Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Η Μεγάλη Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας το 2016


του π. Ιωάννη Χρυσαυγή,

Μετάφραση: Ιωάννης Λότσιος,  Δρ. Θ.
 Δημοσιεύτηκε στο ΑΜΕΝ

του π. Ιωάννη Χρυσαυγή
Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας έχει προγραμματιστεί για το 2016. Τον Μάρτιο του 2014 οι Προκαθήμενοι όλων των Αυτοκέφαλων Ορθοδόξων Εκκλησιών συναντήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, στην ιερά έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία ιστορικά, τουλάχιστον κατά τους τελευταίους πέντε αιώνες, συγκαλεί και συντονίζει τέτοιες πανορθόδοξες  συναντήσεις, διευκολύνοντας την ενότητα και λειτουργώντας ως κέντρο επίλυσης διαφορών αυτών των εκκλησιών.

 Αναμφισβήτητα η κύρια απόφαση που εγκρίθηκε ομόφωνα κατά την Σύναξη των Προκαθημένων, ήταν η σύγκλιση της Μεγάλης Συνόδου το 2016, που αποφασίστηκε, με ορισμένες επιφυλάξεις, να πραγματοποιηθεί στην Ναό της Αγίας Ειρήνης, στην οποία έγινε η Β’ Οικουμενική Σύνοδος το 381, η οποία συμπλήρωσε το «σύμβολο της πίστεως», το οποίο απαγγέλλεται από τους περισσότερους χριστιανούς σήμερα. Ο Ναός της Αγία Ειρήνης είναι σήμερα μουσείο στην Κωνσταντινούπολη και ποτέ δεν μετατράπηκε σε τζαμί μετά την Άλωση της Πόλης το 1453.

Η Σύνοδος του 2016, η οποία είναι στο τραπέζι των συζητήσεων και προετοιμαζόταν τουλάχιστον από το 1961 (αν και υπήρχαν και παλαιότερες προτάσεις για μια τέτοια Σύνοδο το 1920 και το 1930), για πρώτη φορά θα συμπεριλαμβάνει εκπροσώπους και από τις δεκατέσσερις Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Αυτή καθ’ αυτή η  σύλληψη, αν εξαιρέσουμε την απόφαση σύγκλισης μιας μεγάλης ή γενικής Συνόδου, είναι γεγονός χωρίς προηγούμενο. Θα την παρακολουθήσουν όλοι οι Πατριάρχες, Αρχιεπισκόποι και Επίσκοποι και από τις δεκατέσσερις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, συμπεριλαμβανόμενων και των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων, με εξαίρεση εκεινου της Ρώμης.

Οι θεολόγοι σχολιαστές και οι ιστορικοί αναλυτές οφείλουν να έχουν υπόψη τους, ότι η διαδικασία σύγκλισης μιας συνόδου στην Ορθόδοξη Εκκλησία αναμφίβολα δεν συμφωνεί ως  προς την τακτική ή την οργάνωση με ορισμένες Δυτικές Εκκλησίες, επειδή προϋποθέτει την συναίνεση μεταξύ όλων των Εκκλησιών και δέν είναι απλά απόφαση μιας Εκκλησίας ή ενός ηγέτη. Ωστόσο, είναι αφελές να απορρίψει κανείς ολοκληρωτικά τις διαφωνίες μεταξύ των διαφόρων Εκκλησιών, προεξοφλώντας ότι προέρχονται από διαξιφισμούς γιά εξουσία. Αν και μια τέτοια αντίληψη δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων λανθασμένη, και σίγουρα μια τέτοια διαδικασία να είναι απογοητευτική για όσους βρίσκονται εντός, όσο και για αυτούς που είναι εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είναι εντούτοις κατά κάποιο τρόπο μια βαθιά – αν και επώδυνη – δημοκρατική μέθοδος, που δεν γίνεται συχνά κατανοητή ευρύτερα.

Για την Μεγάλη Σύνοδο τα θέματα για συζήτηση και λήψη απόφασης έχουν επιμελώς καθοριστεί από τις αρχές του 1970, με ορισμένα θέματα να ανάγονται στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Τα θέματα και τα κείμενα περιλαμβάνουν κάποια εσωτερικής φύσεως ζητήματα, όπως η ιεραρχική τάξη των Εκκλησιών (δίπτυχα) και η συζήτηση γύρω από το θέμα του κοινού ημερολογίου, περιλαμβάνουν όμως και προβλήματα που προκύπτουν από την προσαρμογή της αρχαίας πίστης στη σύγχρονη πραγματικότητα, και ειδικότερα το θέμα της νηστείας, καθώς και τα κωλύματα του γάμου σε ένα πολιτισμικό και διαθρηκειακό περιβάλλον.

Το ποιο σημαντικό, όμως, είναι ότι τα κείμενα θίγουν ευαίσθητα ζητήματα, όπως οι σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις άλλες χριστιανικές ομολογίες, ο ρόλος και η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις σύγχρονες προκλήσεις της εποχής, καθώς και οι «ανορθόδοξες» (ή αντικανονικές) δομές διοίκησης που αντιμετωπίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία στον Δυτικό κόσμο.

Τα τελευταία τρία θέματα μπορεί να φαίνονται απλά ή αυτονόητα προς τους έξω, είναι όμως ζωτικής σημασίας για την πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Για παράδειγμα, το οικουμενικό άνοιγμα για μια κατά τα άλλα παραδοσιακή Εκκλησία είναι κρίσιμης σημασίας, αν λάβει κανείς υπόψη του τους παραδοσιαρχικούς κύκλους, ιδιαίτερα στον ελληνικό και σλαβικό κόσμο. Ο τρόπος που η Ορθόδοξη Εκκλησία αντιμετωπίζει την νεωτερικότητα έχει μια ενδιαφέρουσα και άμεση σχέση με τον τρόπο μαρτυρίας της στην δημόσια σφαίρα.

Το τρίτο στοιχείο αφορά στον ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε παραδοσιακά μη-Ορθόδοξες χώρες (που συχνά αποκαλείται Ορθόδοξη «διασπορά»). Το θέμα αυτό σχετίζεται με την επαναφορά στο κανονικό καθεστώς του ενός επισκόπου ανά περιοχή (ή πόλη), όταν σήμερα υπάρχουν επισκοπές που έχουν ένα μεγάλο αριθμό εθνικών Ορθοδόξων Εκκλησιών και επομένως περισσότερους από έναν επίσκοπο. Είναι έτοιμοι οι εκκλησιαστικοί ηγέτες να δώσουν κάποιο είδος πραγματικής αυτονομίας; Και ακόμη πιο σημαντικό: είναι οι εκκλησιαστικοί ηγέτες σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής έτοιμοι για μια περισσότερο συλλογική οργάνωση ή θα παραμείνουν στις έμμονες ιδέες με στενά εθνικά ενδιαφέροντα;

Ορισμένοι σχολιαστές σπεύδουν να επικρίνουν την προσεχή Σύνοδο ως μικρής σημασίας ή ακτινοβολίας. Οι επικριτές αυτοί αρέσκονται στο να υποστηρίζουν ότι κανένα δογματικό θέμα δεν πρόκειται να συζητηθεί και να αποφασιστεί. Δεν είμαι σίγουρος αν οι επίσκοποι στις αρχαίες οικουμενικές συνόδους γνώριζαν οι ίδιοι ότι επρόκειτο για την επίλυση διαφόρων θεολογικών και εκκλησιαστικών θεμάτων. Απλά ασχολούνταν με τα τρέχοντα θέματα, κι όχι μόνο θεολογικά αλλά και διοικητικά (εκκλησιαστικά) ή και πολιτικά (κανονικά).

Επίσης, υπάρχουν τουλάχιστον δύο θέματα προς συζήτηση στην Μεγάλη Πανορθόδοξη Σύνοδο,  που έχουν παγκόσμιο και χωρίς προηγούμενο ενδιαφέρον. Το πρώτο είναι ο τρόπος με τον οποίο οι Ορθόδοξες Εκκλησίες αντιμετωπίζουν τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και τον φανατισμό. Μια ενιαία και κατηγορηματική απάντηση στα εξτρεμιστικά και ανατρεπτικά στοιχεία και παρατάξεις – μερικές φορές από κύκλους που επηρεάζονται από ακραίους αντιδραστικούς μοναχούς – αποτελεί άμεση δεσμευτική απόφαση που θα προτείνει με έμφαση την «βασιλική οδό» διάκρισης  και μετριοπάθειας που υιοθέτησαν οι κλασσικοί διδάσκαλοι της αρχαίας Εκκλησίας. Θα δούμε, λοιπόν, μια καταδίκη των αυτονομιστικών ομάδων και μιαν εκ νέου δέσμευση προς ένα οικουμενικό άνοιγμα;

Ίσως τα θέματα με τις πλέον σημαντικές και μακροπρόθεσμες συνέπειες της Μεγάλης Συνόδου να είναι η συζήτηση και επίλυση των θεμάτων που αφορούν στην οργάνωση και την διοίκηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε ολόκληρο τον κόσμο. Το ερώτημα είναι εάν οι Ορθόδοξες εκκλησιαστικές κοινότητες στο εξωτερικό, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και την Δυτική Ευρώπη, καθώς και την Ασία ή Αυστραλία – που αποτελούνται από προσηλύτους και Ορθόδοξους μετανάστες, που όμως ενσωματώθηκαν στις νέες πατρίδες τους, μίλια μακριά από τις «Μητέρες Εκκλησίες» και τους πολιτισμούς από τους οποίους προήλθαν – έχουν φθάσει σε βαθμό ωριμότητας ή έχουν αποκτήσει κοινό φρόνημα και ευθύνη να διακονήσουν τον λαό και να διαχειρισθούν τις υποθέσεις του με ενότητα. Δυστυχώς, όμως, οι περισσότερες Ορθόδοξες Εκκλησίες φαίνεται να είναι κλεισμένες σε ένα ασφυκτικό και προστατευτικό εθνικισμό τον οποίον προσπαθούν να εξηγήσουν – ή πολλές φορές να δικαιολογήσουν – ως κάτι πιο σημαντικό ποιμαντικά, ακόμη και από τη συνεργασία και τη συνοδικότητα. Το πιό λυπηρό όμως είναι ότι σημερινοί επίσκοποι που διαποιμαίνουν στον σύγχρονο κόσμο και μέσα στις παγκόσμιες προκλήσεις – συγκρινόμενοι τουλάχιστον με τους προκατόχους των που βρίσκονταν στο «σιδηρούν παραπέτασμα» ή είχαν ξενοφοβικές τάσεις – ενδιαφέρονται λιγότερο στο να υπερβούν κάθε είδους προκάλυψης και τοπικισμού.

Ο χρόνος θα δείξει πόσο οι Ορθόδοξοι θέλουν πραγματικά την σύγκληση της Μεγάλης Συνόδου του 2016 και σε τι βαθμό οι αποφάσεις αυτής της Συνόδου θα γίνουν αποδεκτές από τις ίδιες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες. Θα έλεγα μάλιστα να είμαστε σε εγρήγορση για να δούμε πόσο πρόθυμη είναι η κάθε αυτοκέφαλη Εκκλησία να αφήσει κατά μέρος τις τάσεις ρατσιστικού εθνικισμού και τους πειρασμούς της κοσμικής εξουσίας.