Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2022

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ: ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ΕΙΝΑΙ Η ΕΡΓΑΛΕΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΑΠΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΣΥΧΝΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Οκουμενικόν Πατριαρχείον 

Greek/ France

Ο Παναγιώτατος απηύθυνε ομιλία κατά την έναρξη του Διεθνούς Συνεδρίου “World Policy Conference” και αναφέρθηκε στις σχέσεις με την Εκκλησία της Ρωσσίας, η οποία συντάσσεται, όπως είπε, με το πολιτικό ιδεολόγημα του “Ρωσσικού κόσμου” 

Σε νέα ηχηρή καταδίκη του πολέμου στην Ουκρανία προχώρησε η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, σε ομιλία του, σήμερα, 9 Δεκεμβρίου 2022, κατά την έναρξη του Διεθνούς Συνεδρίου “World Policy Conference – For a Reasonably Open World”, που διεξάγεται στο Abu Dhabi, υπογραμμίζοντας ότι ο εν εξελίξει πόλεμος έχει οδηγήσει στον θάνατο χιλιάδες ανθρώπους, Ουκρανούς και Ρώσσους, ενώ είναι ανυπολόγιστες οι καταστροφές σε υποδομές στο έδαφος της Ουκρανίας. 

Ο Παναγιώτατος, στην εκτενή ομιλία του, ενώπιον προσωπικοτήτων από όλο τον κόσμο, αναφέρθηκε στους ιστορικούς πνευματικούς δεσμούς των Ρως του Κιέβου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, από το οποίο έλαβαν το βάπτισμα στον Χριστιανισμό, τον 10ο αιώνα, και στις προσπάθειες υπονόμευσης της Πρωτόθρονης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και του ρόλου της στον Ορθόδοξο κόσμο από την Ρωσσία, μετά την Άλωση της Πόλεως, και ιδιαιτέρως από τον 19ο αιώνα, οπότε σε συνδυασμό με το δόγμα του πανσλαβισμού εργαλειοποίησε το θρησκευτικό συναίσθημα για την επίτευξη αλλότριων με αυτό, πολιτικών και στρατιωτικών σκοπών. Αυτή η στάση, που ως στόχο είχε την απομάκρυνση των σλαβοφώνων πιστών από την Μητέρα τους Εκκλησία και την προβολή της Μόσχας ως “Τρίτης Ρώμης” οδήγησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο να την καταδικάσει, το 1872, ως αίρεση, την αίρεση του εθνοφυλετισμού, που έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με την οικουμενικότητα του Ευαγγελικού μηνύματος, αλλά και με την αρχαία παράδοση οργάνωσης και διοίκησης της Εκκλησίας.

Αυτή η αίρεση του εθνοφυλετισμού, με όχημα τον Πανσλαβισμό και την διάσπαση του ποιμνίου του Πατριαρχείου, τόνισε ο Πατριάρχης, ήταν χρήσιμη για τους στόχους της Μόσχας και η αιτία για το μίσος που προκλήθηκε μεταξύ των ομόδοξων Χριστιανών των Βαλκανίων, που εκδηλώθηκε κατά τους Βαλκανικούς πολέμους και τις φρικαλεότητες που συνέβησαν στις αρχές του 20ου αιώνα. 

Στην ομιλία του ο Παναγιώτατος αναφέρθηκε στην περιθωριοποίηση της θρησκείας κατά την περίοδο της Σοβιετικής Ενώσεως, και στην εκ νέου εργαλειοποίησή της στα χρόνια που ακολούθησαν την πτώση της. Όπως είπε, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία τάχθηκε στο πλευρό του Βλάντιμιρ Πούτιν, ειδικά μετά την εκλογή του Μακ. Πατριάρχη Κυρίλλου, το 2009.

“Συμμετέχει ενεργά στην προώθηση της ιδεολογίας του Rousskii Mir, του Ρωσικού Κόσμου, σύμφωνα με την οποία γλώσσα και θρησκεία καθιστούν δυνατό τον καθορισμό ενός συνεκτικού συνόλου που θα περιλαμβάνει τη Ρωσία, την Ουκρανία, τη Λευκορωσία καθώς και τα άλλα εδάφη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και της διασποράς. Η Μόσχα (τόσο η πολιτική εξουσία όσο και η θρησκευτική) θα αποτελούσε το κέντρο αυτού του κόσμου, αποστολή του οποίου θα ήταν να καταπολεμήσει τις παρακμιακές αξίες της Δύσης. Αυτή η ιδεολογία αποτελεί όργανο νομιμοποίησης του ρωσικού επεκτατισμού και τη βάση της ευρασιατικής στρατηγικής του. Η σύνδεση με το παρελθόν του εθνοφυλετισμού και το παρόν του Ρωσικού Κόσμου είναι προφανής. Η πίστη γίνεται έτσι η ραχοκοκαλιά της ιδεολογίας του καθεστώτος του Πούτιν.”

Στη συνέχεια ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφέρθηκε στην άρνηση της Ρωσσικής Εκκλησίας να συμμετάσχει στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη το 2016,  και στην επιδείνωση των σχέσεων μετά την παραχώρηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το 2019, της Αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας.  Πρόσθεσε δε ότι η εισβολή στην Ουκρανία, στις 24 Φεβρουαρίου 2022, ενέτεινε την πόλωση. 

“Η διφορούμενη στάση του Πατριάρχη Κύριλλου για τον πόλεμο και η υποστήριξη των πολιτικών του Προέδρου Πούτιν έχουν προκαλέσει έντονη κριτική στον Ορθόδοξο κόσμο και όχι μόνο. Την αποδοκιμασία τους εξέφρασαν και οι Ορθόδοξοι της Ουκρανίας, που είχαν επιλέξει να παραμείνουν υπό την Ρωσική Εκκλησία. 

Έτσι βαθαίνει και διευρύνεται ο διχασμός του ορθόδοξου κόσμου. Ορισμένες Εκκλησίες συμφωνούν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο· άλλες, των οποίων οι χώρες εξαρτώνται υπερβολικά από τη Ρωσία, υποστηρίζουν τυφλά το Πατριαρχείο Μόσχας. άλλοι πάλι προτιμούν να τηρούν μια συνένοχη σιωπή. Εν τω μεταξύ, η Ρωσική Εκκλησία χρησιμοποιεί τα μέσα του κράτους για να εδραιώσει την επιρροή της στο κανονικό έδαφος άλλων Εκκλησιών, σε αντίθεση με τους πιο στοιχειώδεις κανόνες της εκκλησιαστικής οργάνωσης της Ορθοδοξίας. Οι παρεμβάσεις της στην Αφρική παρουσιάζονται ως τιμωρητικές ενέργειες κατά του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας για την αναγνώριση της αυτοκεφαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας. Είναι προφανές ότι σε αυτές τις συνθήκες ο ειρηνοποιητικός ρόλος της Εκκλησίας γίνεται πολύ δύσκολος.”

Ο Παναγιώτατος επεσήμανε ότι όλα τα παραπάνω, πέρα από τη σημασία τους για την εκκλησιαστική ζωή, μαρτυρούν τον αυξανόμενο ρόλο του θρησκευτικού παράγοντα σε μεγάλα παγκόσμια ζητήματα.

“Οι ιδεολογίες εξασθενούν η μία μετά την άλλη. Το τέλος του κομμουνισμού άφησε ένα μεγάλο κενό σε ένα ολόκληρο μέρος του κόσμου που ζούσε υπό την κυριαρχία του και σε άλλους πληθυσμούς που είχαν επενδύσει τις ελπίδες τους σε αυτό. Η κρίση της παγκοσμιοποίησης και του φιλελευθερισμού δημιουργεί επίσης βαθιές απογοητεύσεις και επικίνδυνες δυσαρέσκειες. Σε αυτό το τοπίο των υλιστικών ιδεολογιών που καταρρέουν, η πνευματικότητα επιστρέφει δυναμικά. Ωστόσο, αυτή η επιστροφή μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο, εάν δεν εκφραστεί σύμφωνα με προσεγγίσεις που ενσωματώνουν τη σοφία των θρησκευτικών παραδόσεων που αντλούνται από την κληρονομιά των μεγάλων πολιτισμών του παρελθόντος.”

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπογράμμισε ότι η πηγή των προβλημάτων είναι η εργαλειοποίηση της θρησκείας από πρόσωπα που συχνά δεν έχουν πραγματική πίστη. Σημείωσε δε, ότι οι Ρώσοι Ορθόδοξοι αποτελούν μεγάλο πλούτο για την Ορθοδοξία και για ολόκληρο τον κόσμο. 

“Η Ρωσική Ορθοδοξία είχε τεράστια πνευματική και καλλιτεχνική προσφορά, όπως και στη διανόηση. Υπήρξε δυστυχώς θύμα των παρεμβάσεων της ρωσικής πολιτικής εξουσίας. Η σοβιετική καταπίεση προκάλεσε τον όλεθρο, στερώντας ολόκληρες γενιές από την ευλογία της πίστης και της σοφίας της Εκκλησίας. Το νεο-αυτοκρατορικό καθεστώς, στην ανάγκη του να ισχυροποιηθεί, βασίστηκε σε αυτό που του φαινόταν πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο: το ανανεωμένο θρησκευτικό συναίσθημα του ρωσικού λαού. Δυστυχώς, πέτυχε να οδηγήσει ένα μέρος του ορθοδόξου κλήρου σε αυτόν τον δρόμο. Κυρίως, υιοθέτησε και ενίσχυσε τις αιρετικές προσεγγίσεις του τσαρικού καθεστώτος σε ένα πλαίσιο κακής ερμηνείας των εκκλησιαστικών κανόνων, εν μέρει λόγω της πνευματικής σήψης της σοβιετικής περιόδου.

Οι συνέπειες είναι πολύ σοβαρές. Ο εθνο-θρησκευτικός φανατισμός που έχει ενσταλαχθή στη ρωσική νεολαία πνίγει τις προοπτικές για ειρήνη και συμφιλίωση. Ο ορθόδοξος κόσμος είναι διχασμένος και αυτός ο κατακερματισμός προβάλλεται σε φτωχές χώρες, των οποίων οι άνθρωποι ήλπιζαν να βρουν ανακούφιση στην πίστη. Πάνω από όλα, βλάπτει τη Ρωσική Εκκλησία, αφού αργά ή γρήγορα οι άνθρωποι θα συνειδητοποιήσουν τις υπερβολές μιας Εκκλησίας που υπόκειται σε στόχους που δεν έχουν καμία σχέση με την αρχική της αποστολή.”

Ολοκληρώνοντας την ομιλία του ο Παναγιώτατος τόνισε ότι ορισμένες φορές οι ειδικοί στις διεθνείς σχέσεις τείνουν να αγνοούν ή να περιθωριοποιούν τον ρόλο και τη σημασία του θρησκευτικού παράγοντα, αυθεντικού ή χειραγωγούμενου. 

“Έχουμε, ωστόσο, εισέλθει σε μια περίοδο κατά την οποία αυτός ο παράγοντας γίνεται όλο και πιο σημαντικός. Οι θεολόγοι και άλλοι ειδικοί σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη λειτουργία των Εκκλησιών πρέπει αναμφίβολα να ανοιχτούν σε άλλες προοπτικές και να αναπτύξουν διάλογο με άλλους επιστημονικούς κλάδους. Είναι επίσης σημαντικό, οι ειδικοί στις κοινωνικές επιστήμες, τις πολιτικές επιστήμες και τις διεθνείς σχέσεις να ξεπεράσουν τον όποιο δισταγμό τους και να εμβαθύνουν στα θρησκευτικά ζητήματα. Η κατανόηση ενός νέου κόσμου που διαμορφώνεται μπροστά στα μάτια μας δεν μπορεί να αγνοήσει το θρησκευτικό γεγονός.”

O Παναγιώτατος έφτασε στο Abu Dhabi αργά το απόγευμα της Πέμπτης, 8 Δεκεμβρίου, όπου στο αεροδρόμιο τον υποδέχθηκαν εκπρόσωπος της Κυβερνήσεως των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και οι Εξοχότατοι Πρέσβεις της Ελλάδος κ. Αντώνιος Αλεξανδρίδης, και της Τουρκίας κ. Tugay Tunçer, με την σύζυγό του Ευγεν. κ. Burcu Keriman Erdoğdu-Tunçer, με τους οποίους είχε σύντομη και εγκάρδια συνομιλία.

Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία του Παναγιωτάτου:

 


Sa Toute-Sainteté le Patriarche œcuménique Bartholomée 

World Policy Conference 

Abu Dhabi, 9-11 décembre 2022

Éminences,

Excellences,
Honorables participants,

Cher Thierry de Montbrial,

Mesdames et Messieurs,

Chers amis,

Nous tenons à remercier très chaleureusement les organisateurs de cette nouvelle édition de la World Policy Conference For a Reasonably Open World de nous avoir invité une nouvelle fois à participer à ces travaux tres interessants.

La guerre ukrainienne, provoquée par l’agression injuste de la Russie en février 2022, constitue la pire crise géopolitique et humanitaire européenne depuis la fin de la Deuxième Guerre mondiale. Elle s’accompagne du sacrifice d’un grand nombre d’Ukrainiens, Russes et autres, ainsi que de la destruction de tout un pays. Fallait-il s’attendre à un tel désastre ?

Les spécialistes des relations internationales cherchent à expliquer cette situation en se référant aux conditions de la sortie de la Guerre froide. L’Occident a-t-il eu tort de profiter de l’implosion de l’Union soviétique pour asseoir son influence à l’Est ? Le changement des grands équilibres en Europe a-t-il réveillé les craintes anciennes d’un possible encerclement de la Russie ? D’autre part, comment ne pas prendre en considération la volonté d’indépendance de peuples ayant vécu sous l’oppression soviétique ? Comment ne pas répondre par des actes de solidarité au coupable abandon de l’Europe de l’Est à la domination de Moscou au nom du système des zones d’influence établi par les accords de Yalta?

Ce débat est sans doute valable. Pourtant, la vision de notre Église se situe au-delà de ces perspectives d’actualité. Son regard est davantage enraciné dans l’histoire en général et dans l’histoire ecclésiastique en particulier. Nous considérons que la source de nos malheurs est la conséquence d’erreurs de jugement en ce qui concerne les questions liées à la foi. C’est pour cette raison que nous identifions au terme d’orthodoxie, d’une foi juste et droite.

L’Église orthodoxe a joué un rôle fondamental dans l’émergence de ces deux réalités, à la fois séparées et entremêlées, que sont la Russie et l’Ukraine. Le lieu du drame se trouve à l’intersection d’un double carrefour, de l’Europe et de l’Asie. Il s’agit d’abord de l’isthme entre la mer Baltique et la mer Noire, axe essentiel pour le commerce entre l’Europe du Nord et la Méditerranée orientale. En perpendiculaire à ce couloir, dans la partie méridionale de l’actuelle Ukraine, se forme un corridor ouvert à la circulation des peuples, par lequel sont passées plusieurs invasions successives. La fonction commerciale a permis la structuration de pouvoirs et l’ouverture à la civilisation et au monde extérieur. Les vagues d’invasions et les convoitises des puissances environnantes ont par contre souvent défait les structures politiques et soumis les populations à d’énormes souffrances. C’est cette dialectique entre construction et destruction qui explique l’émergence d’une identité ukrainienne. 

La carte politique de l’espace de l’actuelle Ukraine a changé de forme à plusieurs reprises le long des siècles, depuis la Rus’ kiévienne au 9e siècle jusqu’à Catherine II au 18e siècle, quand la majeure partie de l’Ukraine s’est trouvée intégrée dans l’Empire russe. Au fil des siècles, les populations de l’Ukraine ont été soumises à des dominations étrangères successives : russe, polonaise, mongole, lithuanienne ou autrichienne. Le 20e siècle a été particulièrement dur pour les Ukrainiens. Ils ont subi la grande famine de l’époque stalinienne, Holodomor, et se sont trouvés au milieu de la confrontation armée de l’Union soviétique et de l’Allemagne nazi pendant la Deuxième Guerre mondiale. 

Cette histoire explique la volonté de se différencier de l’ensemble russe et de se relier à l’Europe et à ses valeurs. Ces conditions permettent aussi de comprendre l’importance de la religion, élément à la fois fondateur et libérateur de la conscience ukrainienne. À partir de Constantinople, le Patriarcat œcuménique a introduit le christianisme et la civilisation byzantine déjà au 9e siècle aux peuples de cette région. Il a joué un rôle fondamental dans l’organisation des communautés religieuses qui se sont formées autour de la Métropole de Kiev, et ensuite autour du Patriarcat de Moscou. 

Pourtant ses enseignements en ce qui concerne les règles d’organisation et de fonctionnement ecclésiastique, hérités de la longue histoire du Christianisme et qui reflètent toute la sagesse administrative et philosophique du monde de la Méditerranée orientale, n’ont pas été toujours respectés par Moscou. Le pouvoir impérial a voulu soumettre l’église à sa volonté dans son effort d’instrumentaliser le sentiment religieux à ses fins politiques et militaires. Ainsi, à partir de la prise de Constantinople par les Ottomans en 1453, Moscou aspire à remplacer le Patriarcat œcuménique en proclamant que Moscou représente “la troisième Rome”. Cette politique de longue durée de Moscou constitue un facteur fondamental de division du monde orthodoxe.

À partir du 19e siècle, l’instrumentalisation de la religion par Moscou s’est combiné avec les idées novatrices du nationalisme allemand. Inspirée du Pangermanisme, la nouvelle idéologie du Panslavisme, organe de la politique étrangère russe, s’est dotée d’une composante religieuse. Il s’agit de l’idée que les églises doivent s’organiser selon le principe de l’ethnicité, dont le marqueur central serait la langue. C’est cette approche que le Patriarcat œcuménique de Constantinople a dénoncée en 1872 comme une hérésie (l’hérésie de l’ethnophylétisme, forme de racisme ecclésiale). Elle est en contradiction flagrante avec l’universalisme du message évangélique, ainsi que du principe de gouvernance territoriale qui définit l’organisation de notre église.

Cette hérésie était pourtant utile aux objectifs de Moscou puisqu’elle éloignait les croyants slavophones de l’influence du Patriarcat œcuménique. Le but de cette stratégie était de créer, au sein de l’Empire ottoman, et, plus tard sous la forme d’un État indépendant, une force politique à part, au service de la poussée russe vers les mers chaudes. Elle est responsable des haines entre les chrétiens des Balkans qui ont mené aux guerres et aux atrocités balkaniques du début du 20e siècle. 

Au cours de l’Union soviétique, la religion a été marginalisée et opprimée. L’idéologie communiste avait occupé le terrain attribué au paravent à une religion instrumentalisée par l’Empire tsariste. Après sa chute, la foi a été à nouveau utilisée à des fins idéologiques. L’Église orthodoxe russe s’est rangée derrière le régime du Président Vladimir Poutine, notamment à partir de l’élection de Sa Béatitude le Patriarche Kirill en 2009. Elle participe activement à la promotion de l’idéologie de Rousskii Mir, du monde russe, selon laquelle la langue et la religion permettent de définir un ensemble cohérent englobant la Russie, l’Ukraine, la Biélorussie ainsi que les autres territoires de l’ex-Union soviétique et de la diaspora. Moscou (à la fois le pouvoir politique et le pouvoir religieux) constituerait le centre de ce monde, dont la mission serait de combattre les valeurs décadentes de l’Occident. Cette idéologie constitue un instrument de légitimation de l’expansionnisme russe et l’assise de sa stratégie eurasiatique. Le lien avec le passé de l’éthnophylétisme et le présent du Monde russe est évident. La foi devient ainsi la colonne vertébrale de l’idéologie du régime de Poutine.

L’autocéphalie de l’Église Orthodoxe d’Ukraine accordée en 2019 par le Patriarcat œcuménique a aggravé les relations avec l’Église russe.  Nous retrouvons là des tensions déjà exprimées lorsque le Patriarcat de Moscou avait décidé de ne pas participer au saint et grand Concile de l’Église orthodoxe réuni en Crète en 2016. 

L’invasion de l’Ukraine en 24 février a poussé la polarisation à son comble. Les prises de position pour le moins ambigües de la part du Patriarche Kirill envers la guerre et le soutien apporté à la politique du Président Poutine ont provoqué de fortes critiques au sein du monde orthodoxe et par-delà. Les orthodoxes d’Ukraine qui avaient choisi de rester sous la tutelle de l’Église russe ont aussi exprimé leur désapprobation. 

Ainsi, la division du monde orthodoxe s’approfondit et s’étend. Certaines Églises s’accordent avec le Patriarcat œcuménique d’autres, dont les pays dépendent trop de la Russie, soutiennent le Patriarcat de Moscou aveuglément ; d’autres encore préfèrent garder un silence complice. Pendant ce temps, l’Église russe utilise les moyens de l’État pour asseoir son influence sur le territoire canonique d’autres Églises, en dépit des règles les plus élémentaires de l’organisation ecclésiastique de l’orthodoxie. Ses ingérences en Afrique sont présentées comme des actions punitives à l’encontre du Patriarcat d’Alexandrie pour la reconnaissance de l’autocéphalie de l’Église orthodoxe d’Ukraine. Il est évident que dans ces conditions, le rôle pacificateur de l’Église devient fort difficile. 

Que signifie cette situation pour les débats au-delà des cercles ecclésiastiques? Elle montre encore une fois le rôle croissant du facteur religieux dans les grands enjeux mondiaux. Les idéologies s’affaiblissent l’une après l’autre. La fin du communisme a laissé un grand vide dans toute une partie du monde qui vivait sous sa domination et chez d’autres populations qui y avaient investi leurs espoirs. La crise de la mondialisation et du libéralisme est en train de créer aussi de profondes frustrations et de dangereux ressentiments. Dans ce paysage d’effondrement des idéologies matérialistes, le spirituel revient en force. Pourtant ce retour peut constituer un danger, s’il n’est pas exprimé selon des approches intégrant la sagesse des traditions religieuses tirée de l’héritage des grandes civilisations du passé. 

Les erreurs de discernement, les hérésies, ne sont pas des phénomènes anodins qui n’intéressent que quelques ecclésiastiques et quelques érudits. Elles ont au contraire des conséquences très graves pour la vie spirituelle et pour la vie matérielle. La source de problèmes est l’instrumentalisation de la religion par des acteurs qui n’ont souvent aucune véritable foi. 

Les orthodoxes russes constituent une grande richesse pour l’orthodoxie et pour l’ensemble du monde. L’orthodoxie russe a offert un énorme apport intellectuel, spirituel et artistique. Elle a été malheureusement victime des ingérences du pouvoir politique russe. L’oppression soviétique a fait des ravages, privant des générations entières des bienfaits de la foi et de la sagesse de l’Église. Le régime néo-impérial, dans son besoin de se renforcer, a puisé dans ce qui lui a paru comme un capital politique précieux : le sentiment religieux renouvelé du peuple russe. Il a malheureusement pu entrainer sur ce chemin une partie du clergé orthodoxe. Il a surtout repris et renforcé les approches hérétiques du régime tsariste dans un contexte de faible connaissance des règles ecclésiastiques, due en partie au délabrement spirituel de la période soviétique. 

Les conséquences en sont très graves. Le fanatisme ethnoreligieux inculqué dans la jeunesse russe éloigne les perspectives de paix et de réconciliation. Le monde orthodoxe est divisé et cette fragmentation est projetée dans des pays pauvres, dont les populations espéraient trouver un soulagement dans la foi. Elle nuit surtout à l’Église russe puisque tôt ou tard les populations vont se rendre compte des dérives d’une Église soumise à des objectifs qui n’ont rien à faire avec sa mission originelle.

Mesdames et Messieurs, chers amis,

Les spécialistes des relations internationales ont parfois tendance à ignorer ou à marginaliser le rôle et la signification du facteur religieux, authentique ou manipulé. Nous sommes pourtant entrés dans une période pendant laquelle ce facteur devient de plus en plus important. Les théologiens et autres spécialistes des questions ayant à faire avec le fonctionnement des Églises doivent sans doute s’ouvrir aux autres perspectives et développer le dialogue avec les autres disciplines scientifiques. Il est aussi important que les spécialistes des sciences sociales, des sciences politiques et des relations internationales dépassent une certaine hésitation à approfondir les questions religieuses. La compréhension d’un monde nouveau qui se constitue sous nos yeux ne peut pas faire abstraction du fait religieux. Merci de votre attention !

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.