον βιβλικό καμβά εντάσσονται ομαλά και κατανοούνται πλήρως οι σαφείς κοινωνικές συμπαραδηλώσεις του φραγκισκανικού μηνύματος της ειρήνης. Η επιλογή του ονόματος του φραγκισκανικού κινήματος[23] μπορεί να παραπέμπει στους ελάχιστους αδελφούς της βιβλικής παραβολής[24], όμως είναι και μια σαφής αναφορά στους minores της εποχής, δηλαδή στους οικονομικά ασθενείς, που μαζί με τους λεπρούς και τους περιθωριοποιημένους αισθητοποιούσαν στα μάτια του Φραγκίσκου τις κοινωνικές πτυχές του ιστορικού Ιησού[25], γι’ αυτό και τους αγαπούσε, τους φρόντιζε και πάσχιζε να τους μοιάσει. Εξίσου βιβλική αλλά και συνάμα κοινωνική είναι η δαιμονοποίηση του χρήματος[26] και η υπεράσπιση της ακτημοσύνης και της αμεριμνησίας[27]. Όταν ο επίσκοπος της Ασίζης παρατήρησε πως η ζωή των Ελασσόνων είναι υπερβολικά σκληρή εξαιτίας της ακτημοσύνης, ο Φραγκίσκος του αποκρίθηκε με παρρησία αλλά και βιβλική πιστότητα: «Κύριε, αν είχαμε αγαθά, για να τα προστατέψουμε θα χρειαζόμασταν όπλα, γιατί από την ιδιοκτησία προέρχονται διαφορές και έριδες, και έτσι θα εμποδιζόταν με πολλούς τρόπους τόσο η αγάπη για τον Θεό όσο και η αγάπη για τον πλησίον»[28].

5. Η ειρήνη ως ασκητικό κατόρθωμα
            Στην Ακολουθία των Παθών που ο Φραγκίσκος συνέταξε συναρμολογώντας διάφορα βιβλικά εδάφια, θα επαναλάβει πως η ειρήνη είναι και παραμένει ουράνια δωρεά, όμως η πρόσληψη και η καρποφορία της προϋποθέτουν την «καλή προαίρεση» («buona volontà»), δηλαδή την ελευθερία του ανθρώπου[29]. Η συγκεκριμένη αναφορά συνδέει αφενός τη βιβλική δωρεά της ειρήνης με την ασκητική της πρόσληψη εκ μέρους του ανθρώπου, που θα μας απασχολήσει στην παρούσα ενότητα.
            Πράγματι, μπορεί η καταλλαγή ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο να συντελέστηκε «άπαξ» στο γεγονός Χριστός, όμως η πρόσληψή της για τον πιστό ορίζει ένα ισόβιο αγώνα, που στοχεύει στην εναρμόνιση της θέλησής του με το προαιώνιο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία και την επίγνωση της αλήθειας[30], αυτής της αλήθειας που ελευθερώνει[31] και επαναφέρει το ανθρώπινο πρόσωπο στην αρχική θεανδρική του λάμψη. Ο Φραγκίσκος πιθανότατα δεν γνώριζε τη φράση του Χρυσοστόμου πως το σαρκικό φρόνημα είναι έχθρα με το Θεό[32], όμως με η ζωή του φανερώνει την αντίθετη όψη της: Πως δηλαδή η ειρήνη με τον Θεό αλλά και η συμφιλίωση με τον εσώτερο χριστοκεντρικό εαυτό κατακτάται με την ασκητική αυτονέκρωση[33], την κάθαρση και την συνεπή καλλιέργεια των αρετών.
            Και εδώ, η απόκτηση της εν Χριστώ ειρήνης, ως φιλίας με τον Θεό και, κατ’ επέκτασιν με τον εαυτό και τον πλησίον, προϋποθέτουν ένα αγωνιστικό πνεύμα και μια αποφασιστικότητα, μάλλον ανοίκεια στην κοσμική ή ανθρωποκεντρική κατανόηση της ειρήνης ως απουσίας πολέμου καθώς και στη ρομαντική στερεοτυπική απεικόνιση του Φραγκίσκου ως ενός αφελή τροβαδούρου. Απεικάζοντας βιωματικά την οργανική του σχέση με την μακραίωνη ασκητική παράδοση της ενιαίας Εκκλησίας, ο Φραγκίσκος οργανώνει ένα τρόπο ζωής, βασισμένο ακριβώς στην αυταπάρνηση[34], δηλαδή στην τιθάσευση της φιλαυτίας, της γαστριμαργίας, της πλεονεξίας, της φιλοδοξίας και της φιλαρχίας και, βέβαια, της φιληδονίας που εκβάλλει ακόμη και στο μίσος κατά του σώματος για χάρη της ψυχής[35]. Δεν είναι τυχαίο πως ο πρώτος Κανόνας που υπέβαλε προς έγκριση στη Ρώμη απορρίφθηκε εξαιτίας της σκληρότητάς του.
            Οι πρώιμες φραγκισκανικές πηγές αναφέρονται εκτενώς στις ασκητικές σταθερές που συνέθεταν την πνευματική φυσιογνωμία του ίδιου του Φραγκίσκου και των πρώτων μαθητών του. Και δείχνουν είχε σαφή επίγνωση ότι η ειρήνη την οποία επιδίωκε περνούσε μέσα από το καμίνι του αόρατου πολέμου κατά της φιλάμαρτης σάρκας, των δαιμόνων και του κόσμου. Όπως διηγούνται οι βιογράφοι του, όλοι ανεξαιρέτως οι πρώτοι αδελφοί επιδίδονταν σε σκληρή άσκηση και τηρούσαν εξαντλητικές και παρατεταμένες νηστείες[36], ενώ ο ίδιος ο Φραγκίσκος που συνήθιζε να χαρακτηρίζει το σώμα του «αδελφό γαϊδούρι», σε μια ισχυρή έφοδο των πειρασμικών λογισμών, αναγκάστηκε να βυθιστεί ολόγυμνος μέσα στο χιόνι, για να το τιθασεύσει[37] -παρενθετικά, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αντιμετώπισε τον δαίμονα της πορνείας ένας από τους πρωτοπόρους της ανατολικής ασκητικής εμπειρίας, όπως μας πληροφορεί ο Παλλάδιος στην Λαυσαϊκή Ιστορία[38].
            Μια στοιχειώδη θεωρητική θεμελίωση αυτών των εμπειριών του Φραγκίσκου εντοπίζουμε στα ίδια του τα Γραπτά. Στον Μη Εγκεκριμένο Κανόνα του, ο Φραγκίσκος, χρησιμοποιώντας το προσφιλές του αντιθετικό σχήμα μεταξύ σώματος και ψυχής, αναφέρεται στην ανάγκη «περιφρόνησης και απονέκρωσης της σάρκας και στην αναζήτηση της ταπείνωσης και της υπομονής, της  γνήσιας απλότητας και της αληθινής ειρήνης», που κλιμακώνονται τριαδικά «στον θείο φόβο, στη θεία σοφία και στην θεία αγάπη του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»[39]. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι ρητές του αναφορές στον βιβλικό μακαρισμό των ειρηνοποιών. Ο Φραγκίσκος τονίζει πως «Πραγματικοί εἰρηνοποιοί εἶναι ἐκεῖνοι πού, παρόλα ὅσα ὑποφέρουν σ’ αὐτό τόν κόσμο, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, διατηροῦν τήν εἰρήνη καί στό πνεῦμα καί στό σῶμα»[40]. Σε μια άλλη Νουθεσία του, ταυτίζει την ειρήνη με την καρτερικότητα και την ταπείνωση, που πρέπει να επιδεικνύει ο αγωνιζόμενος αδελφός την ώρα της δοκιμασίας, των πειρασμών ή της ασθένειάς του[41] αλλά την αγόγγυστη συμπαράστασή του στη δύσκολη ώρα του αδελφού[42]. Για τον πραγματικό ασκητή, η επιβεβαίωση της πνευματικής του ωριμότητας και της εσωτερικής του ειρήνης γίνεται μέσα από τις δοκιμασίες και όχι μόνο σε επίπεδο ατομικό αλλά και στη σχέση του με τον πλησίον. Σε αρκετά σημεία των Γραπτών, όπου περιγράφει τις σχέσεις μεταξύ των αδελφών επιμένει στην αποφυγή των διενέξεων και των αντιλογιών[43] και στην σταθερή επιδίωξη της αγάπης[44], της ανεκτικότητας[45], της αλληλεγγύης[46] και της συμπάθειας[47].
            Όλες αυτές οι προτροπές θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μια συμβατική ηθικολογία ή ένας αυτονομημένος κώδικας συμπεριφοράς. Κι όμως, το αγωνιστικό ήθος του Φραγκίσκου παραμένει γνήσιο γιατί χωρίς ποτέ να μειώνει την αξία της άσκησης δεν φτάνει στην απολυτοποίηση των ασκητικών κατορθωμάτων, και διότι με τη διακριτική του στάση διδάσκει πως η άσκηση είναι μια πολύτιμη οδός αλλά δεν μπορεί να ανταγωνιστεί ούτε να αντικαταστήσει τον προορισμό που είναι η κενωτική αγάπη, η υπέρβαση της ατομικότητας, η ταπείνωση, μ’ ένα λόγο η εν Χριστώ ειρήνη. Σε ένα από τα πιο συγκινητικά επεισόδια που διασώζουν οι πρώιμες φραγκισκανικές πηγές, ένας αδελφός μέσα στη νύχτα άρχισε να κραυγάζει «Πεθαίνω, αδελφοί μου, πεθαίνω από πείνα!». Ο Φραγκίσκος ζήτησε αμέσως να στρωθεί το τραπέζι και, διακόπτοντας την αυστηρή του νηστεία, άρχισε να τρώει και ο ίδιος και μάλιστα, προσκάλεσε σε αυτό «το καθήκον της αγάπης» και τους άλλους αδελφούς για να μην ντραπεί ο πεινασμένος αδελφός τους[48]. Τη γνησιότητα αυτής της ειρήνης που σφυρηλατείται μέσα από την ασκητική μεταμόρφωση του πιστού επιμαρτυρεί και η επιμονή του Φργκίσκου στην ταπείνωση, την κορυφαία και μόνη αρετή που μπορεί να τιθασεύσει τον πνευματικό ναρκισισμό, ο οποίος ελλοχεύει πάντα αφανής στα υψηλότερα σκαλοπάτια της κλίμακας των αρετών για να καταβαθρώσει τον αγωνιζόμενο πιστό. Στην προοπτική αυτής της εν Χριστώ ειρήνης που βιώνεται μέσα από το ασκητικό ήθος θα πρέπει να συνδεθεί και η «πραγματική και τέλεια ευφροσύνη» η οποία, σύμφωνα με τον Φραγκίσκο, συνίσταται στην εσωτερική πληρότητα αλλά και χαρά που νιώθει ο αδελφός ακόμη και όταν τον κακολογούν, τον περιφρονούν ή τον απορρίπτουν[49].

6. Πνευματικές και πρακτικές εμπεδώσεις: Kήρυγμα, καταλλαγή με την κτίση και δοξολογία
            Παράλληλα με το μόνιμο αίτημα για κατάκτηση και διατήρηση της εσωτερικής ειρήνης μέσα από την άσκηση αλλά και τις στιγμές της πληρότητας στη σχέση με τον Θεό και τους αδελφούς του, ο Φραγκίσκος δεν αγνοεί το προφητικό και αποστολικό καθήκον της μαρτυρίας για την ειρήνη. Το καθήκον της μαρτυρίας σχετίζεται με ένα μεγάλο δίλημμα που αντιμετώπισε ο Φραγκίσκος όταν στα πρώτα χρόνια της μεταστροφής του και έχοντας γύρω του λιγοστούς μαθητές, αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να ακολουθήσει τον θεωρητικό βίο της προσευχής και της μόνωσης ή τον επισφαλή δρόμο του αδιάκοπου κηρύγματος. Εντέλει, με τη βοήθεια του Θεού και τη συμβουλή της Κλάρας επέλεξε το δεύτερο, ως ισόβιο όρο ζωής και θεμελιώδες συστατικό του φραγκισκανικού πολιτεύματος[50].
            Όσο για το περιεχόμενο αυτής της μαρτυρίας, αυτό συνδέεται άρρηκτα με τον χαρακτηριστικό φραγκισκανικό χαιρετισμό της ειρήνης. Ο πρώτος βιογράφος του Φραγκίσκου, τον περιγράφει «ως θαρραλέο στρατιώτη του Χριστού που περιόδευε σε πόλεις και κάστρα αναγγέλλοντας τη Βασιλεία των ουρανών, την ειρήνη, την οδό της σωτηρίας, τη μετάνοια για την άφεση των αμαρτιών όχι όμως με τα τεχνάσματα της ανθρώπινης σοφίας, αλλά με τη δύναμη του Πνεύματος (πρβλ. Α΄ Κορ 2,4)»[51].  Πιθανόν ο συντάκτης να χαρακτηρίζει τον Φραγκίσκο στρατιώτη επηρεασμένος από την ορολογία της μοναστικής ιπποσύνης της εποχής του[52], με την οποία προφανώς το Τάγμα των Ελασσόνων δεν παρουσιάζει σχεδόν καμιά αναλογία, τόσο στη δομή όσο και στις πνευματικές προτεραιότητες. Ωστόσο, η παρομοίωση παραμένει εύστοχη όχι μόνο για το σχεδόν ειρωνικό λογοπαίγνιο αλλά γιατί παραπέμπει στην ορμή και στην αγωνιστικότητα της πρώτης ιπποτικής και στρατιωτικής νεότητας του Φραγκίσκου, η οποία τώρα απλώς υπηρετεί μια ριζικά αντίθετη στόχευση.
            Πράγματι, ο πρώην φιλόδοξος ιππότης που ριχνόταν αρματωμένος πρόθυμα στις μάχες τώρα πλέον καθοδηγούσε ένα μικρό στρατό, οπλισμένο με την απλότητα της γλώσσας του, την προσευχή[53] και τα αγαθά τους έργα[54] προσπαθώντας στο όνομα του Χριστού να σπείρει τη συμφιλίωση ανάμεσα στις αλληλοσπαρασσόμενες ιταλικές πόλεις[55]. Την ισχυρή μνήμη του «νέου ευαγγελιστή» (novus evangelista)[56] της ειρήνης θα κρατήσει ζωντανή και ο μακρινός απόγονος στην ηγεσία του Τάγματος και «επίσημος» βιογράφος του Φραγκίσκου Bonaventura ο οποίος σημειώνει: «Σε κάθε του κήρυγμα, στο προοίμιο χαιρετούσε τον λαό με την ευχή της ειρήνης, λέγοντας: “Ο Κύριος να σας δίδει ειρήνη!”[57]. Είχε μάθει αυτό τον τρόπο χαιρετισμού με αποκάλυψη του Κυρίου, όπως ο ίδιος διαβεβαίωσε αργότερα. Έτσι, ωθημένος κι αυτός από το πνεύμα των προφητών ευαγγελιζόταν την ειρήνη, κήρυττε τη σωτηρία και, με τις ψυχωφελείς του νουθεσίες, οδηγούσε στην καταλλαγή πολλούς, οι οποίοι πρώτα, αντιτιθέμενοι στο Χριστό, βρίσκονταν μακριά από τη σωτηρία»[58].
            Εδώ, η μαρτυρία της ειρήνης είναι το ξεχείλισμα της αγάπης και της εσωτερικής πληρότητας σαν μια πρόσκληση σε μια ζωή αγάπης και καταλλαγής. Μάλιστα, είναι μια πρόσκληση ανοιχτή, που δεν περιορίζεται μόνο στους χριστιανούς που μοιάζουν να έχουν χάσει την πνευματική τους πυξίδα, αλλά και στους μη χριστιανούς. Οι σχετικές εντολές του ίδιου του Φραγκίσκου περιλαμβάνονται στο 16ο κεφάλαιο του Μη Εγκεκριμένου Κανόνα που τιτλοφορείται «Σχετικά με αυτούς που πηγαίνουν στους σαρακηνούς και στους άλλους απίστους». Εκεί ο Φραγκίσκος επισημαίνει ότι οι αδελφοί πρέπει να συμπεριφέρονται «πνευματικά» («spiritualmente») απέναντι στους απίστους και ξεχωρίζει δύο τρόπους ή μάλλον δύο εσωτερικές στάσεις των αδελφών που δείχνουν την καθοριστική επίδραση του ειρηνοποιού περιεχομένου του κηρύγματος στον τρόπο εκφοράς του. Ο πρώτος τρόπος συνίσταται στην αποφυγή των φιλονικιών και των λογομαχιών και στην απλή ομολογία της χριστιανικής πίστης. Ο δεύτερος συνίσταται στην αγγελία του θείου λόγου, με διάκριση, ώστε οι ακροατές να πιστέψουν και να βαπτιστούν[59]. Μάλιστα, γνωρίζοντας ότι το εγχείρημα του κηρύγματος μεταξύ των απίστων μπορεί να αποβεί μοιραίο, ο ίδιος ο Φραγκίσκος σπεύδει να θυμίσει στους αδελφούς του πως εκείνος που παραμένει πιστός μέχρι το τέλος θα σωθεί[60]. Ο Celano τονίζει σχετικά πως το φραγκισκανικό κήρυγμα μεταξύ των απίστων έχει ένα διπλό κίνητρο: «τη σωτηρία του πλησίον και την λαχτάρα του μαρτυρίου»[61]. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ένας σύγχρονος μελετητής, λαμβάνοντας υπόψη ότι το κείμενο αναφέρεται ακόμη και σε υποταγή των κηρύκων στους ευαγγελιζομένους, «το μοναδικό μαρτύριο» που επιθυμούσε ο Φραγκίσκος «ήταν η τέλεια μαρτυρία»[62]. Με βάση πάντα τα κείμενα αλλά και τις περιγραφές της μοναδικής[63] δικής του ιεραποστολικής εμπειρίας στην Αίγυπτο[64], εμείς θα προσθέταμε πως ο μοναδικός στόχος του Φραγκίσκου ήταν η τέλεια μαρτυρία της εν Χριστώ ειρήνης.

7.Η καταλλαγή με την κτίση
            Όχι λιγότερο εντυπωσιακή και εξίσου συγκινητική εκδήλωση παρουσίας και μαρτυρίας του Φραγκίσκου είναι αυτή που αφορά στην άλογη κτίση. Όπως τονίζουν οι σχετικές βιογραφικές πηγές και αναλύουν οι σύγχρονοι μελετητές, στη στάση του Φραγκίσκου απέναντι στην κτίση εντοπίζεται η πληρέστερη σημασία του λατινικού όρου innocentia, που προφανώς παραπέμπει στην κατάσταση της αρχέγονης δικαιοσύνης[65]. Ωστόσο, παρά τη βιβλική της τεκμηρίωση, η συγκεκριμένη ερμηνεία της ειρήνης που καλλιεργεί ο Φραγκίσκος με την κτίση παραμένει στα όρια μιας ακίνδυνης μεν πλην στατικής παθητικότητας. Με άλλα λόγια, αγνοεί το αγωνιστικό ήθος του χριστιανού που προστατεύει ενεργητικά όλα ανεξαιρέτως τα δημιουργήματα επειδή ακριβώς καθένα από αυτά, ακόμη και το πιο υποτιμημένο, συκοφαντημένο, επικίνδυνο ή ασήμαντο αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία της δημιουργικής ελευθερίας και της αγαπητικής φροντίδας του Θεού.
            Πίσω από τη συγκινητική αφήγηση της περίφημης συμφωνίας ανάμεσα στον Φραγκίσκο και στον λύκο[66], ο οποίος απειλούσε τους κατοίκους του Gubbio, δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς τα αποτελέσματα των εκτεταμένων εκχερσώσεων που είχαν εκδιώξει τα ζώα του δάσους από τον φυσικό τους χώρο, προφανώς με σκοπό την αύξηση του κέρδους. Ο Φραγκίσκος μπορεί να επιτιμά τον λύκο επειδή επιτίθεται στους ανθρώπους, όμως η λύση που του προτείνει, δηλαδή να παραμείνει στην πόλη και να δέχεται τροφή από τους κατοίκους, δείχνει πως αναγνωρίζει στο ζώο εκείνα τα δικαιωμάτα που ο Θεός του είχε παραχωρήσει αλλά οι άνθρωποι του στέρησαν. Με την ίδια περίπου λογική, επιδιώκει να επιβληθεί σε όλους τους ανθρώπους η υποχρέωση, κατά τη μέρα των Χριστουγέννων, να προσφέρουν τροφή όχι μόνο στους φτωχούς αλλά και στα πουλιά, και στα ζώα που βρίσκονταν στη φάτνη πλάι στον νεογέννητο Χριστό[67]. Αλλού, πάλι, διαβάζουμε για την επιμονή και τα θεολογικά επιχειρήματα με την οποία απέσπασε ένα σμάρι τριγόνια από τα χέρια του επίδοξου πωλητή τους, και στη συνέχεια τους έχτισε φωλιά για να συντροφεύουν σαν οικόσιτα ζώα τους αδελφούς[68]. Δεν πρέπει ώστόσο να λησμονεί κανείς ότι αυτή η απόλυτα θετική στάση του απέναντι στην κτίση του έχει ένα κατ’ εξοχήν θεοκεντρικό περιεχόμενο. Έτσι,  δείχνει μια ιδιαίτερη αγάπη απέναντι σε κάποια ζώα, όπως τους κορυδαλλούς[69], που του θύμιζαν τους ταπεινούς αδελφούς ή έναν αμνό που στεκόταν ήσυχος ανάμεσα σε κάπρους, γιατί του θύμιζε τον Χριστό ανάμεσα στους Φαρισαίους και τα μέλη του Συνεδρίου[70], και επικαλείται τη φυσική ευγνωμοσύνη των άλογων ζώων απέναντι στον Δημιουργό για να παραδειγματίσει ή να επικρίνει τους λογικούς ανθρώπους που έχουν λησμονήσει τη θεία καταγωγή και τον πνευματικό τους στόχο. Η βαθιά αγάπη του για την κτίση συχνά συνδυάζει με τρόπο θαυμαστό την ποιητική του ιδιοσυγκρασία με την ευγνωμοσύνη προς τον Θεό. Τότε, καθετί μεταφορφώνεται σε μια αφορμή και πρόσκληση καταλλαγής και δοξολογικής αναφοράς στον κοινό Δημιουργό: ο ήλιος και το νερό, ο άνεμος και τα πουλιά, τα λουλούδια και το φως της σελήνης, ακόμη και ο ίδιος ο θάνατος[71], που θα τον φέρει πλάι στον αγαπημένο Νυμφίο.

8. Συμπερασματικά
            Όταν κάποιος αφουγκράζεται τη φραγκισκανική μαρτυρία της ειρήνης έχει την αίσθηση ότι ακολουθεί νοερά τους πνευματικούς βηματισμούς του ιταλού ασκητή από τη δραματική του μεταστροφή μέχρι την εν Χριστώ τελείωσή του. Οι πηγές δείχνουν πως  η πορεία του προς την κατάκτηση αλλά και την μετάδοση της ειρήνης και της καταλλαγής ήταν ανηφορική, γεμάτη δυσκολίες και ιδρώτα, μια ανάβαση στο Γολγοθά της σταυρικής ολοκλήρωσης. Η θεία δωρεά της καταλλαγής εμπεδώθηκε με την ασκητική κάθαρση των παθών και τη συμφιλίωση με τον πλησίον, για να επεκταθεί σε μια ενεργητική συμπάθεια και αγάπη προς τη δημιουργία ολόκληρη. Ωστόσο, ούτε οι τελευταίες στιγμές του Φραγκίσκου δεν ήταν χωρίς εντάσεις. Δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, αποσύρεται από την ηγεσία του Τάγματος, και ακούει με θλίψη τους τριγμούς της διαίρεσης που κλονίζουν της ενότητα της αδελφότητας. Ένα παγωμένο πρωινό, πάνω στο όρος Βέρνα, όπου έχει καταφύγει για να ασκητέψει προσευχόμενος, το σώμα του στολίζεται με τις πέντε πληγές του Εσταυρωμένου. Η πνευματική τελείωση του Φραγκίσκου έχει τον ίδιο επώδυνο, αγωνιστικό και σταυρικό χαρακτήρα που είχε ολόκληρη η ζωή του. Γι’ αυτό και αποτελεί την επιβεβαίωση του μοναδικού του προορισμού: της ένωσής του με τον μοναδικό δοτήρα και εγγυητή της πραγματικής ειρήνης και της συμφιλίωσης.
            Η εμπειρική, ασκητική, δοξολογική και αγαπητική μαρτυρία του Φραγκίσκου μοιάζει με μια ανοιχτή αγκαλιά, πρόθυμη να σφίξει τους πάντες και τα πάντα, που έχουν μεταμορφωθεί σε αδέλφια: τους χριστιανούς, τους αλλόθρησκους, τα ζώα και τα λουλούδια, τον αέρα και τις πέτρες. Γι’ αυτό και αποτελεί ένα πρώιμο και διαχρονικό παράδειγμα διαθρησκειακού και διαχριστιανικού διαλόγου. Το «πνεύμα της Ασίζης», από το 1986[72] μέχρι σήμερα εξακολουθεί να δίνει ψηλαφητό νόημα στα αιτήματα του οικουμενικού διαλόγου και να κρατά ολοζώντανη την ελπίδα για την ενότητα της αγάπης μεταξύ των χριστιανών. Στο όνομα αυτού του πνεύματος, εξάλλου, κατανοείται όχι μόνο η περίοπτη θέση του ρωμαιοκαθολικού ιταλού αγίου σε ένα συνέδριο ορθόδοξης πνευματικότητας αλλά και η αγωνιώδης προσπάθεια ενός ελληνορθόδοξου θεολόγου να συλλαβίσει τη μακρινή αλλά πάντα πολύτιμη και διαχρονική μαρτυρία του αδελφού Φραγκίσκου για την ειρήνη.






[1] Για την κατάσταση της ειρήνης (stato della pace) αναφέρεται και ένας από τους πιο αφοσιωμένους μελετητές του Φραγκίσκου. Βλ. Th. Matura, Francesco parla di Dio. Studi sui temi degli Scritto di San Francesco, ed. Biblioteca Francescana, Milano 1992, 15.
[2] Για τις ανάγκες της παρούσας μελέτης χρησιμοποιούμε την τελευταία συγκεντρωτική έκδοση στα ιταλικά των πρώιμων φραγκισκανικών πηγών, που περιλαμβάνουν τα γραπτά που η σύγχρονη έρευνα αποδίδει στον Φραγκίσκο, και τις υπόλοιπες πρώιμες φραγκισκανικές πηγές, που εκτείνονται χρονικά από την κοίμησή του μέχρι το τέλος περίπου του 14ου αιώνα. Βλ. Fonti Francescane. Scritti e biografie di san Francesco d’Assisi. Cronache e altre testimonianze del primo secolo francescano. Scritti e biografie di santa Chiara d’Assisi. Testi normativi dell’Ordine Francescano Secolare, a cura di E. Caroli, Editrici Francescane, Padova 2004 (στο εξής FF).
[3] Πρβλ. Μτ 11, 12.
[4] Ε. Leclerc, «Francesco, uomo di pace», La spiritualità di Francesco d’Assisi, a cura dei redattori di Evangile aujourd’hui, trad. it. Maria Vimercati e p. E. Branca, ed. Biblioteca Francescana Milano 1993, 322.
[5] Για τις πολεμικές εμπειρίες του Φραγκίσκου βλ, Celano, Vita Seconda: FF 584-587, σ. 364-366.
[6] Μια εμβριθή ανάλυση του ψυχολογικού προφίλ του Φραγκίσκου, βασισμένη στις σχετικές πηγές βλ. στο R. Zavalloni, La personalità di Francesco dAssisi. Studio psicologico, ed. Messaggero, Padova 1991.
[7] Testamento, FF 110, σ. 99.
[8] Celano, Vita Seconda 10: FF 593, σ. 369.
[9] Μτ 10, 37-38· 12, 50. Πρβλ. Lettera ai fedeli (II): FF 184, σ. 135.
[10] Για το θέμα βλ. ενδεικτικά K. Esser, Temi Spirituali, trad. di una Clarissa del Monastero di Milano, Ed. Biblioteca Francescana, Milano 31981, σ. 139-188.
[11] Tommaso da Celano, Trattato dei miracoli di san Francesco, FF § 822, σ. 517.
[12] Βλ. M.-D. Chenu, La teologia nel xii secolo, Introduzione di I.Biffi, επιμ. Paolo Vian, [μτφρ. Paolo Vian], Milano 21992, σ. 289-307.
[13] Βλ. σχετικά Tommaso da Celano, Vita Prima, ΧVI: FF 609-611, σ. 377-378.
[14] Βλ. Conciliorum Oecumenicorum Decreta, (επιμ. G. Alberigo, G. L. Dossetti, P.-P. Joannou, Cl. Leonardi, P. Prodi), Bologna 1996 (edizione bilingue), σ. 242.
[15] Giacomo da Vitry, Historia Occidentalis, 1 II, cap. 32: FF 2215, σ. 1464.
[16] Κολ 1,20.
[17] Lettera a tutto l’Ordine I: FF 217, σ. 147-148.
[18] Πρβλ. Ιω 10, 15.
[19] Ιω 17, 6.
[20] Lettera ai fedeli (I): FF 178a, σ. 132. Ένα ανάλογο απόσπασμα εντοπίζουμε σε μια από τις επιστολές της Κλάρας: «Αὐτός [ενν. ο Χριστός] γιά ὅλους ἐμᾶς ὑπέμεινε τό μαρτύριο τοῦ σταυροῦ, ἀποσπώντας μας ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ πρίγκιπα τοῦ σκότους, πού μᾶς κρατοῦσε δέσμιους ἐξαιτίας τοῦ προγόνου μας, καί συμφιλιώνοντάς μας μέ τόν Θεό Πατέρα»: 1 Lettera ad Agnese di Boemia 12: FF 2863, σ. 1806.
[21] Lettera ai fedeli (II): FF 179, σ. 134.
[22] Testamento: FF 121, σ. 101. Πρβλ. και τον γνωστό χαιρετισμό της ειρήνης που ο Φραγκίσκος περιλαμβάνει στην ολιγόλογη πλην αυτόγραφη Benedizione a frate Leone: FF 262, σ. 177.
[23] Βλ. ενδεικτικά Compilazione di Assisi 101: FF 1640-1642· Specchio di Perfezione 26: FF 1710-1711, σ. 1028-1029.
[24] Μτ 25,
[25] Βλ. ενδεικτικά Αngelo Clareno, Cronaca delle sette tribolazioni, I, 8, FF 2116, σ. 1388.
[26] Πρβλ. Μτ 6, 24.
[27] Πρβλ. Μτ 6, 25-30.
[28] Leggenda dei tre Compagni 35: FF 1438, σ. 816. Σχολιάζοντας τον συγκεκριμένο απόσπασμα του Βίου του Φραγκίσκου, ένας ρώσος στοχαστής επιχημαίνει πως ο ιταλός ασκητής ήταν βέβαιος πως «η ιδιοκτησία είναι μητέρα του πολέμου ενώ η φτώχεια της ειρήνης»: D. Merežkovskij, Francesco dAssisi, trad. it. Laura Malavasi, Pref. di P. - C.  Bori, Ed. Biblioteca Francescana, 1996, σ. 143.
[29] Ufficio della Passione V: FF 303, σ. 216.
[30] Α΄ Τιμ 2, 4.
[31] Πρβλ. Ιω 8, 32.
[32] Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις την προς Εφεσίους V: PG 62, 40-41.
[33] Ammonizioni X, ΧΙV: FF 159, 163 σ. 113, 114.
[34] Για τις ποικίλες εκδοχές της αυταπάρνησης στην εμπειρία του Φραγκίσκου βλ. και K. Esser, Temi Spirituali, σ. 37-65.
[35] Lettera ai fedeli (I), 1: FF 178/1, σ. 131. Πρβλ. «Εμείς πρέπει να τρέφουμε μίσος για το σώμα μας με τα πάθη και τις αμαρτίες». Lettera ai fedeli (II), 195: FF 195-196, σ. 82. Για τη διαμάχη μεταξύ σώματος και ψυχής στα Γραπτά του Φραγκίσκου βλ. C. Paolazzi, Lettura degli “Scritti di Francesco d’Assisi, ed. O.R., Milano 21992, σ. 171-180.
[36] Celano, Vita Seconda 21: FF 607, σ. 376.
[37] Celano, Vita Seconda 116: FF 703, σ. 440.
[38] «Τούτω (τω Ευαγρίω) ώχλησέ ποτε εις βάρος ο της πορνείας δαίμων, ως αυτός ημίν διηγείτο, και δια πάσης νυκτός γυμνός έστη εν τω φρέατι, χειμώνος, όντος, ως παγήναι αυτού τας σάρκας»: Παλλαδίου, Λαυσαϊκόν: PG 34, 1194.
[39] Regola non bollata ΧVI: FF 49, σ. 78.
[40] Ammonizioni ΧV: FF 164, σ. 114. 
[41] Regola bollata X: FF 104· Ammonizioni ΧΙΙΙ: FF 162, σ. 114.
[42] Βλ. Cantico di frate sole: FF 263, σ. 180· «Audite Poverelle»: FF 263a, σ. 183.  
[43] Βλ. ενδεικτικά Regola non bollata ΧΙ: FF 46-37, σ. 72-73.
[44] Βλ. ενδεικτικά Regola non bollata VII: FF 26, σ. 68.
[45] Ammonizioni XΙ, FF 160, σ. 113.
[46] Βλ. ενδεικτικά Regola non bollata Χ: FF 34-35, σ. 72.
[47] Βλ. ενδεικτικά Ammonizioni XVIII, FF 167-168, σ. 115: 
[48] Celano, Vita Seconda 22: FF 608, σ. 377.
[49] Della vera e perfetta letizia: FF 278, σ. 193-194.
[50] Fioretti XVI: FF 1845, σ. 1159-1160.
[51] Celano, Vita Prima 36: FF 382-383, σ. 274.
[52] Βλ. και τη σχετική υποσημείωση του επιμελητή του συγκεκριμένου έργου στον τόμο FF, σ. 274, σημ. 66.
[53] Celano, Vita Seconda 163: FF 747, σ. 468-469.
[54] Regola non bollata XVII: : FF 46, σ. 77« πρβλ. Regola bollata IX: : FF 99, σ. 95-96.
[55] Σύμφωνα με μια μαρτυρία ενός συγχρόνου του, ο Φραγκίσκος το 1222 κηρύσσοντας στην πλατεία της Μπολόνια ο Φραγκίσκος με τα λόγια του «επιδίωκε την κατάπαυση της διαμάχης και στη θεμελίωση νέων συνθηκών ειρήνης»: Tommaso da Spalato, Historia Pontificium Salonitanorum et Spalatensium, MHG, Scriptores XXIX, 580. Cf. FF 2252, σ. 1482.
[56] Celano, Vita Prima 89: FF 476, σ. 309.
[57] Ιω 14,27.
[58] Bonaventura, Leggenda maggiore ΙΙΙ, 2: FF 1052, σ. 615. Πρβλ. Leggenda minore ΙΙ Lezione II: FF 1340, σ. 758.
[59] Regola non bollata ΧVI, 6-7: FF 43, σ. 75-76. Οι «δύο τρόποι» του κηρύγματος προς τους απίστους έχει απαλειφθεί από το αντίστοιχο κεφάλαιο του Εγκεκριμένου Κανόνα. Βλ. Regola bollata XII, FF 107-109a, σ. 98.
[61] Celano, Vita Seconda 162: FF 736, σ. 462. Πρβλ. Bonaventura, Leggenda maggiore IX: FF 1172, σ. 667.
[62] D. Solvi, «Ι Fioretti di san Francesco”, Vita Minorum 84 (2013), σ. 115.
[63] Σύμφωνα με τις πηγές είχαν σχεδιαστεί και άλλες ιεραποστολικές εξορμήσεις του Φραγκίσκου, οι οποίες όμως δεν πραγματοποιήθηκαν. Βλ. σχετικά Celano, Vita Prima 55-56: FF 417-420, σ. 286-288.
[64] Για το ταξίδι στην Αίγυπτο που κορυφώθηκε στη γνωστή συνάντησή του με τον Σουλτάνο της Βαβυλωνίας Μέλεκ-Αλ-Κάμελ βλ. Celano, Vita Prima 57: FF 421-423, σ. 288· Bonaventura, Leggenda maggiore IX, 8: FF 1173-1174, σ. 668-669. Μια συνοπτική κριτική αντιπαραβολή των σχετικών ιστορικών μαρτυριών επιχειρείται στο έργο του F. Cardini, Francesco dAssisi, Roma 2001 (στ΄ανατ.), σ. 195-198.
[65] Βλ. ενδεικτικά Celano, Vita Seconda 165-166: FF 750-751, σ. 470-472. Πρβλ. Bonaventura, Leggenda maggiore VIII, 1: FF 1134, σ. 654.
[66] Fioretti ΧΧΙ: FF 1852, σ. 1170-1172.
[67] Specchio di perfezione 114: FF 1814, σ. 1114.
[68] Fioretti ΧΧΙΙ: FF 1583, σ. 1172-1173.
[69] Specchio di perfezione 113: FF 1813, σ. 1113-1114.
[70] Celano, Vita prima 76: FF 456, σ. 301.
[71] Cantico di frate sole: FF 263, σ. 179-180.
[72] Cf. P. Ar. Yfantis, «La pace come esperienza di Dio e impegno spirituale. Una riflessione ortodossa sullo “spirito di Assisi” venticinque anni dopo», Vita Minorum 82 (2011), 105-116.