Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

ΑΝ. ΒΑΒΟΥΣΚΟΣ: ΜΙΑ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

vavouskos

Γράφει ο Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος στην Romfea.gr
Δικηγόρος - Άρχων Ασηκρήτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου


Ήλθε σε γνώση μου κείμενο του κ. Νικολάου Μάννη, Εκπαιδευτικού, το οποίο δημοσιεύθηκε στην παρούσα ιστοσελίδα, με θέμα τη δυνατότητα του Πατριάρχη Ιεροσολύμων να συγκαλέσει σύνοδο πανορθοδόξου χαρακτήρα.

Ο τίτλος του («Και όμως ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων μπορεί (και επιβάλλεται) να συγκαλέσει Σύνοδο πανορθοδόξου χαρακτήρα!») συνιστά αμάχητο τεκμήριο, ότι το κείμενο αυτό συνιστά «απάντηση» στο ήδη δημοσιευθέν δικό μου άρθρο με παρεμφερή τίτλο.
Δυστυχώς, όμως, για τον συντάκτη του κειμένου αυτού, πρόκειται για απρόσφορη απόπειρα και όχι για τετελεσμένη πράξη. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά, που μια τέτοια κίνηση λαμβάνει χώρα.
Επανειλλημένως, στο πρόσφατο παρελθόν υπέστησαν τα άρθρα μου την ίδια μεταχείριση, δηλαδή να αποτελούν όχι μόνο την αφορμή για συγγραφή «συντριπτικών απαντήσεων» αλλά και ένα αξιόλογο κομμάτι από την έκταση των «απαντήσεων» αυτών.
Επί των τυπικών ζητημάτων, καταρχήν.
α) ο συντάκτης του κειμένου σημειώνει στο κείμενό του, ότι «επιστρατεύτηκε και ο, προσφάτως τιμηθείς από τον κ. Βαρθολομαίο με το οφφίκιο του «Άρχοντα Ασηκρήτη», Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος [3], με σκοπό να δικαιωθεί, εξ απόψεως Εκκλησιαστικού Δικαίου, αυτή η απορριπτική στάση».
Η χρήση τέτοιων εκφράσεων («επιστρατεύτηκε») θα πρέπει να επισημάνω στον συντάκτη του κειμένου, ότι δεν συνάδουν με την επιστημονική δεοντολογία. Όποιος κάνει επιστήμη, γράφει και ως επιστήμων.
Περαιτέρω, όταν – παρά ταύτα – αποδίδει κάποιος τέτοια βαριά κατηγορία, οφείλει και να την αποδεικνύει, ώστε σε αντίθετη περίπτωση, να μην πέφτει στην εκτίμηση των αναγνωστών του, και πιθανόν θαυμαστών του.
β) το κείμενο μου, όπως δημοσιεύθηκε, συνιστά άρθρο και όχι γνωμάτευση. Τούτο είναι αυτονόητο και από τα «γνωστά τοις πάσι», σε όσους ασχολούνται πραγματικώς με την επιστήμη, ιδίως του Κανονικού Δικαίου.
Λυπούμαι, που ο συντάκτης αυτής της «απαντήσεως» συγχέει ολίγον τα πράγματα και χαρακτηρίζει το κείμενο μου ενίοτε ως άρθρο ενίοτε ως γνωμάτευση. Με τιμά η έστω και εν μέρει εκ μέρους του αναβίβαση του άρθρου μου σε γνωμάτευση (δηλαδή γνωμοδότηση), αλλά….
Συνεπώς, ως προς τα τυπικά θέματα, θα συμβούλευα τον συγγραφέα να είναι πιο προσεκτικός, διότι θα επαναλάβω: όταν κάνουμε επιστήμη, προσέχουμε τι γράφουμε και πως το γράφουμε.
Τώρα, επί της ουσίας.
Ο συντάκτης του κειμένου αυτού θεωρεί, ότι διέψευσε τον Βαβούσκο. Λυπούμαι, που θα τον διαψεύσω και επί της ουσίας.
Ας δούμε, λοιπόν, τα κύρια χαρακτηριστικά όλων αυτών των συνόδων, που έλαβαν χώρα στα Ιεροσόλυμα, για να διακρίνουμε ομοιότητες ή διαφορές.
Α) η σύνοδος του 763 συνήλθε ως σύνοδος Προκαθημένων (συμμετείχαν ο Αλεξανδρείας και ο Αντιοχείας) με αντικείμενο την καταδίκη της Εικονομαχίας και όχι κάποιον Οικουμενικό Πατριάρχη ή απόφαση συνόδου που αυτός συνεκάλεσε αρμοδίως και προήδρευσε, αποστέλλοντας η σύνοδος αυτή «μετά διετίαν λαμπράν ομολογίαν πίστεως είς τε την Αλεξάνδρειαν, την Αντιόχειαν και την Ρώμην, οπόθεν η ομολογία αύτη τω 767 διεβιβάσθη είς την Γαλλίαν προς τον Πιπίνον (752-768), όν προέτρεπον οι εν Κ/πόλει προς αποδοχήν της Εικονομαχίαν» Βλ. Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου, Ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, εν Ιεροσολύμοις 1910, 298).
Β) Η σύνοδος του 836 συνήλθε επίσης ως αντίδραση σε αποφάσεις των μετά την Ζ΄ Οικουμενική σύνοδο εικονομάχων αυτοκρατόρων (Λέων Ε΄ ο Αρμένιος, Μιχαήλ Β΄ ο Τραυλός και Θεόφιλος), με τις οποίες αναβίωσε η Εικονομαχία. Συνεπώς, η σύνοδος κατέκρινε αποφάσεις πολιτειακών οργάνων και όχι απόφαση συνόδου, που συνεκάλεσε αρμοδίως Οικουμενικός Πατριάρχης και διετέλεσε πρόεδρος αυτής.
Γ) η σύνοδος του 1443 συνήλθε για να καταδικάσει τις αποφάσεις της συνόδου Φερράρα – Φλωρεντίας και καθήρεσε τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Μητροφάνη τον Β΄.
Συνεπώς και αυτή η σύνοδος κατέκρινε απόφαση μιας συνόδου, που ξεκίνησε ως «Οικουμενική» αλλά απώλεσε τον χαρακτήρα αυτόν, όταν δεν υπογράφηκε από τους εκπροσώπους των Πατριαρχείων της Ανατολής, όταν μάλιστα η σύγκληση και η απόφαση της υπαγορεύθηκε από την πολιτειακή εξουσία, ως λύση που θα ευνοούσε την αντίσταση της αυτοκρατορίας κατά των Οθωμανών.
Συνεπώς, και η σύνοδος αυτή ασχολήθηκε με θέμα, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο αποφάσεως συνόδου καταρχήν «Οικουμενικής», όχι όμως συνόδου που συνεκάλεσε Οικουμενικός Πατριάρχης και προήδρευσε ο ίδιοςτου Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Αντιθέτως, η σύνοδος του 1672 είχε ως αφορμή απόφαση της Μεγάλης συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως και όχι πολιτειακού οργάνου ή συνόδου του επιπέδου της συνόδου Φερράρα – Φλωρεντίας, η οποία σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως συνεκλήθη αρμοδίως από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος και προήδρευσε αυτής.
Συνεπώς, η σύνοδος του 1672 στα Ιεροσόλυμα συνεκλήθη και έκρινε απόφαση συνόδου:
• που συνεκάλεσε αρμοδίως ο Οικουμενικός Πατριάρχης
• εντός των αρμοδιοτήτων του
• και προήδρευσε αυτής.
Ο νυν Πατριάρχης Ιεροσολύμων επιδιώκει τη σύγκληση συνόδου Προκαθημένων για να κρίνει αρνητικώς σύνοδο:
α) που συνεκάλεσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης αρμοδίως,
β) προήδρευσε αυτής και
γ) αποφάσισε επί θέματος που είναι της αρμοδιότητάς της
Όπως, λοιπόν, γίνεται σαφές, το μόνο παράδειγμα, το οποίο ταυτίζεται και είναι συμβατό με το ζήτημα, είναι αυτό της συνόδου των Ιεροσολύμων του 1672.
Τα λοιπά παραδείγματα, που επικαλείται ο συντάκτης του κειμένου – «απαντήσεως» στο άρθρο μου είναι εκτός θέματος. Γνωστά σε μένα αλλά εκτός θέματος.
Συνεπώς, και επί ουσιαστικής βάσεως θα ήθελα να συμβουλεύσω τον συγγραφέα να είναι πιο προσεκτικός στην κατανόηση των όσων διαβάζει και αποφασίζει να «αποδομήσει».