Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

 

eleftherostypos.gr

Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος: Ο οικουμενικός ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η συμμετοχή της Ορθοδοξίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών

Την οικουμενική διάσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε κάθε τι που αφορά την χριστιανι­κή ενότητα, επισημαίνει ο μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος Σαββάτος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε ομιλία του στην ημερίδα που διοργάνωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με θέμα «Η  αποδοχή της Πατριαρχικής Εγκυκλίου του 1920 από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες και η συμμετοχή τους στην Επιτροπή «Πίστις και Τάξις» του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών».

Εξαιτίας του διττού ρόλου του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει επιβεβαιώσει διαχρονικά ότι δεν μπορεί να μένει απαθές απέναντι στις εξελίξεις και στο διαχριστιανικό διάλογο, αλλά, αντιθέτως, θα πρέπει να προβάλλει τη δική του συμβολή και να καθοδηγεί ώστε η παρουσία των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην «Κοινωνία των Εκκλησιών» να είναι επίκαιρη, δυναμική, ουσιαστική και εποικοδομητική, υπογράμμισε ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος.

Όπως σημείωσε, το Οικουμενικό Πατριαρχείο με το Διάγγελμα του 1973 και με την πανορθόδοξη διεύρυνση και επικαιροποίηση του περιεχομένου της Πατριαρχικής Εγκυκλίου του 1920, προσπάθησε να επισημάνει τον κίν­δυνο μετατροπής του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών σε έναν οργανισμό απλού «κοινωνισμοῦ», ο οποίος ευδοκίμησε στους κόλπους του Προτεσταντισμού με έναν αντίστοιχο ηθι­κισμό, ως είδωλο μιας κατ’ επίφαση χριστιανικής ζωής και ενός «πρακτικού χριστιανισμού».

Η επιστημονικά, θεολογικά τεκμηριωμένη ομιλία του Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου έχει ως εξής:

  1. Ἡ Πατριαρχική Ἐγκύκλιος τοῦ 1920 «Πρός τάς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χρι­στοῦ» παρέχει μία ἀνάγλυφη εἰκόνα τῆς οἰκουμενικῆς μέριμνας καί διάστα­σης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου σέ κάθε τι πού ἀφορᾶ τήν χριστιανι­κή ἑνότητα.

Τό περιεχόμενο τῆς συγκεκριμένης Ἐγκυκλίου, «ὤριμος καρπός» τῶν δύο προηγούμε­νων Πατριαρχικῶν Ἐγκυκλίων τοῦ 1902 καί 1904[1], ἀποτελεῖ τόν χρυσοῦν κανό­να καί τήν ὁριακή ἔκφραση ἑνός ὀρθόδοξου οἰκουμενισμοῦ, γι’ αὐτό καί κατέστει ὁρόσημο στήν ἱστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης καί ἀπετέλεσε τόν Καταστατι­κό Χάρτη γιά τόν καθορισμό τῆς στάσης πού ἔπρεπε νά τηρήσει στό μέλλον ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στό πλαίσιο τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης. Μέ τήν συγκεκριμένη Ἐγκύκλιο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο συνέβαλλε ὥστε  τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν νά ἱδρυ­θεῖ ὡς μία θεσμική ἔκφραση τῆς «Κοινω-νίας τῶν Ἐκκλησιῶν», ὅπως τό  ἲδιο εἶχε προτείνει ἢδη μέ τήν Συνοδική Ἐπιστολή τοῦ 1919[2], ἀλλά καί νά ἐξευρεθοῦν τρόποι προσέγγισης καί συνεργασίας τῶν Χρι­στια­νι­κῶν Ἐκκλη­σιῶν[3].

Μέ τήν Ἐγκύκλιο τοῦ 1902 προσδιορίστηκε μέ σαφήνεια ἡ κα­νο­νική βάση γιά μία εὔρυθμη λειτουργία τῶν διορθοδόξων σχέσεων καί προτάθηκε μία νέα ἐκκλησιαστική πρόσεγγιση ἀνάπτυξης τῶν δια­χρι­στια­νικῶν σχέσεων[4], γι’ αὐτό καί δικαίως ἀξιολογή­θη­κε ἡ Ἐγκύκλιος αὐτή ὡς ὁ «πρόδρομος τῆς οἰκουμενικῆς ἐκκλησιαστικῆς κινήσεως»[5].

Ἡ Πατριαρχική Ἐγκύκλιος τοῦ 1904, ἄμεση καί πλήρης ἀν-ταπόκριση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στίς τοποθετήσεις τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στήν Ἐγκύκλιο τοῦ 1902[6], προσδιόρισε καί τίς μελλοντικές σχέσεις τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέ τίς δύο μεγάλες «ἀναδενδράδες» τοῦ δυτικοῦ Χριστιανι­σμοῦ, τή Διαμαρτύρηση και τούς Παλαιοκαθολικούς[7]. Μέ τήν  Ἐγκύκλιο τοῦ 1920 ἀναγνωρίστηκε ἐπίσης μία μορφή ἐκκλησια­στι­κό­τητας σ’ αὐτές τίς «ἀναδενδράδες», ὡς ἀποσχι-σμένα ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σώματα[8], καί ἀποδοκιμάστηκαν οἱ ἐθνικιστικοί καί ἐθνοφυλετικοί παρο­ξυ­σμοί, οἱ ὁποῖοι ἔπληξαν τήν κανο-νική λειτουργία τῶν διορθοδόξων σχέσεων[9].

Ἡ Πατριαρχική Ἐγκύκλιος τοῦ 1920 συνέχεια τῶν τριῶν προηγουμένων, τῶν ἐτῶν 1902, 1904 καί 1919[10] καί καρπός τῆς γενναίας πρωτοβουλίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐπιβεβαιώνει τήν ἀναγ-καιότητα γιά μία κοινή πορεία πρός τόν οἰ­κου­­μενικό διάλογο μέ σκοπό τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν. Ἀφορμή  ἀπετέλεσε ἡ νέα πραγματικό­τητα τοῦ κόσμου, ὅπως αὐτή προέκυψε ἀπό τίς τραγικές συνέπειες τοῦ μεσο­πολέμου[11]. Μέ τήν συγκεκριμένη Ἐγκύκλιο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο προβάλλει ἐπίσης τό ἦθος του μέσα ἀπό τήν ἐμπέδωση τοῦ διαλόγου, ὡς μία αὐθεντική ἀπάντηση στίς προκλήσεις μιᾶς διαφορετικῆς ἐποχῆς, ἀλλά καί ὡς ὑπέρβαση τοῦ παλαιοῦ ἀντιρρητικοῦ σχήματος τῆς Ἐγκυ-κλίου τοῦ 1848.

Ἡ Πατριαρχική Ἐγκύκλιος τοῦ 1920 συνέπεσε χρονικά μέ τή Συνδιά­σκεψη τῆς Εἰρήνης τῶν Παρισίων (1918), μέ τήν ὁποία τέθηκε τέρμα στόν αἱματηρό Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, μέ τά γεγονότα τῆς ρωσ-σικῆς ἐπανά­στα­σης τοῦ 1917 καί μέ τά προβλήματα τοῦ ποιμνίου στήν Μ.  Ἀσία, γεγονό­τα τά ὁποῖα προκάλεσαν ἀναστάτωση στήν μέχρι τότε ἰσχύ-ουσα κοινω­νική καί πολιτική τάξη καί ἰσορροπία[12].

Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μέ τήν πρόταση γιά τή δημι-ουργία μιᾶς «Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν» κατενόησε ὅτι τά τεράστια κοινωνικά κυρίως προβλήμα­τα δέν θά μποροῦσαν νά ἀντιμετωπιστοῦν μόνο μέ μία ἀπό κοινοῦ συνερ­γασία καί δράση τῶν κατά τόπους Ὀρθο­δό­ξων Ἐκκλησιῶν ἀλλά ἀπαιτοῦσαν συνεργασίες, γι’ αὐτό καί ἔτεινε χεῖρα συμφιλίωσης καί συνεργασίας καί πρός τίς λοιπές Χριστιανικές Ἐκκλη-σίες καί Ὁμολογίες.

Μέ τήν Πατριαρχική Ἐγκύκλιο τοῦ 1920 καί τήν ἀνά­λη­ψη πρωτοβουλίας γιά τήν διαχριστιανική συνεργασία καί ἑνότητα, τό Οἰκου-μενικό Πατριαρχεῖο, τήν συγκεκριμένη ἐποχή, ἐξέφραζε ἀφενός τήν ἄγρυπνη ποιμαν­τική φροντίδα του γιά τίς πολύπτυχες ἀνάγκες τοῦ δοκι-μαζόμενου ποιμνίου του καί ἀφετέρου τήν πεποίθησή του ὅτι μόνο μέ μία συνεργασία σέ παγκό­σμιο ἐπίπεδο θά μποροῦσαν οἱ Ἐκκλησίες νά ἀντι-σταθοῦν στούς ἰσχυ­ρούς τῆς ἐποχῆς. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ προσπάθεια γιά τήν ἑνότητα τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου, χωρίς νά παραθεωρηθεῖ, θά μποροῦσε νά μετατεθεῖ προσωρινά στό ἀπώτερο μέλλον, ἀφοῦ δέν ἦταν ἂμεση προτεραιότητα τή συγκεκριμένη χρονική στιγμή[13].

  1. Ἐξαιτίας τοῦ πολυσήμαντου περιεχομένου καί τῆς πολυ-διάστατης σημασίας τῆς Πατριαρχικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920 κατανοήθηκε ἄμεσα καί τό βαθύτερο περιεχόμενό της καί ἡ συμβολή της γιά τήν ἑνότη-τα καί τήν ἐπίτευξη τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς, μέ τήν προώθηση καί ἀνάπτυξη τῶν διαχριστιανι­κῶν σχέσεων σέ ἕνα κόσμο δοκιμαζόμενο, διχασμένο καί συνεχῶς μεταβαλλόμενο, γι’ αὐτό καί ἡ ἀποδοχή της ἐκφράσθηκε ὄχι μόνο ἀπό ἐξέχουσες προσωπικότητες τῆς Δύσης (J. Kalmo-dim καί N. Söderblom )[14] ἀλλά καί ἀπό τίς περισσότερες Ὀρθόδοξες Ἐκκλη-σίες (Πατριαρχεῖα Ἱεροσολύμων, Ἀντιοχείας, Σερβίας, Ρουμανίας), μέ ἐξαίρεση τό Πατριαρχεῖο Μόσχας, τό ὁποῖο ἐξέφρασε ἀρνητική θέση[15].

Ἐπιστέγασμα τῆς ἀναγνώρισης καί τῆς ἀποδοχῆς τῆς Πατριαρχικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920 ἀποτελεῖ καί ἡ Πατριαρχική Ἐγκύκλιος τοῦ 1952, ἐπί Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, μέ τό ἴδιο πάντοτε πνεῦμα τῆς Πατριαρχικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920 καί στή γραμμή πού εἶχε ἤδη χαρ-αχθεῖ. Ὑπενθύμιζε τούς σκοπούς τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλη-σιῶν καί συνηγο­ροῦ­σε στή συνεργασία ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλη­σιῶν στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, τονίζοντας ἰδιαίτερα ὅτι «ὁ κύριος σκοπός αὐτοῦ (ἐνν. τοῦ Παγκοσμίου Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν) ἐστί πρακτι­κός, τό δέ ἔργον αὐτοῦ ἀποτελεῖ θεάρεστον προσπάθειαν καί ἐκδήλωσιν εὐγενοῦς πόθου τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου, ὅπως αἱ Ἐκκλησίαι τοῦ Χρι­στοῦ, συντονίζουσαι τάς ἐνεργείας αὐτῶν, ἀντιμετωπίσωσιν ἀπό κοινοῦ τά μεγάλα προβλήματα τῆς ἀνθρωπότητος». Μέ τήν Πατριαρχική Ἐγκύκλιο τοῦ 1952 καί μέ βάση τήν πανορ­θόδοξη ἐμπειρία, ἀπό προηγού-μενα διαχριστιανικά καί θεολογικά συνέδρια, ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ὁ Α΄ τόνισε ἐπίσης, ὅτι ἡ συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων στό Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, θά ἔπρεπε νά παραμένει στά θέματα τοῦ λεγό-μενου «Πρακτικοῦ Χριστιανισμοῦ» καί νά μήν ἀναμιχθεῖ σέ συζητήσεις γιά θεολογικά ζητή­μα­τα. Λαμβα­νο­μένου ὑπ’ ὄψιν ἔλεγε, «ὅτι ὅσον καί ἄν κύριος σκοπός τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν παραμένῃ ἡ συνεργασία τῶν Ἐκκλησιῶν ἐπί κοινωνικοῦ καί πρακτικοῦ πεδίου, ἐξακολουθεῖ οὐδέν ἧττον, ἵνα ὑφίστα­ται ὡς ἰδιαιτέρα παρ’ αὐτῷ Ἐπι-τροπή ἡ περί Πίστεως καί Διοικήσεως ὀργάνωσις, ἀσχολουμένη ἀποκλει-στικῶς περί ζητήματα δογματικά, δέον ὅπως ἀποφευχθῇ οἱαδήτις συμ-μετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τάς συζητήσεις καί ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, ἐφ’ ὅσον αὕτη σκοπόν ἔχει τήν ἕνωσιν διά δογματικῶν συζητήσεων μεταξύ ἀντιπροσώπων βαθύτατα διισταμένων Ἐκκλησιῶν».

Τήν ἀποδοχή της στήν Πατριαρχική Ἐγκύκλιο τοῦ 1920 ἐξέφρασε καί ἡ Α΄ Πανορθό­δοξη Διά­σκεψη τῆς Ρόδου (1961), ἡ ὁποία προσέβλεπε, ὥστε οἱ  σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τήν Οἰκου-μενική Κίνηση νά πραγματο­ποιοῦν­ται πάντοτε μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920. Πράγματι στόν κατάλογο θεμάτων τῆς Προσυ­νό­δυο, πού εἶχε ἐγκρίνει ὁμόφωνα ἡ Α΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψη, διατύ­πω­νε μέ τόν ἑξῆς τρόπο τό θέμα τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως. Ὑπό τόν γενικό τίτλο «Ὀρθοδοξία καί Οἰκουμενική Κίνησις» ἒθετε ὡς ὑποθέματα: «α) Ἡ ἐν τῷ πνεύματι τῆς Πατριαρχικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920 παρουσία καί συμμετοχή τῆς Ὀρ­θο­δόξου Ἐκκλησίας ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κινήσει. β) Μελέτη τῶν θεολογι­κῶν καί ἄλλων θεμάτων τῶν σχέσιν ἐχόντων πρός τάς προϋποθέσεις τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν. γ) Ἡ σημασία καί ἡ συμβολή τοῦ συνόλου τῆς Ὀρθοδόξου συμμετοχῆς ἐν τῇ κατευθύνσει τῆς Οἰκουμενικῆς σκέψεως καί δράσεως»[16].

Στό σημεῖο αὐτό εἶναι ἀπαραίτητη μία ἐπισήμαν­ση. Τό Πατριαρχεῖο Μόσχας ἀναφέρθηκε στήν Πατριαρχική Ἐγκύκλιο τοῦ 1920 ἐμμέσως καί ἀρνητικά προβάλλοντας ὡς ἐπιχειρήματα τούς παρακάτω λόγους: α) Ὁ σκοπός τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν νά συστή-σει μία «Οἰκουμενική Ἐκκλησία», δέν ἦταν σύμφωνος πρός τίς ἀρ­χές τῆς Ὀρθο­δόξου Ἐκκλησίας, β) Τό Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν μέ τήν δημιουργία μιᾶς «Οἰκου­με­νικῆς Ἐκ­κλη­σίας», ἔτεινε ν’ ἀσκήσει ἐπιρροή πάνω σέ διεθνῆ ζητήμα­τα, γ) Ἡ Οἰκουμενική Κίνηση μέ τήν παροῦσα μορφή της εἶχε χάσει κάθε ἐλπίδα ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν καί ἀπέβλεπε μᾶλλον στήν πραγματο­ποίηση μιᾶς ἑνώσεως ἐπί κοινωνικοῦ, πολιτικοῦ καί οἰκονομικοῦ ἐπιπέδου, καί δ) Ἡ πίστη μόνο στόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς Θεό καί Σωτῆρα δέν ἦταν ἀρκετή[17]. Ἐπιβεβαίωση τῶν ἀπόψεων αὐτῶν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας εἶναι καί ἡ ἀπόφαση τήν ὁποίαν ἔλαβε γιά ἀποχή ἀπό τήν Γενική Συνέλευση τοῦ Ἄμστερνταμ (1948). Χαρακτηριστική εἶναι καί ἡ παρατήρηση τοῦ Πατριάρχου Μόσχας Ποιμένος, τό ἔτος 1974: «Στήν Ὀρθοδοξία κανείς δέν ἔχει δικαίωμα νά ὁμιλεῖ ἤ νά ἀξιολο­γεῖ καταστά-σεις ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν,…….οἱ ἀπόψεις τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀναφορικά πρός τήν σύγχρονη Οἰκουμε­νι­κή Κίνηση, μπαίνουν στήν σφαῖρα τῆς ἀνεξαρτησίας τους καί τῆς ἀσκήσεως τῶν δικαιωμάτων τους, πού πηγάζουν ἀπό αὐτή τήν αὐτο-κε­φα­λία τους»[18].

  1. Ἐρώτημα ὡς πρός τήν ἀποδοχή τῆς Πατριαρχικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920 διεφάνη μέ τήν ἀπόφαση τῆς Δ΄ Πανορθόδοξης Διά-σκεψης (Chambésy-Γενεύης, 1968), μέ τήν ὁποίαν ἐκφράσθηκε μία στροφή τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅσον ἀφορᾶ στίς προτεραιότητές τους στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, δίδοντας ἰδιαίτερη ἔμφαση στό ρόλο καί στήν προβληματική ὡς πρός τόν τρόπο καί τή συμμετοχή τους στήν Ἐπιτροπή «Πίστις καί Τάξις».

Ἡ στροφή αὐτή διεφάνει ὡς μιά σαφῆ παρέκκλιση ἀπό τίς ἀρχές καί τίς προϋποθέσεις συνεργασίας πού εἶχαν θέσει τόσο ἡ Πατρι-αρχική Ἐγκύκλιος τοῦ 1920, ὅσο καί ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ Πατριάρχη Ἀθηνα-γόρου τοῦ Α΄, τό ἔτος 1952.

Πράγματι, ἡ Δ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη, ὡς πρός τήν συμ-μετοχή τῆς Ὀρ­θο­δόξου Ἐκκλησίας στό ἔργο τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ἐξέφρασε «τήν γενικήν τῆς Ὀρθο­δόξου Ἐκκλησίας συν-είδησιν ὅτι ἀποτελεῖ ὀργανικόν μέλος τοῦ Παγκο­σμίου Συμβουλίου Ἐκ-κλησιῶν καί τήν στερράν ἀπόφασιν, ὅπως δι’ ὅλων τῶν εἰς τήν διάθεσιν αὐτῆς μέσων, θεολογικῶν καί ἄλλων, συμβάλῃ εἰς τήν προαγωγήν καί εὐόδωσιν τοῦ καθ’ ὅλου ἔργου τοῦ Συμβουλίου». Γιά τήν ἐνημέρωση ὡς πρός τό συγκεκριμένο ἔργο τοῦ Συμβουλίου προτείνεται και ἡ  ἵδρυση μιᾶς μόνιμης Ὀρθοδόξου Γραμμα­τείας στήν Ἐπιτροπή τοῦ Τμήματος «Πίστις καί Τάξις», ἐνῶ κρίνεται ἀπαραίτητη καί ἡ συμ­μετοχή εἰδικῶν Ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων σέ κάθε ἐπί μέρους ὁμάδα μελέτης τῆς παρα-πάνω Ἐπιτροπῆς.

Στό σημεῖο αὐτό τίθενται τά ἑξῆς ἐρωτήματα: α) Ποῦ ὀφεί-λεται ἡ παρασιώπηση τῶν περιοριστικῶν θέσεων τῶν Ἐγκυκλίων τοῦ 1920 καί τοῦ 1952 σέ πανορθόδοξο ἐπίπεδο; β) Ποιός ἦταν ὁ νέος προσ-ανατολισμός καί τό ἰδιαίτερο ἐνδια­φέρον πλέον τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλη­σιῶν, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ Οἰ­κου­με­νικοῦ Πατριαρχείου, ὡς πρός τήν συμμετοχή τους κατά τήν διεξαγωγή καί θεολογικῶν συζητή-σεων στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, κυρίως δέ στό πλαίσιο τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καί Τάξις», γεγονός τό ὁποῖο ἐπιβε­βαιώ­θηκε τελικά καί μέ τό Πατριαρχικό Διάγγελμα τοῦ 1973;

Ὡς πρός τό πρῶτο ἐρώτημα πρέπει νά παρατηρηθεῖ ὅτι τόσο ἡ ἀλλαγή τῆς διατυπώσεως, ὅπως εἶχε ἀποφασισθεῖ στήν Α΄ Παν-ορθόδοξη Διάσκεψη τό 1961, ὃσο καί ἡ παύση τῆς μνείας τῆς Πατρι-αρχικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920, ὡς πρός τούς ὅρους συμμετοχῆς τῆς Ὀρθ-οδόξου στίς δραστηριότητες τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, σχετίζεται ἂμεσα μέ τήν προσπάθεια τῶν Ὀρθοδόξων ἐκείνων Ἐκκλη­σιῶν πού ἀρνήθηκαν μέν τή συμμετοχή τους στήν Συνέλευση τοῦ Ἄμ-στερ­νταμ (1948) προσπάθησαν ὃμως νά παρου­σιάσουν ὅτι σταθμός γιά τή συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στήν Οἰκουμενική Κί­νη­ση δέν ἀποτελεῖ ἡ Πατριαρχική Ἐγκύκλιος τοῦ 1920 ἀλλά ἡ Γ΄ Γενική Συνέλευση τοῦ Νέου Δελ­χί (1961), κατά τήν ὁποία συμμετέσχον ὡς μέλη τοῦ Παγ-κοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν πολλές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνα-τολικῆς Εὐρώπης μέ ἐπικεφαλῆς τό Πατριαρχεῖο Μόσχας.

Ὡς πρός τό δεύτερο ἐρώτημα, ἡ ἀπάντηση σχετίζεται μέ τό ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά τήν νέα προβλημα-τική τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καί Τά­ξις» καί συγκεκριμένα τῆς ἐνασχόλη-σης τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καί μέ διάφορα θεολογικά ἐρωτήματα, ὑπό τό φῶς τῶν νέων «οἰκουμενικῶν» ζυμώσεων καί ἐξελί-ξεων, καί τά ὁποῖα ἄρχισαν νά ἐκδηλώ­νονται ἔντονα μετά τήν Δ΄ Παν-ορθόδοξο Διά­σκε­ψη[19].

  1. Εἶναι γνωστό ὅτι μετά τό ἔτος 1966 τό Παγκόσμιο Συμ-βούλιο Ἐκκλησιῶν κινδύνευε νά μετατραπεῖ σέ μία παγκόσμια χριστια-νική συνάντηση μέ ἔντονο κοινωνι­σμό καί μέ σημαντικό ἔλλειμα θεολο-γικοῦ περιεχομένου καί λόγου. Τό γεγονός αὐτό ἦταν ἡ ἀφορμή γιά τήν Δ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (1968) ὣστε νά ἐπισημάνει τήν ἀνάγκη νά προχωρήσει τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν καί στήν ἐξέταση θεο-λο­γικῶν θεμάτων, στό πλαίσιο τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καί Τάξις», συνη­γο­ρῶντας μέ τόν τρόπο αὐτό ὑπέρ τῆς συμμετοχῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν σέ θεολογικές συζητήσεις ἐντός τῶν ὀργάνων τοῦ Παγ-κοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν.

Μέ τήν Πανορθόδοξη αὐτή ἀπόφαση ἀφενός ἐπισημάν­θηκε ὁ ἐμφωλεύων κίνδυνος μιᾶς ἐκκοσμικευμένης μετεξέλιξης τοῦ Παγ-κοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν σέ ἓναν ὀργανισμό μέ κοινωνικά καί μόνο ἐνδιαφέροντα καί στή βάση ἑνός «ἠθικισμοῦ», ὡς εἴδωλο μιᾶς κατ’ ἐπίφαση χριστιανικῆς ζωῆς[20], καί ἀφετέρου τονίστηκε ἡ ἒκφραση ἀποδο-χῆς ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τῶν Ἀποφάσεων τῆς Δ΄ Πανορ­θοδόξου Διάσκεψης τοῦ 1968.

Στό σημεῖο αὐτό θά συμφωνήσω μέ τήν ἄποψη τοῦ Πρωτο-πρ. Γεωργίου  Τσέτση, ὅτι ἡ ἴδια ἡ ἀνάγκη καθορισμοῦ τῆς φύσης τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ἡ θεολογική θεματολογία, μέ τήν ὁποία ἀσχολήθηκε κατά τίς Γενικές Συνελεύσεις, ἀλλά καί ἡ ἰδιαίτερη προβληματολογία τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καί Τάξις» «ἐπέβαλλαν» καί τήν θεολογική προσέγγιση τῶν διαφόρων θεμάτων, γεγονός τό ὁποῖο δέν θά μποροῦσε νά ἀφήσει ἀδιάφορα τά Ὀρθόδοξα μέλη τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, καί μάλιστα ὅταν αὐτή ἡ συμβολή θά ἔπρεπε νά εἶναι πανορθόδοξη καί ὄχι μεμονωμένη πρόταση κάποιων κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μελῶν μόνον τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καί Τάξις».

α)  Τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ἤδη γιά μία δεκα-ετία (1938-1948), εἶχε νά ἀντι­με­τωπίσει ἕνα οὐσιαστικό ἐρώτημα,  τό ὁποῖο ἐτίθετο κατ’ ἐπανάληψη ἀπό τούς Ὀρ­θό­δο­ξους-μέλη, καί τό ὁποῖο ἀφ-οροῦσε τή φύση καί τήν ἐκκλησιολογική βάση λειτουργίας τοῦ Παγ-κοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν. Τό 1950, στή Δήλωση τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, στό Τορόντο τοῦ Καναδᾶ, δόθηκε ἡ ἀπάντηση, μέ τό κείμενο : «Ἡ Ἐκκλησία, οἱ Ἐκκλησίες καί τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», τό ὁποῖο μέχρι σήμερα ἀποτελεῖ τό πλέον ὑπεύθυνο κείμενο περί τῆς φύσης καί τῆς ἐκκλησιολογικῆς ταυτότητας τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ἐνῶ ἡ Α΄ Γενική Συνέλευση τοῦ Ἄμστερνταμ (1948) τό εἶχε ἢδη θέσει ἐπίσημα ὡς ἐρώτημα.

Στή Β΄ Γενική Συνέλευση, στό Ἔβαστον (1954), μέ τή δήλωση τῶν Ὀρθο­δό­ξων κατανοήθηκε ἡ ἀδυναμία τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν νά κατανοήσει καί νά ἐμβα­θύνει στό θέμα τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητας καί τῆς διαίρεσης τῶν Ἐκκλησιῶν[21], ἐνῶ στή Γενική Συνέλευση τοῦ Νέου Δελχί (1961) ἡ τροπολογία τοῦ Ἄρθρου-Βάση τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν ἀπό Χριστολογικό σέ Τριαδολογικό, μέ πρωτοβου­λία κυρίως Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, καί ἡ κατάθεση κειμένου περί τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας ἀπό μέρους τῶν Ὀρθοδόξων μελῶν ἀπετέλεσαν στοιχεῖα μιᾶς πραγματικῆς θεο­λο­γικῆς συμβολῆς, μέ τήν ὁποίαν ἐπιβεβαιώθηκε ἡ ἀνα­γ­καιό­τητα ἀλλά καί ἡ σπουδαιότητα τῆς συμμετοχῆς πλέον τῶν Ὀρθοδόξων μελῶν τοῦ Παγ-κοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν στίς θεολογικές συζητήσεις στό πλαίσιο τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης[22].

Ἐπιπλέον ἡ υἱοθέτηση στήν θεματολογία τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν τῆς θεολογίας περί τοῦ ἁγίου Πνεύματος (1968), τῶν σωτηριολογικῶν προτε­ραιο­τήτων, τῆς σημαντικῆς θέσης περί τοῦ Συμβόλου Νικαίας-Κωνσταντι­νου­πό­λεως καί ἡ προετοιμασία τοῦ θεολο-γικοῦ κειμένου «Βάπτισμα, Εὐ­χα­ριστία καί Λειτούργημα» (ΒΕΜ) ἀποτε-λοῦν θέματα γιά θεολογικές συζητήσεις, ἀπό τίς ὁποῖες δέν θά ἔπρεπε νά εἶναι ἀμέτοχη ἡ Ὀρθό­δοξη Ἐκκλη­σία, καί μάλιστα «ἄνευ προηγουμένης Πανορθοδόξου ἀποφά­σεως», ὅπως ἀποφασίστηκε καί στήν εἰδική σύσκε-ψη τῶν Ὀρθοδόξων Ἀντι­προ­σώπων κατά τήν Ε΄ Γενική Συνέλευση στό Ναϊρόμπι, τό ἔτος 1975. Ἡ ἀπαίτηση ἄλ­λωστε ἀπό τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν γιά μία minimum θεολογική συμφωνία ἀπό τίς Ἐκ­κλησίες μέλη (χριστολογική καί τριαδολογική), δέν συνεπάγετο ὅτι οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκ­κλη­σίες θα ἒπρεπε νά ἀρκεσθοῦν σέ αὐτή τή βάση συμ-φωνίας ἀλλά  ἦταν ἀναγκαῖο νά δώσουν τό δικό τους θεολογικό στῖγμα, γιατί μία θεολογική αὐτάρκεια σέ μία minimum συμφωνία (1958) μέ ἀποκλεισμό τή θεολογική συμβολή καί τῶν λοιπῶν Ἐκκλησιῶν-μελῶν, ἐν προκειμένω τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, θά συνεπάγετο ὃτι τό Παγ-κόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν εἶναι ἤ ἕνα νέο διομολογιακό σχῆμα ἤ μία «ὑπέρ-Ἐκκλησία». Δέν εἶναι μάλιστα τυχαῖο  ὅτι ἡ συμμε­τοχή τῶν  Ὀρθο-δόξων Ἐκκλησιῶν φάνηκε τόσο δυναμική, πολύτιμη καί δημιουργική, ὥστε προκάλεσε ἀντι­δράσεις ἀπό μία ὁμάδα προτεσταντικῶν μελῶν[23].

β) Στό Νέο Δελχί ἔχουμε ἀκόμη μία θετική ἐξέλιξη. Τήν εἴσοδο καί ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ὡς μελῶν στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν. Ἐκτός ἀπό τά Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας, Ἀντι-οχείας καί Ἱεροσολύμων (1948), τά ὁποῖα ἢδη συμμετεῖχαν, ἐντάχθηκαν τά Πατριαρχεῖα Μόσχας, Ρουμανίας, Βουλγα­ρίας καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Πολωνίας,  ἐνῶ τά ἑπόμενα ἔτη οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Γεωργίας (1962) καί τῆς Σερβίας (1965).

Ὅλες αὐτές οἱ ἐξελίξεις καί κυρίως ὁ νέος προσανατο-λισμός τοῦ ἴδιου τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ὡς πρός τή θεολογική θεώρηση τοῦ ρόλου του καί τῶν ἀποφά­σεών του, ἀκόμη καί αὐτῶν πού σχετίζονται μέ κοινωνικά θέματα, ὑπό τήν πίεση τῶν Ὀρθοδόξων μελῶν τοῦ Συμβουλίου προχώρησε στήν ἐξέταση καί θεο-λογικῶν θεμάτων στή βάση τῶν προβλη­μα­τισμῶν τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καί Τάξις».

Τήν ἀπόφαση αὐτή ἔπρεπε νά ἀκολουθήσει καί τό Οἰκουμε­νικό Πατριαρχεῖο, ὡς ἱδρυτικό μέλος τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, γι’ αὐτό καί ἐξέδωσε τό Διάγγελμα τοῦ 1973, μέ τό ὁποῖο ἀναγνώριζε ὅτι τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν «κληθέν ἀρχῆθεν ὅπως ὑπηρετήσῃ τάς Ἐκκλησίας ἐν τῇ ἀπό μέρους τούτων προσφορᾷ μαρτυρίας καί διακονίας πρός τόν ἄνθρωπο, τήν κοινωνίαν καί τόν κόσμον», τό ὁποῖο δροῦσε μέσα σέ μιά πολυδιάστατη καί ἀγχώδη πραγματικότητα, καί ἀνεγνώριζε τοῦτο ὡς θεσμό «ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Ἐκ­κλησιῶν» καί τό ὁποῖο ἔχει ὡς ἔργο «ἵνα ἀποβαίνῃ ἑκά­στο­τε τό ἐπί τούτῳ ὄργανον τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν τῇ ἀπό κοινοῦ ἀναζητήσει τῆς διασα­λευθείσης καί φυγαδευθείσης ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν, τόσον ἐν τῇ ἐκφράσει τῶν κοινῶν σημείων τῆς ἐμπεπιστευμένης εἰς αὐτάς χάρι­τος, ἀληθείας καί πίστεως, ὅσον καί ἐν τῇ διερευνήσει καί ἀποκαταστάσει τῶν ὑφισταμένων διαφορῶν».

Εἴκοσι χρόνια λοιπόν μετά τήν Ἐγκύκλιο τοῦ 1952 καί πε­νήν­τα δύο ἀπό τήν Ἐγκύκλιο τοῦ 1920, πού ἀπέτρεπε τή συμμετοχή σέ θεολογικές συζητήσεις μέσα στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μέ τό Διάγγελμα τοῦ 1973 ἔπαιρνε μιά δια-μετρικά ἀντίθετη θέση, συνηγορῶντας καί Αὐτό στό πανορθόδοξο πλέον αἴτημα περί ἑνός θεολογικοῦ διαλόγου «καί τῆς ἐν θεολογικῇ εὐθύτητι καί ἀκε­ραιό­τη­τι ἀνενδοιάστου προβολῆς τῆς πίστεως καί διδασκαλίας τῶν συμβαλ­λομέ­νων μερῶν, ἵνα ἐκ τῆς πολλαπλότητος τῶν ἐκδοχῶν ἐκ-πηγά­ζῃ ἡ μοναδι­κότης τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμένης ἀληθείας, ὥς τε Ἁγίας Γραφῆς καί ὡς Ἱερᾶς Παραδόσεως»[24].

  1. Τό ἰδιαίτερο αὐτό περιεχόμενο τοῦ συγκεκριμένου Διαγγέλματος τοῦ 1973 ἀντικατοπτρίζει τή θετική στάση τοῦ Οἰκουμενι­κοῦ Πατριαρχείου ὡς πρός τήν συνεργασία τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ὄχι μόνο στόν λεγόμενο «Πρακτικό Χριστιανισμό» ἀλλά κυρίως καί οὐσιαστι­κά στόν θεολογικό προβληματισμό. Ὑπο­γραμ­μίζει τή σπουδαιό-τητα τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καί Τάξις» καί τονίζει τήν προ-ώθηση τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου. Τό συγκεκριμένο Διάγγελμα διερ­μηνεύει τίς θέσεις τόσο τῆς Δ΄ Πανορθόδοξης Διάσκεψης (Γενεύη 1968), ὅσο καί τῆς Α΄ Προσυνοδικῆς Πανορθόδοξης Διάσκεψης (1976)[25].

Ἡ ἀλλαγή αὐτή θά πρέπει νά ἐπισημάνουμε ὅτι δέν συνεπάγεται ἀπόρριψη ἤ μή ἀποδοχή τῶν Ἐγκυκλίων τοῦ 1920 καί 1952, ἀλλά μία «αὔξη­ση», διεύρυνση καί ἐπικαιροποίη­ση τῶν ἀπόψεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν συνεργασία καί τήν συμβολή τῶν Ὀρθο­δόξων Ἐκκλησιῶν στήν Οἰκουμενική Κίνηση ἰδιαίτερα στήν Ἐπιτρο-πή « Πίστις καί Τάξις», ὡς πρός τό περιεχόμενο αὐτῆς τῆς συμβολῆς καί ὡς πρός τό πλαίσιο τῆς συνεργασίας τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν.

Τέλος ἒναντι τοῦ δογματικοῦ σχετικισμοῦ πολλῶν δυτικῶν μελῶν τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, μέ τόν ὁποῖον ὁδηγήθη-καν σέ μία ἐκκοσμικεύμενη ἀντίληψη τοῦ ρόλου καί τῶν σκοπῶν τοῦ Συμβουλίου, τό Διάγγελμα τοῦ 1973 τόνισε ὅτι τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ἔπρε­πε νά βρεῖ τρόπους ἔκφρασης τῆς Χριστιανικῆς διδασκα-λίας «ἵνα ὁ λόγος αὐτοῦ μή ἧ λόγος ἀσήμαντος ἐκκοσμικευθείσης Κινή-σεως, ὡς καί τόσοι ἄλλοι, μηδέ φωνή ὑπό τῆς ἀγόνου γραφειοκρατίας ἐμπνεομένη, ἀλλά λόγος πλούσιος εἰς προφητικόν τόνον, λόγος Χρι-στοῦ».

Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μέ τό Διάγγελμα τοῦ 1973 καί μέ τήν πανορθόδοξη διεύρυνση καί ἐπικαιροποίηση τοῦ περιεχομένου τῆς Πατριαρχικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920, προσπάθησε νά ἐπισημάνει:

α) Τόν κίν­δυνο μετατροπῆς τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν σέ ἕναν ὀργανισμό ἁπλοῦ «κοινωνισμοῦ», ὁ ὁποῖος κατά τόν 18ο αἰῶνα εὐδοκίμησε στούς κόλπους τοῦ Προτεσταντισμοῦ μέ ἕναν ἀντίστοιχο  «ἠθι­κι­σμό», ὡς εἴδωλο μιᾶς κατ’ ἐπίφαση Χριστιανικῆς ζωῆς καί  ἑνός «Πρακτικοῦ Χριστιανισμοῦ»[26].

β) Νά προκαλέσει καί νά προσκαλέσει τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, μέλη τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, σέ μία συνεργασία ἀποτροπῆς αὐτῆς τῆς μετάλλαξης τῆς διαχριστιανικῆς δηλα-δή συνεργασίας σέ ἕνα μέσον «κοινωνικοῦ ἀκτιβισμοῦ».

γ) Νά δημιουργήσει τή θεολογική βάση ἀνάπτυξης καί ἐν-ίσχυ­ση μιᾶς διαχριστιανικῆς συνεργασίας στήν προοπτική τῶν σκοπῶν τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καί Τάξις».

Ἀντίστοιχης ἐξέλιξης ὡς πρός τό πλαίσιο καί τό περιεχόμε­νο τοῦ ρόλου καί τῆς παρουσίας τῶν Ὀρθοδόξων μελῶν στή συνεργασία τους μέ τίς λοιπές Χριστιανικές Ἐκκλησίες τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν ἀποτελοῦν καί οἱ ἀποφάσεις τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς (Special Commission) (1998-2002)[27], γιά τήν Ὀρθόδοξη συμμετοχή στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, προϊόν ἀντίστοιχου ἐκκλησιολογικοῦ προβλημα-τισμοῦ καί σπουδαιότητας.

  1. Tό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ὡς διαχριστιανι-κός ὀργανισμός γιά τήν ἐπίτευξη τῆς ἑνότητας, ἐμφανίζει προβλήματα, τά ὁποῖα πρέπει νά ἐπιλύει ἀπό κοινοῦ μέ ὅλες τίς Χριστιανικές Ἐκκλη-σίες, μέλη του, καί μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὑπό τήν διπλή του ἰδιότητα, δηλαδή τόσο ὡς ἀνα­γνω­ρισμένου προστάτου καί συντονιστοῦ τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς ὅσο καί ὡς προκαθημένη Ἐκκλησία τῶν ἁπα­ντα­χοῦ Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως καί ἀναγνωρίζε-ται πανορθοδόξως, σέ σχέση πρός τά διάφορα διορθόδοξα καί τά δια-χριστιανικά θέματα[28]. Ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ διπλοῦ ρόλου του, τό Οἰκου-μενικό Πατριαρχεῖο ἒχει ἐπιβεβαιώσει διαχρονικά ὃτι δέν μπορεῖ νά μένει ἀπαθές ἀπέναντι στίς ἐξελίξεις οὒτε καί στόν διαχριστιανικό διάλογο ἀντίθετα θά πρέπει νά προβάλλει τή δική του συμβολή καί νά καθοδηγεῖ ὥστε ἡ παρουσία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν σ’ αὐτή τήν συγκεκριμένη «Κοινωνία τῶν Ἐκκλησιῶν» νά εἶναι ἐπίκαιρη, δυναμική, οὐσιαστική καί ἐποικοδομητική.

Τόσο οἱ Ἐγκύκλιοι τοῦ 1920 καί 1952, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν ὁριακές ἐκφράσεις τοῦ Ὀρθόδοξου Οἰκουμενισμοῦ, ὡς ἡ λογική συνέπεια καί φυσική συνέχεια τῶν δύο Ἐγκυκλίων τοῦ Πατριάρχου Ἰωακείμ τοῦ Γ΄ (1902, 1904), ὅσο καί τό Διάγγελμα τοῦ ἔτους 1973, ἀντικατοπτρίζουν τήν ἀγωνία ὅπως τήν ἐξέφρασε πρός τό τέλος τῆς πατριαρχείας του ὁ Πα­τριάρχης Ἀθηναγόρας ὁ Α΄: «Σήμερα βρισκόμαστε ἤ μπροστά στόν πειρα­σμό νά ἀρκεσθοῦμε στά ἐπιτεύγματά μας καί νά ὁδηγήσουμε τήν Οἰκου­μενική Κίνηση σέ μιά στατικότητα, ἤ μπροστά στήν εὐκαιρία νά τήν ἐμποτίσουμε μέ μιά νέα δυναμική ἐνέργεια, μέ τήν ὁποία θά μᾶς ὁδηγοῦ-σε πρός μιά ἀνακαίνιση, πού ἀποτελεῖ τήν θεμελιώδη προϋπόθεση γιά τήν συνάντηση τῶν Ἐκκλησιῶν στόν δρόμο τῆς ἑνότητος», καί στήν προσπάθεια αὐτή φαίνεται ὃτι ἤθελε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νά διαδραματίζει ἕνα πρωταγωνιστικό ρόλο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑΙ

Παπαδοπούλου Ἀντ., Κείμενα Διορθοδόξων καί Διαχρι­στια­νικῶν Σχέσεων, ἐκδ. Ἀφῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1984.

Σκουτέρη Κ., «Ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ 1902 καί οἱ διορθόδοξες σχέ­σεις κατά τήν ἐποχή τῆς ἐκδόσεώς της, ἰδίως στά Βαλκάνια καί τή Μέση Ἀνατολή, καί ἡ σημασία της γιά τήν τότε καί γιά τήν ἐνεστῶσα πραγματι­κότητα», ἐν Ὀρθοδοξία Β΄ I (2003), σελ. 229-241.

Ταρνανίδου Ἰ., «Τά αἴτια τά ὁποῖα προκάλεσαν τήν ἐξα­πό­­λυ­ση τῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1902 ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Ἰωα­κείμ τοῦ Γ΄, καί εἰδικότερα ἡ ἀναφορά της στήν διορθόδοξη ἀναζήτη­ση τῆς συνερ­γασίας καί τῆς ἑνότητας», ἐν Ὀρθοδοξία Β΄ I (2003), σελ. 243-252.

Τσέτση, Ἀνάλεκτα= Πρωτ. Τσέτση Γ., Οἰκουμενικά Ἀνάλεκτα, ἐκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1987.

Τσέτση, Συμβολή= Πρωτ. Τσέτση Γ., Ἡ Συμβολή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν ἵδρυση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ἐκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1988.

Τσέτση, Οἰκουμενικός θρόνος= Πρωτ. Τσέτση Γ., Οἰκουμενικός Θρόνος καί Οἰκουμένη. Ἐπίσημα Πατριαρχικά Κείμενα, ἔκδ. Τέριος, Κατερίνη 1989.

Φειδᾶ Βλ., «Αἱ Ἐγκύκλιοι τοῦ 1902 καί τοῦ 1904 ὡς πρό­δρο­μοι τῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920 ἐν τῇ εὐρυτέρᾳ οἰκουμενικῇ προοπτική τῆς Μητρός Ἐκκλησίας», ἐν Ὀρθοδοξία Β΄ I (2003), σελ. 129-139.

[1]. Φειδᾶ, 138.

[2]. Πρβλ. Τσέτση, Οἰκουμενικός θρόνος, 55 καί 57.

[3]. Τά κείμενα τῶν Ἐγκυκλίων καί τῆς Ἐπιστολῆς, βλ. Ἀντ. Παπαδόπουλου, Κείμενα, 9-97 μέ τίς ἀντίστοιχες ἀπαντήσεις τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. καί Πρωτοπρ. Γεωργίου Τσέτση, Οἰκουμενικός θρόνος, 25-64, ὅπου οἱ δημοσιεύσεις τῶν πρωτοτύπων Κειμένων καί μεταφράσεων τους καί ἡ σχετική βιβλιογραφία.

[4]. Φειδᾶ, 131.

[5]. Τσέτση, Οἰκουμενικός θρόνος, 25.

[6]. Σκουτέρη 239.

[7]. Τσέτση, Ἡ συμβολή, 35.

[8]. Φειδᾶ, 135.

[9]. Φειδᾶ, 137.

[10]. Βλ. Τσέτση, Οἰκουμενικός θρόνος, 48. Τοῦ ἰδίου, Συμβολή, 62.

[11]. Φειδᾶ, 138.

[12]. Τσέτση, Συμβολή, 74.

[13]. Τσέτση, Συμβολή, 90-91.

[14].Πρβλ. Τσέτση, Συμβολή, 91.

[15]. Βλ. Τσέτσης, Ἀνάλεκτα, 82-85.

[16]. Τσέτση, Συμβολή, 179-181, ὅπου καί ἡ σχετική βιβλιογραφία. Τσέτση, Ἀνάλεκτα, 129.

[17]. Τσέτση, Συμβολή, 182, ὑποσ. 28.

[18].  Τσέτση, Ἔνθ’ ἀνωτ, 183, ὑποσ. 29.

[19]. Τσέτση, Συμβολή, 181-184.

[20]. Τσέτση, Συμβολή, 186.

[21]. Γιά τή συμβολή τῶν Ὀρθοδόξων, βλ. Τσέτση, Ἀνάλεκτα, 23.

[22]. Τσέτση, Ἀνάλεκτα, 29-30.

[23]. Γ. Τσέτση, Ἀνάλεκτα, 63 καί 67.

[24]. Τσέτση, Συμβολή, 185.

[25]. Τσέτση, Οἰκουμενικός θρόνος, 91 καί Τοῦ ἰδίου, Συμβολή, 196.

[26]. Τσέτση, Συμβολή, 186.

[27]. Τό σημαντικό αὐτό κείμενο τῆς «Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς», βλ. Π. Βασιλειάδη (ἐπιμ.), Ὀρθόδοξη Θεολογία καί Οἰκουμενικός Διάλογος, ἐκδ. Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 2005. Εἰδικές ἀναφορές, βλ. Θεολογικές Σποδές καί Οἰκουμένη με εἰδική ἀναφορά στη συμμετοχή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στού Διαχριστιανικούς Διαλόγους καί τό μέλλον τους (ἐπιμ. Βασιλική.Ηλ. Σταθοκώστα), Ἀθήνα 2013, σελ. 63-114.

[28]. Πρβλ. Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια (ἐφημ.) Μ΄ (1920), 149-151.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.