Πέμπτη 5 Μαρτίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, Κυριακὴ Α´ τῶν Νηστειῶν


Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Ὁμότιμη Καθηγήτρια Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. 
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, Κυριακὴ Α´ τῶν Νηστειῶν 
Ἀνάμνησις τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν Εἰκόνων, παρὰ τῶν ἀειμνήστων Αὐτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως, Μιχαὴλ καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Θεοδώρας, ἐπὶ τῆς Πατριαρχείας τοῦ Ἁγίου καὶ Ὁμολογητοῦ Μεθοδίου (843), 17 Μαρτίου 2019 Ἦχος α´, Ἑωθινὸν θ´, (Αριθμ. 6) Α. 1.

 Η Α´ Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής από το έτος 843 και εξής φέρει το προσωνύμιο Κυριακή της Ορθοδοξίας. Η εξήγηση παρέχεται στην Ερμηνεία του Συναξαρίου της ημέρας: Κατά το Συναξάριο, όλη την προηγούμενη εβδομάδα της Α´ Κυριακής των Νηστειών, στην Κωνσταντινούπολη γινόταν ολονύκτια δέηση υπέρ συγχωρήσεως του κοιμηθέντος αυτοκράτορα Θεοφίλου, συζύγου της βασίλισσας Θεοδώρας, η οποία με το θάνατο του Θεοφίλου διεκήρυξε δημοσίως την τιμητική προσκύνηση των αγίων εικόνων (842) και μάλιστα έδωσε τη μαρτυρία ότι ο Θεόφιλος εκοιμήθη έχων αποδεχθεί και προσκυνήσει τις άγιες εικόνες, τις οποίες είχε φυλαγμένες στο παλάτι η Θεοδώρα. Με τρόπο θαυμαστό κατά ημέρα Παρασκευή ο Πατριάρχης Μεθόδιος, μετά από αγγελική πληροφόρηση διαπίστωσε ότι στο χαρτί που είχε ρίξει κάτω από την Αγία τράπεζα με τα ονόματα των εικονομάχων βασιλέων, είχε απαλειφθεί παντελώς το όνομα του Θεοφίλου. Μετά από αυτό η βασίλισσα Θεοδώρα διεμήνυσε προς τον Πατριάρχη Μεθόδιο «πάντα τὸν λαὸν συναθροῖσαι, μετὰ τῶν τιμίων Σταυρῶν καὶ τῶν ἁγίων Εἰκόνων, ἐν τῇ Μ. Ἐκκλησίᾳ ὡς ἂν ὁ κόσμος τῶν ἁγίων Εἰκόνων ταύτῃ ἀποδοθείη, καὶ τὸ καινὸν τεράστιον ἅπασι γνωρισθῇ». Κατά το Συναξάρι σύντομα συγκεντρώθηκαν οι πάντες στη Μεγάλη Εκκλησία, δηλαδή, την Αγία Σοφία, με κεριά αναμμένα, όπου προσήλθε η βασίλισσα με το γιο της Μιχαήλ, και αφού έγινε Λιτή, όλοι μαζί κάνανε λιτανεία κρατώντας Άγιες Εικόνες, ξύλινους Σταυρούς και το Ευαγγέλιο μέχρι το Μίλιο, το κεντρικό, δηλαδή, σημείο της Βυζαντινής Κωνσταντινούπολης μεταξύ Αγίας Σοφίας, Παλατίου και Ιπποδρόμου, και εν συνεχεία επέστρεψαν στην Αγία Σοφία, έγινε Θεία Λειτουγία με αναστήλωση των Αγίων Εικόνων και ανακήρυξη των ευσεβών και αποκήρυξη των μη δεχομένων την τιμητική προσκύνηση των Αγίων Εικόνων. Και κλείνει το Συναξάρι: «Καὶ ἔκτοτε ὥρισαν οὗτοι οἱ ἅγιοι Ὁμολογηταὶ ἐτήσιον οὕτω ταύτην τὴν ἱερὰν πανήγυριν γίνεσθαι, ἵνα μήποτε καὶ αὖθις τῇ αὐτῇ δυσσεβείᾳ ἐμπέσωμεν». 
2. α. Χαρακτηριστικό της εβδομάδος προ της Κυριακής Α´ των Νηστειών είναι τα Παλαιοδιαθηκικά Αναγνώσματα από το βιβλίο της Γενέσεως με το πρώτο κεφάλαιο περί της δημιουργίας του κόσμου και των καθεξής από τον Εσπερινό της Δευτέρας (α´, 1-13), ενώ κλείνει η πρώτη ενότητα με την έξοδο των Πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο με το σχετικό Ανάγνωσμα το εσπέρας της Παρασκευής προ της Θείας Λειτουργίας των Προηγιασμένων. Σημειωτέον ότι τα Αναγνώσματα από το βιβλίο της Γενέσεως καλύπτουν όλο το διάστημα των καθημερινών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής μέχρι τον Εσπερινό της Κυριακής των Βαΐων. Πρόκειται για τα θεοφανικά γεγονότα και τις επαγγελίεςτων των μεγάλων Πατριαρχών του Ισραήλ σε αντιστοιχία με την προδήλωση των ἑκουσίων Αγίων Παθών του Χριστού, ως των κατεξοχήν γεγονότων της αληθούς Ενανθρωπήσεως του Λόγου κατά την ενότητα της μαρτυρίας των απ᾽ αιώνος Αγίων περί του ενός και του αυτού Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός. 

β. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει η περίοδος του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου αποτελούν μία ενότητα. Έτσι, με την έναρξη της Μεγάλης Τεσσαρακοστής αρχίζει να εκδιπλώνεται το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας με τα Αναγνώσματα από τη Γένεση και κλείνει με την τελευταία εορτή του Πεντηκοσταρίου, την Κυριακή των Αγίων Πάντων, Κυριακή Α´ Ματθαίου, κατά την οποία γίνεται έναρξη των Ευαγγελικών Αναγνωσμάτων από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, πρώτο κατά τη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας και ως συνέχεια της Προφητικής μαρτυρίας. Επιπλέον, οι δύο Κυριακές συνδέονται με το αυτό εν μέρει Αποστολικό Ανάγνωσμα από την Προς Εβραίους Επιστολή σε αντιστοιχία με την Προφητική μαρτυρία αυτό της Α´ Κυριακής των Νηστειών, με την καταγραφή και της εκ δεξιών καθέδρας του Χριστού κατά την Κυριακή των Αγίων Πάντων, ως εξαγγελία το πρώτο και ως ανακεφαλαίωση του θεοφανικού έργου του Χριστού το δεύτερο, όμως, κατά την αυτή θεοτική μαρτυρία των αυτοπτών μαρτύρων Προφητών, Αποστόλων και Αγίων, όπως λέγεται, εξάλλου, στη Θεία Λειτουργία, τη συναγωγή παλαιού και νέου Ισραήλ: «Ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπὲρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Ἀποστόλων, Κηρύκων, Εὐαγγελιστῶν, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Ἐγκρατευτῶν, Διδασκάλων, καὶ παντὸς πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου» (βλ. Αριθμ. 20 της αυτής σειράς, 3 Ιουνίου 2018). 

Β. 1. Η εορτή της Αναμνήσεως της αναστηλώσεως των αγίων και σεπτών Εικόνων αποτελεί το επιστέγασμα της μακράς κηρυγματικής και ερμηνευτικής πράξης της Εκκλησίας για το μυστήριο της Θείας Οικονομίας και της Αποκαλύψεως του Λόγου ασάρκως, ενσάρκως και Πνευματικώς κατά την Προφητική και Αποστολική καταγραφή και τη βαπτισματική- λειτουργική και συνοδική πράξη της. Για τη θεολογική ερμηνεία της εορτής ισχύει ό,τι και για την εορτή των Θεοφόρων Πατέρων της εν Νικαία Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου (787), η οποία εορτάζεται μεταξύ 11-17 Οκτωβρίου, καθώς, μάλιστα, στη λιτανεία διαβάζεται, κατά την τάξη των Πατριαρχείων Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, το Σύμβολο της Πίστεως σε συνδυασμό με τον Ὅρο της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου, ενώ κατά την τάξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά την Απόλυση τελείται Τρισάγιο των υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως αγωνισαμένων και τελειωθέντων, ενώ μετά τη Απόλυση του Τρισαγίου η πομπή, προεξάρχοντος του Οικουμενικού Πατριάρχη φέρων την Εικόνα του Χριστού στο δεξί του χέρι, εξέρχεται του Πατριαρχικού Ναού του Αγίου Γεωργίου και ψάλλεται η Καταβασία: «Ἐπαρθέντα σὲ ἰδοῦσα ἡ Ἐκκλησία, ἐπὶ Σταυροῦ τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, ἔστη ἐν τῇ τάξει αὐτῆς, εἰκότως κραυγάζουσα· Δόξα τῇ δυνάμει σου Κύριε», και από τον εξώστη του Πατριαρχικού Οίκου ο Πατριάρχης ευλογεί τα πλήθη υψώνων την Εικόνα του Χριστού και εν συνεχεία απεκδύεται τα άμφιά του στο Πατριαρχικό Παρεκκλήσιο.
 2. Η αυτούσια πρόταξη του Συμβόλου της Πίστεως ΝικαίαςΚωνσταντινουπόλεως στους Ὅρους Πίστεως των Οικουμενικών Συνόδων μετά τη Δ´ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα αποτελεί προδήλωση ότι ο ακολουθών Ὅρος παρέχεται ως ερμηνευτική πρόταση, εξήγηση, του Συμβόλου Πίστεως και δεν αποτελεί κάποιο νέο δόγμα. Πρόκειται για την ίδια την πίστη των Προφητών και των Αποστόλων σε μία και την αυτή συνέχεια ζωής, και γι᾽ αυτό στην κορυφαία λειτουργική πράξη του ιεραρχικά συγκροτούμενου εκκλησιαστικού σώματος η Ομολογία Πίστεως του χειροτονούμενου Επισκόπου φέρει ακριβώς τα αυτά χαρακτηριστικά. 

3. Εξ επόψεως συνοδικής ερμηνευτικής συνέχειας, όπως έχουμε ήδη σημειώσει κατά την Κυριακή της Μνήμης των Θεοφόρων Πατέρων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου (Αριθμ. 47 της αυτής σειράς, 14 Οκτωβρίου 2018) η Σύνοδος αυτή βρίσκεται σε μία συνέχεια με την εορτή των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων της Α´ Οικουμενικής Συνόδου του 325, πάλι στη Νίκαια, που εορτάζεται την Ζ´ Κυριακή μετά το Πάσχα, ή την Κυριακή μεταξύ της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής (Αριθμ. 18), αλλά πολύ περισσότερο συνάπτεται με την εορτή των Αγίων 630 Θεοφόρων Πατέρων της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου του 451 στη Χαλκηδόνα (Αριθμ. 28), κατά την Κυριακή Ζ´ Ματθαίου. Οι εορτές των Αγίων Πατέρων της Χαλκηδόνος και της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου δομούνται λειτουργικά με κοινό αγιογραφικό και υμνολογικό υλικό. Δοξαστικά, Απόστιχα, Στιχηρά, Απολυτίκιο, Κάθισμα, Προφητικά Αναγνώσματα του Εσπερινού και Αποστολικό Ανάγνωσμα συμπίπτουν. Εξάλλου, στο πρώτο Στιχηρό των Αγίων Πατέρων στον Εσπερινό της εορτής των Πατέρων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου λέγεται ότι ο Πατριάρχης Γερμανός ο Νέος (1222-1240) συγκρότησε τον κανόνα της Ακολουθίας των Αγίων Πατέρων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου ως σύνοψη της πίστης των Ορθοδόξων σύμφωνα με τις επτά Οικουμενικές Συνόδους, και, μάλιστα, κατά τη δύσκολη περίοδο της Λατινοκρατίας, ἦχος πλ. β´: «Τὰς ἑπτὰ Συνόδους τὰς τῶν Πατέρων, κατὰ διαφόρους καιροὺς συστάσας, εἰς ἕνα συνήθροισεν ἑνὶ Κανόνι τῷ δέ, μάλα καλῶς ὁ Πατριάρχης, ὁ Γερμανὸς ὁ νέος, γράφων ὁμοῦ τε καὶ κρατύνων, τὰ δόγματα τὰ τούτων, ὃς καὶ πρέσβεας αὐτοὺς ἀγρύπνους, τῆς σωτηρίας τῷ Κυρίῳ προβάλλεται, καὶ τοῦ ποιμνίου συμποίμενας». Ο Όρος της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου αποτελεί μία επιβεβαίωση της ενότητος των θεοφανικών γεγονότων Παλαιάς και Καινής Διαθήκης ως γνώση που χαρίζει το Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία, κατά το Σύμβολο της Πίστεως και τους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων Γ´- ΣΤ´, «πρὸς πίστωσιν τῆς ἀληθινῆς καὶ οὐ κατὰ φαντασίαν τοῦ Θεοῦ  Λόγου ἐνανθρωπήσεως». Έτσι, η λειτουργική χρήση των εικόνων παραπέμπουν στα εικονιζόμενα πρόσωπα, όπως ο Σταυρός είναι τύπος, σημείο, σημάδι, που παραπέμπει στο Σταυρωθέντα, τον Κύριο της Δόξης, το δρώντα το Μυστήριο της Θείας υπέρ ημών Οικονομίας, όπως ομολογείται σύμφωνα από όλους τους Αγίους της Εκκλησίας, Προφήτες, Απόστολους και Συνοδικούς Πατέρες. Κατά ταύτα, ο α´ κανόνας της Συνόδου αποτελεί μάθημα ερμηνείας και εφαρμογής της Πατερικής Παραδόσεως, ενώ ο β´ κανόνας συνιστά την προϋπόθεση και το τεκμήριο ευθύνης της συνέχειας της συνοδικής πράξεως και παραδόσεως, καθώς προσδιορίζει με ένα τρόπο άκρως αυστηρό τα κριτήρια της ιερατικής, έτι δε πλέον και της μητροπολιτικής αξίας, για να μην αυτοσχεδιάζουν ανοήτως οι ποιμένες περί τη νουθεσία των χριστιανών και τη συνοδική συνέχεια, όπως συμβαίνει και στις μέρες μας: «Ὅθεν ὁρίζομεν, πάντα τὸν προάγεσθαι μέλλοντα εἰς τὸν τῆς ἐπισκοπῆς βαθμόν, πάντως τὸν Ψαλτῆρα γινώσκειν, ἵνα, ὡς ἐκ τούτου, καὶ πάντα τὸν κατ᾽ αὐτὸν κλῆρον οὕτω νουθετῇ μυεῖσθαι. Ἀνακρίνεσθαι δὲ ἀσφαλῶς ὑπὸ τοῦ μητροπολίτου, εἰ προθύμως ἔχει ἀναγινώσκειν ἐρευνητικῶς, καὶ οὐ παροδευτικῶς, τούς τε ἱεροὺς κανόνας, καὶ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον, τήν τε τοῦ θείου Ἀποστόλου βίβλον, καὶ πᾶσαν τὴν θείαν Γραφήν καὶ κατὰ τὰ θεῖα ἐντάλματα ἀναστρέφεσθαι, καὶ διδάσκειν τὸν κατ᾽ αὐτὸν λαόν. Οὐσία γὰρ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἱεραρχίας ἐστὶ τὰ θεοπαράδοτα λόγια, ἤγουν ἡ τῶν θείων Γραφῶν ἀληθινὴ ἐπιστήμη, καθὼς ὁ μέγας ἀπεφήνατο Διονύσιος. Εἰ δὲ ἀμφισβητοίη, καὶ μὴ ἀσμενίζοι οὕτω ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν, μὴ χειροτονείσθω. Ἔφη γὰρ προφητικῶς ὁ Θεός· Σὺ ἐπίγνωσιν ἀπώσω, κἀγὼ ἀπώσομαί σε τοῦ μὴ ἱερατεύειν μοι». 

4. Οι συνοδικοί Πατέρες ερμήνευσαν σε μία ενότητα τη μαρτυρία των Αγίων της Εκκλησίας, προσμετρώντας ως αυτόπτες μάρτυρες και τους Αγίους πρώτους Μάρτυρες της Αποστολικής και μεταποστολικής εκκλησιαστικής κοινότητος και καθεξής κατ᾽ αναλογίαν του σημερινού Αποστολικού Αναγνώσματος. Γι᾽ αυτό πάνω στα τίμια λείψανα των Αγίων Μαρτύρων η Εκκλησία καθιέρωσε τους ιερούς ναούς της. Άγια λείψανα και Άγιες Εικόνες είναι δομικά στοιχεία της εκκλησιαστικής παραδόσεως, έτσι που με τον έβδομο κανόνα της η Ζ´ Οικουμενική Σύνοδος ερμηνεύει σε μία συνέχεια με τη λειτουργική χρήση των Αγίων Εικόνων την καθιέρωση των σεπτών ναών με λείψανα: «Ὅσοι οὖν σεπτοὶ ναοὶ καθιερώθησαν ἐκτὸς ἁγίων λειψάνων μαρτύρων, ὁρίζομεν ἐν αὐτοῖς κατάθεσιν γίνεσθαι λειψάνων μετὰ τῆς συνήθους εὐχῆς. Ὁ δὲ ἄνευ ἁγίων λειψάνων καθιερῶν ναόν, καθαιρείσθω, ὡς παραβεβηκὼς τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις». Κατά ταύτα, πάνω στα Άγια λείψανα των Αγίων Μαρτύρων και Ομολογητών, που δόθηκαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθιερώθηκαν οι νεότευκτοι ιεροί ναοί των νοφώτιστων Ορθόδοξων λαών μετά τις επτά Οικουμενικές Συνόδους, για να αποκτήσουν κι αυτοί ορατά και πραγματικά την αυτή μαρτυρία κι ομολογία πίστεως. Γ. Η υμνολογία της Κυριακής της Ορθοδοξίας, μολονότι θεολογικά συμπίπτει με την Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου, εν είδει κατακλείδος, εντούτοις επικεντρώνεται στο γεγονός της αναστηλώσεως της Εικόνος 5 του Χριστού, πράγμα που αντικατοπτρίζεται επακριβώς στην τάξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο, όπως είναι φυσικό, διασώζει σε μία συνέχεια ζωής το συγκεκριμένο γεγονός που έλαβε χώρα στα σπλάχνα του. Εξάλλου, το καίριο σημείο της ανακύψασας συζήτησης υπήρξε η αμφισβήτηση για τη δυνατότητα εξεικονισμού του Χριστού ως εναντίωση κατά της μακράς συνοδικής ερμηνευτικής επί των άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως που αφορούν στο πρόσωπο του Χριστού: «2. Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων· φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο. 3. Τὸν δι᾽ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα. 4. Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου, καὶ παθόντα καὶ ταφέντα. 5. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρα κατὰ τὰς Γραφάς. 6. Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. 7. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος», ό,τι, δηλαδή, αποτελεί το δι᾽ ημάς διενεργούμενο υπό του Λόγου Μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Κατά την ενιαία ορθόδοξη συνοδική ερμηνευτική η κατάφαση στη δυνατότητα εξεικονισμού συνιστά πραγματική ομολογία ότι ο Λόγος εκουσίως ενηθρώπησε πραγματικά δι᾽ ημάς και δι᾽ημάς υπέστη το Σταυρό και τα Πάθη «σαρκί» πραγματικά, και γι᾽ αυτό ο εν Χριστώ ανακαινισμός του γένους των ανθρώπων είναι πραγματικός και όχι μία εξωτερική τυπική διαδικασία ατομικής προσπάθειας και προκοπής του ανθρώπου. Πρόκειται για συναγωγή όλου του γένους των ανθρώπων επί τω αυτώ χάριτι. Εξ αυτού συνάγεται ως δωρεά και η δυνατότητα εξεικονισμού των Αγίων του Θεού, εξαιρέτως δε της Υπεραγίας Θεοτόκου, ως της Υπερευλογημένης κατεξοχήν μάρτυρος του γεγονότος της πραγματικής Ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού. Πάντως, η υμνολογία της εορτής επικεντρώνεται επιτακτικά στο συγκεκριμένο γεγονός της αναστηλώσεως της Εικόνος του Χριστού με σύμφωνη ένταξη στην κατ᾽ αυτάς λειτουργική εκδίπλωση του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας του Λόγου του Θεού, ως προδήλωση του Σταυρού και της Αναστάσεως. Έτσι το Απολυτίκιο της εορτής είναι του Τρωδίου και όχι των Αγίων Πάντων, ή των Αγίων Πατέρων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου, δηλαδή, το «Ὑπερδεδοξασμένος εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν...», αλλά: «Τὴν ἄχραντον Εἰκόνα σου προσκυνοῦμεν Ἀγαθέ, αἰτούμενοι συγχώρησιν τῶν πταισμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός· βουλήσει γὰρ ηὐδόκησας σαρκὶ ἀνελθεῖν ἐν τῷ Σταυρῷ, ἵνα ῥύσῃ οὓς ἔπλασας ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ· ὅθεν εὐχαρίστως βοῶμέν σοι· Χαρᾶς ἐπλήρωσας τὰ πάντα, ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, παραγενόμενος εἰς τὸ σῶσαι τὸν Κόσμον», ἦχος β´. Στην αυτή ερμηνευτική γραμμή, με το β´ Στιχηρό Προσόμοιο και πάλι του Τριωδίου, ἦχος δ´, υποφαίνεται εν συντόμω λόγω η σημασία της αναστηλώσεως της Εικόνος του Χριστού ως σημείου της ὀρθοδόξου ομολογίας κατά τη συνοδική και λειτουργική πράξη: «Σαρκὸς τὸ ἐκτύπωμα, ἀναστηλοῦντές σου Κύριε, σχετικῶς ἀσπαζόμεθα, τὸ μέγα μυστήριον τῆς Οἰκονομίας τῆς σῆς ἐκδηλοῦντες· οὐ γὰρ δοκήσει, ὡς φασίν, οἱ θεομάχοι παῖδες τοῦ Μάνεντος, ἡμῖν ὤφθης φιλάνθρωπε, ἀλλ᾽ ἀληθείᾳ καὶ φύσει σαρκός , δι᾽ αὐτοῦ ἀναγόμενοι, πρὸς σὸν πόθον καὶ ἔρωτα», ενώ με το Ιδιόμελο στο Δόξα..., ἦχος πλ. β´, επισημαίνεται η διαγόμενη περίοδος των Νηστειών με προδήλωση της Αναστάσεως και ενός εμμέσου προχειρισμού της Μεταμορφώσεως, που εορταζόταν, προ των γεγονότων της ησυχαστικής περιόδου του 14ου αι., κατά τη Β´ Κυριακή των Νηστειών: «Μωσῆς τῷ καιρῷ τῆς ἐγκρατείας, Νόμον ἐδέξατο, καὶ λαὸν ἐπεσπάσατο, Ἠλίας νηστεύσας, οὐρανοὺς ἀπέκλεισε· τρεῖς δὲ Παῖδες Ἀβραμιαῖοι, τύραννον παρανομοῦντα, διὰ νηστείας ἐνίκησαν. Δι᾽ αὐτῆς καὶ ἡμᾶς Σωτὴρ ἀξίωσον τῆς Ἀναστάσεως τυχεῖν, οὕτω βοῶντας· Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος ἰσχυρός, Ἅγιος ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς». 
Δ. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής της Ορθοδοξίας είναι ένα από τα πιο στιβαρά κείμενα της Εκκλησίας, γιατί δείχνει σε μία σειρά το μαρτύριο της πίστεως των Αγίων της Εκκλησίας από Μωϋσέως μέχρις επ᾽ εσχάτων δι᾽ ημάς. Δεν είναι μια πίστη εξωτερικών επιταγών αλλά Μαρτύρων των θεοφανικών γεγονότων μετά από δοκιμή. Το έρχου και ίδε της Ευαγγελικής περικοπής της ημέρας μάς οδηγεί στην αυτοπτική μαρτυρία, στον ίδιο τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού, πορευόμενοι προς το Πάσχα. Εξάλλου, τα δύο αναγνώσματα, Αποστολικό και Ευαγγελικό, βρίσκονται σε μία ενότητα. Ο Φίλιππος καλεί το Ναθαναήλ να έλθει και να δει αυτόν για τον οποίο έγραψε ο Μωϋσής, δηλαδή, περί του ασάρκου Λόγου ολόκληρης της Προφητικής μαρτυρίας και καταγραφής υπενίσσεται. Και το Αποστολικό Ανάγνωσμα πάλι ξεκινά με το Μωϋσή, του οποίου ο δρόμος ήταν ένα μαρτύριο Πίστεως, άκρας εμπιστοσύνης στον αποκαλυφθέντα σ᾽ αυτόν άσαρκο Λόγο με δοκιμή, εγρήγορση και αναμονή εξήντα χρόνων και πορεία δια της Ερυθράς Θαλάσσης και τα εξής. Και προβάλλει η Εκκλησία την πίστη και το μαρτύριο των θεοπτών Αγίων, που τους έφαγε μαχαίρι και φωτιά, και δεν αξίζουμε εμείς μια δεκάρα να είναι Άγιοι και Πατέρες μας, κι όμως ο Θεός, παρότι δεν το αξίζουμε, μας επευλογεί και με το παραπάνω, δίνοντάς μας ελπίδα, για να μην αποκάμουμε ακόμα από την αρχή της Τεσσαρακοστής, να έχουμε την ελπίδα της Αναστάσεως μετά πάντων των Αγίων: «ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι». 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Κυρ. Α´ Νηστειών: Ἑβρ. ια´, 24-26, 32-40: «24 Πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ, 25 μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, 26 μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ, ἀπέβλεπεν γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν.- 32 Καὶ τί ἔτι λέγω; 1 . Η διατύπωση είναι ειλημμένη από τον Άγιο Κύριλλο και τη συνοδική πράξη της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου, και δηλούται το πραγματικῶς γενόμενο. 7 ἐπιλείψει με γὰρ διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ, Σαμψών, Ἰεφθάε, Δαυῒδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, 33 οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, 34 ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· 35 ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· 36 ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· 37 ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, 38 ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐπὶ ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. 39 Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, 40 τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι». 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Εὐαγγέλιο ὁμοίως: Ἰω. α´, 44-52: «44 Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. 45 ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. 46 εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. 47 καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Ἔρχου καὶ ἴδε. 48 εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. 49 λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· Πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. 50 ἀπεκρίθη Ναθαναήλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 51 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψῃ. 52 καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ' ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου».