Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Ο ΌΡΟΣ ΤΟΥ 1756 ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΚΑΝΟΝΟΛΟΓΟΙ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ

 Γράφει ο Θεόδωρος Ξ. Γιάγκου, Καθηγητής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ.
Δημοσιεύτηκε στο ΑΜΕΝ
Η μακρόχρονη περίοδος προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, η οποία στην πραγματικότητα ανάγεται στις αρχές του 20ού αιώνα, έδωσε ευρύτατο χώρο ανάπτυξης θεολογικών συζητήσεων, που εκφράστηκαν άλλοτε με οξύ τρόπο και άλλοτε νηφάλια. Σε όλο αυτό το διάστημα, η «επαναλειτουργία» του
συνοδικού θεσμού σε πανορθόδοξο επίπεδο υπογραμμιζόταν ως ζητούμενο σε επίσημες διορθόδοξες συναντήσεις και βεβαίως σε θεολογικά συνέδρια, ιδιαίτερα πανορθόδοξα. Π.χ. στο Α΄ συνέδριο των Ορθοδόξων Θεολογικών Σχολών (Αθήνα 1936), στην ημερήσια διάταξη τέθηκε το θέμα της συγκλήσεως Πανορθόδοξης Συνόδου εντός του πλαισίου της ορθόδοξης συνοδικής συνειδήσεως και παραδόσεως. Έκτοτε η ανάγκη αυτή υπογραμμίζεται συχνά και μάλιστα από τους πιο επίσημους εκπροσώπους του εκκλησιαστικού και θεολογικού κόσμου.
Ο Όρος του 1756, τον οποίο υπέγραψαν τρεις πατριάρχες, ήτοι ο Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος, ο Αλεξανδρείας Ματθαίος και ο Ιεροσολύμων Παρθένιος, επιβάλλοντας με το συγκεκριμένο κείμενο για πρώτη φορά επίσημα στο κλίμα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως τον αναβαπτισμό, πρωτίστως των Λατίνων και των Αρμενίων, δεν ήταν απόφαση συνοδικής διαβουλεύσεως. Ήταν απόφαση, τρόπον τινά, «Συνάξεως» των τριών Προκαθημένων. Είναι γνωστόν ότι τα πλείστα μέλη της Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου και μάλιστα οι Γέροντες Μητροπολίτες, που είχαν και τον έλεγχο της Συνόδου του Πατριαρχείου, διαφωνούσαν με τον Κύριλλο, γι’ αυτό και δεν συνυπέγραψαν τον Όρο. Παρέμειναν αποστασιοποιημένοι από τις θέσεις του Κυρίλλου.
Ο Όρος είχε περιορισμένη αποδοχή. Ανασυρόταν στην επιφάνεια κυρίως στις περιπτώσεις που η μεθοδευμένη λατινική προπαγάνδα γινόταν απειλητική κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι κανονικές πηγές της εποχής φαίνεται να τον αγνοούν επιδεικτικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, π.χ. στα Σχόλια των κανόνων που αναφέρονται στην αποδοχή των αιρετικών στην Εκκλησία (κανόνες 7 Β΄ Οικουμενικής και 95 Πενθέκτης), ουδεμίαν αναφορά κάνει για τον συγκεκριμένο Όρο, παρά το γεγονός ότι στη συνάφεια της απόρριψης του βαπτίσματος των Λατίνων θα μπορούσε να το είχε πράξει. Ακόμα και στο εκτενές Σχόλιο (το εκτενέστερο που υπάρχει στο Πηδάλιον) στον 46ο αποστολικό κανόνα, στο οποίο μεταξύ άλλων ο Αγιορείτης Πατέρας επίσης απορρίπτει το βάπτισμα των Λατίνων, ουδέποτε επικαλείται τον Όρο, παρά το γεγονός ότι τον γνώριζε. Το ότι ο Νικόδημος γνώριζε τον Όρο τεκμαίρεται από όσα σχετικά αναφέρονται στην πολύ σημαντική ανέκδοτη Αλληλογραφία μεταξύ του Νικοδήμου και του Ιεροκήρυκα της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Δωροθέου Βουλησμά, ο οποίος ορίστηκε από την Πατριαρχική Σύνοδο Κωνσταντινουπόλεως, προς το τέλος του 1790, ως «Ανακριτής» του περιεχομένου του Πηδαλίου, με σκοπό την εξασφάλιση της συνοδικής άδειας για την έκδοσή του. Στο πλαίσιο του διαλόγου που αναπτύχθηκε μεταξύ των δυο ανδρών, ο Βουλησμάς έστειλε στον Νικόδημο δύο Πραγματείες που έγραψε, κανονικού περιεχομένου, οι οποίες παραμένουν ανέκδοτες στον αθωνικό κώδικα Παντελεήμονος 520. Η πρώτη επιγράφεται: «Ότι πάντας δει βαπτίζειν αιρετικούς τους μη καθ’ εκατέραν την δεσποτικήν εντολήν βαπτισθέντας, την τε προ της αναστάσεως δηλαδή και την μετά την ανάστασιν», ενώ η δεύτερη: «Περί της προς τους ερχομένους προς ημάς αιρετικούς ή σχισματικούς ακριβείας, όπως δει δέχεσθαι δια βαπτίσματος». Σε αυτές τις κανονικές Πραγματείες, ο Βουλησμάς αυτοπαρουσιάζεται ότι είναι ακόλουθος μιας χορείας εκκλησιαστικών ανδρών της εποχής του, μεταξύ αυτών ο κοινός διδάσκαλος των δυο διαλεγομένων ανδρών στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, Ιερόθεος Δενδρινός, οι πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος και Νεόφυτος, καθώς και ο Ιεροσολύμων Παρθένιος. Αυτών τις θέσεις συμμεριζόταν ως προς τον τρόπο επιστροφής των αιρετικών στις τάξεις της Εκκλησίας και έτσι συνιστούσε να πράξει ο Νικόδημος, δηλαδή εμμέσως πλην σαφώς του υποδείκνυε τον Όρο του 1756. «Έτι επόμεθα … πολλοίς μέν τε και άλλοις επί τε σοφία και αρετή και αγιότητι αναλάμψασιν, οίος … ο εμός εν Σμύρνη διδάσκαλος Ιερόθεος και συν αυτώ ο κλεινός ην Νεόφυτος, και ευάριθμοι συν αυτοίς άλλοι εις άκρον του τε της ακριβείας και της οικονομίας λόγου ζηλωταί, μάλιστα δε τοις περι τον θειότατον Κύριλλον τον Κωνσταντινουπόλεως πατριάρχην και Παρθένιον τον των Ιεροσολύμων σοφώτατον ιεράρχην και Εφραίμ τον … αυτού διδάσκαλον, καμου αγιώτατον γέροντα». Συγκρίνοντας το περιεχόμενο των δύο εκτενών πονημάτων του Βουλησμά (καταλαμβάνουν περίπου 140 σελίδες στο χειρόγραφο) με όσα σχετικά ο Νικόδημος γράφει στο Πηδάλιον, συνάγεται αβίαστα ότι ο Αγιορείτης Κανονολόγος κράτησε επιφυλακτική στάση σε σχέση με τις θέσεις του Βουλησμά και ταυτόχρονα απόσταση από τις διατάξεις του Όρου του Κυρίλλου και των άλλων δύο πατριαρχών. Για ποιό λόγο; Ένας πιθανός λόγος είναι ότι ο Κύριλλος αντιμετωπίζεται από τους λεγόμενους σκωπτικώς Κολλυβάδες με όχι και τόσο κολακευτικά λόγια, καθόσον στο ζήτημα των μνημοσύνων κράτησε επαμφοτερίζουσα θέση και τελικά έκλινε σε επιλογή αντίθετη προς τη λειτουργική τάξη της Εκκλησίας και προς όσα υποστήριζαν οι Φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου αιώνα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο συγγραφέας (πιθανολογείται ότι αυτός είναι ο Αθανάσιος Πάριος ή έτερο πρόσωπο προσκείμενο σε αυτόν) του Φραγγελίου… περί των εν Κυριακαίς νεκρολογούντων, που περιέχεται στο χειρόγραφο Ευαγγελιστρίας Σκιάθου 43 (βλ. σελ. 8-10) κατακρίνει τον Κύριλλο για αστάθεια, όσον αφορά στο μείζον ζήτημα της θεολογικής έριδας, που συγκλόνισε το Άγιον Όρος και όχι μόνο, στο β’ μισό του 18ου αιώνα: «… αλλ’ εκείνοι (οι αγιαννανίτες μοναχοί που τελούσαν μνημόσυνα την Κυριακή) πλείονες όντες και ως κεφαλήν τον πρώην Οικουμενικόν Πατριάρχην κυρ Κύριλλον έχοντες (αυτός γάρ πρότερον μεν καλώς το έργον κατέκρινεν εναντίον αποκαλών της ανέκαθεν παραδόσεως, ύστερον δε ως κούφος παρά τινων υποκλαπείς μετεστράφη εις τόξον στρεβλόν˙ και γενόμενος λοιπόν ως εις εξ αυτών, μάλιστα και ενέπνευσεν αυτοίς δύναμιν, λέγων ότι ουδέν εστί τούτο και ότι αυτός επί του θρόνου ων έδιδεν εκδόσεις και ετέλουν εν Κωνσταντινουπόλει την Κυριακήν τα τοιαύτα μνημόσυνα), εκείνοι δή, φημί, ως πλείονες όντες υποβάλλουσιν αφορισμού επιτιμίω, ως δήθεν ταραχώδεις, τους μη συνευδοκούντας και απείργουσιν αυτούς ου μόνον εκκλησίας, ού μόνον κελλικής εισόδου, ου μόνον της κοινής ομιλίας και αναστροφής, αλλά και της του μύλου χρείας, κελεύσαντες ίνα μη αλήθωσιν αυτοίς˙ μη γάρ έχων (ως έφη τις) ο κυρ Κύριλλος εκ λόγου επιχειρίσασθαι, επεχείρησεν εκ της του μύλου πτερωτής. Ούτω τοιγαρούν οι ελεεινοί εκείνοι αδελφοί δεινώς διωκόμενοι και λιμαγχονούμενοι (ουκ έστι γάρ εύκολον εις έτερον μύλον απέρχεσθαι) φόβω του της παραβάσεως κρίματος και άκοντες κατέλιπον τας οικήσεις των και άλλος αλλαχόσε του Όρους ανεχώρησαν. Δεν εδυνήθησαν όμως ουδέ ούτως ησυχίαν ευρείν ουδαμού˙ ου γαρ μόνον οι αγιαννίται αυτοί εμπαθώς κατ’ αυτών φερόμενοι σκανδαλοποιούς και ταραχώδεις αυτούς εκήρυττον, αλλά και των έξω πολλοί φιλίως προς αυτούς διακείμενοι και τα των αγιαννιτών διεκδικούντες, ως μιάσματα τούτους απέφευγον και τους άλλους ούτω ποιείν επιμελώς άγαν εδίδασκον, ων απάντων ο κράτιστος και κορυφαιότατος ο ποτέ Χαλεπίου ην (δηλ. ο Γεννάδιος, ο πιο δυναμικός Αντικολλυβάς), ο γλώττα και χειρ και ους του κυρ Κυρίλλου και πρότερον εν Κωνσταντινουπόλει και νυν εν τω Όρει διατελών, τούτον, όστις ουκ οίδεν, οποιός εστίν ανήρ ούτος, ως απλώς ειπείν, τον της πόλεως και του Όρους αγνοεί δοίδυκα». Επομένως από το παράθεμα συνάγεται ότι όσα υποστηρίχτηκαν παλαιότερα περί θεολογικής συμφωνίας και συμπόρευσης του Κυρίλλου με τους Κολλυβάδες θα πρέπει να αναθεωρηθούν. Ο παραδοσιακός συγγραφέας του Φραγγελίου τάσσεται expressis verbis κατά του πατριάρχη Κυρίλλου, εν προκειμένω στο θέμα της αντικανονικής τελέσεως των μνημοσύνων κατά την ημέρα της Κυριακής και αντιμετωπίζεται η προσωπικότητά του με σκεπτικισμό. Θα μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί ότι οι λεγόμενοι Κολλυβάδες δεν εκτιμούσαν τις αμφιταλαντεύσεις του Κυρίλλου. Επιπροσθέτως από άλλες πηγές της εποχής, ο Κύριλλος παρουσιάζεται ότι προέβαλε τον αναβαπτισμό των Λατίνων και των Αρμενίων, ως ιδεολογικό σύνθημα προκειμένου να εξασφαλίσει την υποστήριξη του λαού που διαπνεόταν από αντιλατινισμό για να πετύχει την άνοδό του στον Πατριαρχικό Θρόνο. Ο απόηχος της ιδιοτελείας και των προσωπικών στόχων του Κυρίλλου διατηρήθηκε μέχρι την εποχή της συγγραφής του Πηδαλίου, δηλαδή μετά από τριάντα περίπου χρόνια, και προκαλούσε επιφυλακτικότητα ως προς τις υγιείς προθέσεις, από την πλευρά των νουνεχών. Έτσι μπορούμε να θέσουμε το ερώτημα: Ποιά ήταν η θέση των δύο σπουδαίων Αγιορειτών Κανονολόγων, Νικοδήμου και Χριστοφόρου Προδρομίτη, ως προς το επίμαχο θέμα των διατάξεων περί αναβαπτισμού των αιρετικών που περιέχονται στον Όρο του 1756;
Για την απάντηση στο ερώτημα θα πρέπει προηγουμένως να αναφερθεί ότι ο Νικόδημος υπέβαλε στην Πατριαρχική Σύνοδο Κωνσταντινουπόλεως μια πρώτη μορφή του Πηδαλίου προς το τέλος του 1790. Ακολούθησε μια τριετία, μέχρι το τέλος του 1793, γόνιμων συζητήσεων με τον Βουλησμά και με τον τότε πατριάρχη Νεόφυτο τον Ζ΄ (αμφότεροι τεταγμένοι προς την πλευρά της θέσεως του Κυρίλλου), οι οποίες περιστράφηκαν και μάλιστα με έντονο τρόπο και γύρω από το θέμα του βαπτίσματος και της χειροτονίας των αιρετικών. Ο Νικόδημος αρχικά υποστήριζε τη θέση ότι η Εκκλησία, συστοιχούσα στην αρχή της Οικονομίας, αποδεχόταν τους αιρετικούς χωρίς αναβαπτισμό και τους αιρετικούς κληρικούς χωρίς επανάληψη της χειροτονίας. Η παραπάνω θέση του Νικοδήμου κατακρίθηκε με έντονο τρόπο από τον Βουλησμά, ενώ προκάλεσε τον πατριάρχη Νεόφυτο να θέσει στον Νικόδημο τον αμετακίνητο όρο, ότι δεν θα παράσχει την άδεια για την εκτύπωση του Πηδαλίου, αν ο τελευταίος στα συγκεκριμένα κανονικά θέματα και σε άλλα συναφή, δεν θα συμμορφωνόταν προς την «Ανάκριση» (δηλ. την Εισηγητική Έκθεση) του Βουλησμά: «Αδύνατον έκδοσιν αποστείλαι, εάν μη κατά την Ανάκρισιν η βίβλος διαιτηθείσα προσκομισθή˙ τότε γάρ, φησίν (ο Πατριάρχης Νεόφυτος), αμέριμνον ημείς ποιησόμεθα περί πάντων τον της βίβλου πατέρα, ετοίμως έχοντες πάντα καταβαλείν τα εις τύπον δαπανηθησόμενα χρήματα». Αυτό ήταν ένα τελεσίγραφο από την πλευρά του πατριάρχη. Ο Ανακριτής του Πηδαλίου Βουλησμάς για να μεταπείσει τον Νικόδημο του έστειλε αυστηρά γράμματα και απείλησε μάλιστα ότι θα παραιτηθεί από τον έργο της «Ανακρίσεως». Θα αναφέρω ενδεικτικά κάποιες από τις σκληρές φράσεις του Βουλησμά κατά του Νικοδήμου: «Απατάται (ο Νικόδημος) δ’ επί τούτοις και άλλως δηλοποιών εν τη ερμηνεία του 68ου αποστολικού κανόνος ότι η Εκκλησία δέδεκται χειροτονίας αιρετικών, χρήσεις εις την τούτων εμπέδωσιν επάγων τον τε 8ον της πρώτης, τον τε 61ον της εν Καρθαγένη και την τετάρτην και εβδόμην τας οικουμενικάς συνόδους». Αλλού ο Βουλησμάς καλεί τον Νικόδημο να συνέλθει: «Ελθέ εις σεαυτόν, άνθρωπε, συμφωνών τους πατέρας τω ανεξελέγκτω και μη διά του εληλεγμένου διαμαχομένους συνάγων αυτούς και αντιφάσκοντας». Ο Νικόδημος όμως συνέχιζε να υποστηρίζει τη δυνατότητα αποδοχής αιρετικών κληρικών, χωρίς νέα χειροτονία, επικαλούμενος τη συνοδική πράξη της Εκκλησίας και ιδιαίτερα της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου: «Ότι δε αιρετικών, και αιρετικών εληλεγμένων συνοδικώς, αι χειροτονίαι εδέχθησαν οικονομικώς, δήλον από τε του της Καρθαγένης ξς΄ μεν καθ’ ημάς, 61 δε κατά τους ερμηνευτάς, φανερώς λέγοντος αιρετικούς τους Δονατιστάς, και δεχθέντος και τας χειροτονίας των, οίτινες προλαβόντως διά συνόδου ηλέχθησαν, από τε της χειροτονίας, ού μόνον, ως είπομεν, του Ανατολίου αλλά και του αγίου Μελετίου Αντιοχείας, τον οποίον οι πολλάκις συνοδικώς ελεγχθέντες αιρετικοί Αρειανοί εχειροτόνησαν, και την χειροτονίαν αυτού οι ορθόδοξοι εδέξαντο. Και αφίημι τους εικονομάχους, αιρετικούς καλουμένους παρά της Ζ΄ και εληλεγμένους, ουδέν δ’ ήττον δεχθέντας παρ’ αυτής μετά των χειροτονιών αυτών». Είναι σημαντικό ότι ο Νικόδημος ανατρέχει στα Πρακτικά της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, στην Α’ Πράξη της οποίας συζητήθηκε διεξοδικά το θέμα της αποδοχής των αιρετικών κληρικών, με τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως άγιο Ταράσιο να υποστηρίζει την μη αναχειροτονία των αιρετικών κληρικών, ακόμα και αυτών που είχαν χειροτονηθεί από αιρετικούς. Τέτοια επιχειρήματα διατυπώνονται από τον Νικόδημο συχνά στις Επιστολές του προς τον Βουλησμά (η Αλληλογραφία μεταξύ των δυο ανδρών αριθμεί 29 επιστολές).
Δεν γνωρίζουμε σε ποιά έκταση η απαίτηση του Βουλησμά και του πατριάρχη Νεοφύτου επηρέασε το περιεχόμενο των σχετικών Σχολίων του Πηδαλίου. Ο Νικόδημος ήταν πρόσωπο που χαρακτηριζόταν για τη διάκρισή του και για την ευαισθησία του να μην προκαλεί διαμάχες στο εκκλησιαστικό σώμα, γι’ αυτό και έν τινι μέτρω υποχώρησε στις υποδείξεις των δύο πατριαρχικών ανδρών. Εξάλλου, αν δεν το έπραττε, ήταν απολύτως βέβαιο ότι το έργο του θα κατέληγε στον κάλαθο των αχρήστων. Θα το έριχναν με τον τρόπο τους ο Βουλησμάς και ο πατριάρχης Νεόφυτος. Όμως είναι επίσης δεδομένο ότι ο Νικόδημος γνώριζε και υιοθετούσε τις κανονικές πηγές που προέβαλλαν και την αρχή της Οικονομίας, χωρίς να διστάζει. Είχε επαρκή κατάρτιση όσον αφορά την πατερική και κανονική διδασκαλία και το θάρρος να διατυπώνει τη γνώμη του. Θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο για την έρευνα, εάν σωζόταν κάποιο από τα αντίγραφα της πρώτης μορφής του Πηδαλίου, πριν από τη διόρθωση, κατά τις υποδείξεις του Βουλησμά.
Για τον Νικόδημο ήταν εν ταυτώ επώδυνο ο διχασμός του εκκλησιαστικού σώματος, αλλά και η ακύρωση του τεραστίου
κόπου του να συντάξει μια αξιόπιστη κανονική συλλογή, απαλλαγμένη από τους «οθνείους μύθους» των πολλών χειρογράφων «χυδαιονομοκανόνων» της εποχής του. Έτσι επέλεξε την οδό της διακριτικής υποχώρησης. Στην Επιστολή
του, με ημερομηνία 17 Σεπτεμβρίου 1792, γράφει στον Βουλησμά: «Θέλει λοιπόν η ιερά αυτής τελειότης (ο Δωρόθεος Βουλησμάς) να εστάθησαν ανεξέλεγκτοι οι αιρετικοί εκείνοι, ων τας χειροτονίας, καθώς και το βάπτισμα κατ’ οικονομίαν ποτέ η Εκκλησία εδέξατο; και δεν είναι αρκετός ο λόγος της οικονομίας να συμφωνήση τους παραδεξαμένους ταύτας θείους πατέρας με τους μη παραδεξαμένους, κατά τον λόγον της ακριβείας; Ευλόγησον, πάτερ, έστωσαν ανεξέλεγκτοι …Θέλει να μη εμποδίζουν οι κανόνες τους ανεξέλεγκτους ιερωμένους; Ευλόγησον, πάτερ, έστωσαν ανεμπόδιστοι…˙ ουδέ γαρ λόγων και φιλονικείας άξια τα τοιαύτα, καθ’ εαυτά όνταν ευτελή και ουδαμινά». Τα «Ευλόγησον» προφανώς δεν ήταν υποκριτικά από την πλευρά του Νικοδήμου. Είχαν αφετηρία τον σεβασμό του προς τους εκκλησιαστικούς θεσμούς.
Παράλληλα όμως με τα «Ευλόγησον», ο Νικόδημος διατήρησε την άποψή του ως προς την αρχή της Οικονομίας. Αυτά τα οποία γράφει σχετικά στο Σχόλιό του στον 46ο αποστολικό κανόνα μαρτυρούν αυτή την πραγματικότητα. Μπορούμε να υποθέσουμε, με το παρακάτω κείμενο, ότι ο Νικόδημος, όταν το έγραφε, απευθυνόταν πρωτίστως προς τους δυο πατριαρχικούς συνομιλητές του, οι οποίοι ήταν σταθερά ένθερμοι υποστηρικτές της Ακρίβειας. «Τούτων ούτως ειρημένων, δικαίως ήθελεν απορήση τινάς, διατί η αγία και Οικουμενική β΄ σύνοδος εις τον ζ΄ αυτής Κανόνα, αλλά δη και η Οικουμενική ς΄ εις τον 95 αυτής, δεν απέβαλον όλων των αιρετικών το βάπτισμα, κατά τους Αποστολικούς τούτους Κανόνας, και την περί τον άγιον Κυπριανόν σύνοδον, και όλους τους άλλους μεγάλους και θεοσόφους Πατέρας, τους προρρηθέντας, ων τα συγγράμματα, αυτή η ιδία, ως είπομεν, Οικουμενική ς΄ εν τω β΄ Κανόνι αυτής επεσφάγισεν, αλλά άλλων μεν αιρετικών εδέχθη το βάπτισμα, άλλων δε ουχί; Διά να γένη εύληπτος η λύσις της απορίας ταύτης, είναι χρεία να προηξεύρη τινάς, ότι δύω είδη κυβερνήσεως, και διορθώσεως φυλλάττονται εις την του Χριστού Εκκλησίαν. Το εν είδος ονομάζεται Ακρίβεια το δε άλλο ονομάζεται Οικονομία και Συγκατάβασις, με τα οποία κυβερνούσι την σωτηρίαν των ψυχών οι του Πνεύματος οικονόμοι, πότε μέν με το ένα, πότε δε με το άλλο. Λοιπόν οι άγιοι Απόστολοι εις τους προρρηθέντας Κανόνας των, και οι μνημονευθέντες άπαντες άγιοι, εμεταχειρήσθησαν την Ακρίβειαν, και δια τούτο αποβάλλουσι με τελειότητα το βάπτισμα των αιρετικών˙ αι δε δύω Οικουμενικαί σύνοδοι εμεταχειρίσθησαν την Οικονομίαν».
Στην ίδια γραμμή με τον Νικόδημο συμπορεύθηκε και ο συγγραφέας μιας άλλης σπουδαίας κανονικής συλλογής, που
εκδόθηκε κατά σύμπτωση την ίδια χρονιά (1800) με το Πηδάλιον. Πρόκειται για το Κανονικόν του διδασκάλου και φίλου του Νικοδήμου Χριστοφόρου Προδρομίτη, ο οποίος είναι γνωστό ότι καταδικάστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μαζί με τον Αθανάσιο Πάριο και τον Αγάπιο τον Κύπριο, για τη στάση τους στο θέμα της έριδας περί των μνημοσύνων. Ο Χριστοφόρος συνέταξε το Κανονικόν στηριζόμενος στο Πηδάλιον, από το οποίο αντέγραψε (εν όλω ή εν μέρει) 900 σχόλια (από τα 1300 περίπου που περιέχονται στο Κανονικόν). Ο Χριστοφόρος υιοθέτησε απολύτως τη θέση του Νικοδήμου και υπερμάχησε γι’ αυτήν, δηλαδή ότι η Εκκλησία σε ουκ ολίγες περιπτώσεις αποδέχθηκε τους αιρετικούς κληρικούς (σε αυτούς συγκαταλέγονται και όσοι χειροτονήθηκαν από αιρετικούς), χωρίς επανάληψη της χειροτονίας, σε περίπτωση επιστροφής τους στην Εκκλησία. Η παρακολούθηση του διαλόγου που αναπτύχθηκε μεταξύ του Χριστοφόρου και του Βουλησμά, ο οποίος και σε αυτήν την περίπτωση ορίστηκε ως Ανακριτής της νέας κανονικής συλλογής, δηλαδή του Κανονικού, διευκολύνεται από την ύπαρξη επαρκών πηγών. Συγκεκριμένα έχουν διασωθεί τα δυο αντίγραφα του Κανονικού (χειρόγραφα Παντελεήμονος 144 και 145), που υποβλήθηκαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο από τον Χριστοφόρο, για να λάβουν τη συνοδική έγκριση για την έκδοση και στα οποία υπάρχουν οι λογοκριτικές παρεμβάσεις του Βουλησμά, κυρίως στο θέμα του τρόπου της αποδοχής των αιρετικών κληρικών (βλ. παρακάτω σχετικά αντίγραφα), όπως επίσης έχει διασωθεί και η Εισηγητική Έκθεση του Βουλησμά περί του Κανονικού, καθώς και η Απολογία του Χριστοφόρου εις τα του κυρίου Δωροθέου και η Επιστολή του Βουλησμά προς τον πατριάρχη Νεόφυτο Ζ’ (τα τρία τελευταία κείμενα περιέχονται στο χειρόγραφο Παντελεήμονος 528). Σε όλα τα παραπάνω κείμενα ο Χριστοφόρος παρουσιάζεται ανυποχώρητος, προτάσσοντας τη μαρτυρία των πηγών, ότι η Εκκλησία στο ζήτημα της αποδοχής των αιρετικών συνήθως υιοθετούσε την Οικονομία. Αυτά υποστήριζαν οι δυο Πατέρες του Φιλοκαλικού Κινήματος κατά τον 18ο αιώνα. Εδώ ακριβώς είναι σημαντικό το εξής σχόλιο: τα κείμενα των δύο Αγιορειτών Κανονολόγων, συγκρινόμενα προς τα υιοθετηθέντα προσυνοδικώς σχετικά κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, είναι πιο τολμηρά. Το ίδιο ισχύει και με πολλά άλλα πατερικά κείμενα που υπάρχουν στις πηγές.
Η μαθητεία στην εκκλησιαστική πράξη, όπως αυτή προκύπτει μέσα από τις πηγές, διευρύνει τον ορίζοντα. Τα κείμενα είναι αυτά που μας διδάσκουν και είναι αυτά που ανοίγουν τον δρόμο για την αντιμετώπιση αναλόγων ζητημάτων στην εποχή μας. Με κατηγορηματικό τρόπο μπορώ να ισχυρισθώ ότι στη χειρόγραφη κανονική και λειτουργική γραμματεία υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός πληροφοριών, που μας αποκαλύπτει ποιά ήταν διαχρονικά η πράξη της Εκκλησίας. Όταν κάποιος μαθητεύσει σε αυτή την γραμματεία, αποκτά ισχυρά και ακλόνητα ερείσματα που ξεπερνούν κατά πολύ τη συνθηματολογία. Δεν θα προχωρήσω στην παράθεση όσων πληροφοριών γνωρίζω από τη σχετική χειρόγραφη παράδοση, μόνο θα επικαλεσθώ ότι στα χειρόγραφα Ευχολόγια, η σχετική Ακολουθία για την αποδοχή των αιρετικών, οικοδομείται αποκλειστικά γύρω από τους κανόνες 7 της Β’ Οικουμενικής και 95 της Πενθέκτης. Δεν μπορεί η λειτουργική πράξη της Εκκλησίας, η οποία σταθερά αρχίζει από τον 4ο αιώνα και διατηρείται μέχρι την εκπνοή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και εντεύθεν να βρίσκεται σε λάθος δρόμο.
Οι δυο Αγιορείτες Κανονολόγοι, Νικόδημος και Χριστοφόρος, δεν ήταν αυτοί που «νεολόγησαν» ως προς τις χειροτονίες των αιρετικών. Ενδεικτικά ο μεγάλος Κανονολόγος της Θεσσαλονίκης Ματθαίος Βλάσταρης, ο οποίος μάλιστα ήταν προσκείμενος προς τους Ησυχαστές, αποτύπωνε τη σχετική κανονικολειτουργική πράξη της Εκκλησίας με τα παρακάτω: «Ο δε νζ’ και ο ξη’ της εν Καρθαγένη, τους εκ της αιρέσεως των Δονατιστών τη ορθοδόξω πίστει προσερχομένους, μήτε, ει του λαού είεν, αναβαπτίζεσθαι διατάττονται, και τους κληρικούς έχει αύθις τους ιερατικούς βαθμούς, προνοία του πλείονας ούτω τη καθολική προσιέναι πίστει». Επίσης στη κανονική συλλογή που περιέχεται στο χειρόγραφο Λαύρας Κ14 (1301), που αντιγράφηκε το 1600 αναφέρονται τα παρακάτω (φ. 14r): « … αι τούτων (των Λατίνων) χειροτονίαι προς ημας μετατιθεμένων των παρ’ αυτοις χειροτονουμένων ουκ αποβάλλονται, επεί και τοις παρ’ ημών θείοις πατράσιν αυτών των αιρετικών αι χειροτονίαι ούκ απόβλητοι˙ πολλάκις γάρ γεγόνασιν ορθοδόξων».
Η στάση της Εκκλησίας απέναντι στους αιρετικούς συνήθως δεν εγκλωβιζόταν στη μεμψιμοιρία. Τούτο συνάγεται από τα
παρακάτω δυο χωρία. Το πρώτο ανήκει στον άγιο Θεόδωρο Στουδίτη και το δεύτερο στον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, του
οποίου τη μνήμη η Εκκλησία τίμησε αυτές τις μέρες.
α. «Το δε ειρηκέναι σε μη διακριναί τον κανόνα, αλλ’ οριστικώς αποφάναι τους από αιρετικών χειροτονηθέντας ή  βαπτισθέντας ούτε κληρικούς είναι δυνατόν ούτε πιστούς, εκείνο λογίζου, ότι αιρετικούς ο αποστολικός κανών εκείνους
έφη, τους μη εις όνομα Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος βαπτισθέντας ή βαπτίζοντας και τούτο εκ θείας φωνής του Μεγάλου Βασιλείου διδασκόμεθα».
β. «Γνωστικός μεν ανήρ φοβερόν επερώτησε πρόβλημα. Ποία, φήσας, αμαρτία, φόνου και αρνήσεως χωρίς, βαρυτέρα
πασων καθέστηκε; Καμού, το εις αίρεσιν πεσειν ειρηκότος˙ Και πως, φησίν, αιρετικούς εκκλησία μεν καθολική δεχόμενη
συν τω γνησίω της οικείας αιρέσεως αναθεματισμώ της των μυστηρίων αυτούς άξιοι μεταλήψεως˙ τον δε πεπορνευκότα
εξομολογούμενον και της αμαρτίας παυόμενον εισδεχομένη επί χρόνους αυτόν των αχράντων μυστηρίων αφορίζειν παρά
των αποστολικών υποτρέπεται κανόνων; Καμού τη απορία καταπλαγέντος, το άπορον μεμένηκεν άπορον και αδιάλυτον».
 
* * *
Όλα τα παραπάνω αποτυπώνουν πατερικές θέσεις. Τίθενται στο δημόσιο διάλογο για να οικοδομηθεί η σύνθεση. Η εκκλησιαστική πράξη είναι σοφή και σοφίζει όσους απροκατάληπτα μαθητεύουν σε αυτή.