Τετάρτη 21 Αυγούστου 2019

ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΕΣ ΤΩΝ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


 Ἀκρίβεια καί οἰκονομία γιά τίς χειροτονίες τῶν ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου


Τό Κείμενο σέ pdf

 Ἕνα σημαντικό θέμα πού ἐπανέρχεται κατά καιρούς στίς συζητήσεις μας εἶναι πῶς θά γίνωνται ἀποδεκτοί οἱ «Κληρικοί» ἄλλων σχισματικῶν καί αἱρετικῶν ὁμάδων, ὅταν προσέρχωνται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Βέβαια, αὐτό ἔχει σχέση μέ τήν Ἀποστολική Παράδοση καί τήν Ἀποστολική Διαδοχή, ἀλλά ἐπειδή ὑπάρχουν πολλές λεπτομερεῖς περιπτώσεις, γι’ αὐτό κάθε φορά ἐξετάζεται ἡ συγκεκριμένη περίπτωση καί οἱ προϋποθέσεις κάτω ἀπό τίς ὁποῖες ἔγιναν οἱ «χειροτονίες» Κληρικῶν.
 Ἤδη, σέ κείμενό μου, πού ἔχω δημοσιεύσει μέ τίτλο «Ἀποστολική Παράδοση καί Ἀποστολική Διαδοχή στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας» ἔχω θίξει τό σοβαρό αὐτό ζήτημα, μέσα στήν προοπτική τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί ἐκκλησιολογίας.
 Ὅμως, ἀναζητώντας περισσότερα στοιχεῖα γιά τό θέμα αὐτό, βρῆκα τρία κείμενα, τά ὁποῖα δίνουν τήν προοπτική γιά τό πῶς ἀντιμετωπίζει ἡ Ἐκκλησία διαχρονικά τό θέμα τῶν χειροτονιῶν ἀπό σχισματικούς καί αἱρετικούς καί πῶς ἀποδέχεται ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τέτοιους «Κληρικούς», πού προσέρχονται σέ αὐτήν.
  1. Ἀνάλυση τοῦ θέματος ἀπό τόν καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα
 Ὁ καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας στόν Τρίτο Τόμο τῆς Δογματικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας περιλαμβάνει κεφάλαιο μέ τίτλο «Χειροτονίαι ἄκυροι καί ἀναχειροτονίαι» (Παναγιώτου Τρεμπέλα, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 3ος, ἐκδ. Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθήνα 1961, σελ. 314-319), στό ὁποῖο μέ συντομία ἐκθέτει τίς βασικές ἀρχές τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, ὅπως φαίνεται στούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καί στήν Παράδοσή της γιά τό θέμα τῶν χειροτονιῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας.
 Θά κάνω μιά περίληψη τῶν σκέψεών του, γιατί ἦταν ἕνας συντηρητικός θεολόγος καί κατά τεκμήριο ἡ ἄποψή του εἶναι ἐνδιαφέρουσα.
 Στήν ἀρχή τοῦ κειμένου του κάνει λόγο ὅτι στήν Ἐκκλησία ὑπάρχουν δύο ἀρχές, ὡς πρός τό ζήτημα τῶν χειροτονιῶν.
 Ἡ πρώτη ἀρχή εἶναι ὅτι γιά τήν ἔγκυρη χειροτονία εἶναι ἀπαραίτητο ὁ λαμβάνων τήν χειροτονία νά κλίνη τόν αὐχένα «ὑπό τήν χεῖρα τοῦ χειροτονοῦντος» αὐτοπροαιρέτως, ἀλλά καί ὁ χειροτονῶν νά μεταδώση τό χάρισμα «μακράν παντός δόλου ἤ ἀπάτης ἤ οἱουδήποτε καταναγκασμοῦ».
 Ἡ δεύτερη ἀρχή εἶναι ὅτι τά τελούμενα Μυστήρια ὑπό σχισματικῶν ἤ αἱρετικῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας «εἶναι ἄκυρα κατά τό ἀξίωμα «extra ecclesiam nulla salus»», δηλαδή ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχει σωτηρία.
 Ὡς πρός τήν πρώτη ἀρχή ἀμφισβητήθηκε ἡ χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου Νοουάτου ἐπειδή αὐτός παρέσυρε τρεῖς ἐπισκόπους νά ἔλθουν στήν Ρώμη «δι’ ἀπάτης» καί σέ κατάσταση μέθης «μετά βίας ἠνάγκασεν εἰκονικῇ τινι καί ματαίᾳ χειροθεσίᾳ ἐπισκοπήν αὐτῷ δοῦναι». Τό ἴδιο καί ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος μέ τόν 4ο Κανόνα της ὅρισε «περί Μαξίμου τοῦ κυνικοῦ καί τῆς κατ’ αὐτόν ἀταξίας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει γενομένης∙ ὥστε μήτε Μάξιμον ἐπίσκοπον ἤ γενέσθαι, ἤ εἶναι μήτε τούς παρ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντας, ἐν οἱῳδήποτε βαθμῷ κλήρου∙ πάντων καί τῶν περί αὐτόν, καί τῶν παρ’ αὐτοῦ γενομένων ἀκυρωθέντων».
 Ἀπό τίς ἄκυρες χειροτονίες τοῦ Νοουάτου καί τοῦ Μαξίμου τοῦ Κυνικοῦ πρέπει νά διακρίνωνται «αἱ μή μετά κανονικήν ἐκλογήν γινόμεναι χειροτονίαι, αἵτινες ὑπό τῶν κανόνων κηρύττονται ἄκυροι». Πρόκειται γιά τίς ὑπερόριες χειροτονίες, γιά εἰσπηδήσεις ἤ αὐθαίρετες ἐγκαταστάσεις ἀπό χειροτονημένους κανονικῶς ἐπισκόπους ἀπό τήν δική τους ἐπισκοπή στά ὅρια ἄλλων ἐπισκοπῶν, καθώς ἐπίσης καί ἐγκαταστάσεις διαδόχων ἐπισκόπων ἤ συγγενῶν τους παρά τούς ἱερούς Κανόνες ἀπό αὐτούς πού τίς κατεῖχαν προηγουμένως.
 Οἱ χειροτονίες αὐτές μυστηριακῶς εἶναι ἔγκυροι, καί, ἐάν ἡ ἁρμόδια ἀρχή ἤθελε αὐτούς τούς ὑπερορίους καί ἀντικανονικούς Κληρικούς νά τούς χρησιμοποιήση, δέν ἀναχειροτονοῦνται, γιατί ἰσχύει ἐξ ὁλοκλήρου σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ὁ 68ος ἀποστολικός κανόνας, πού ἀπαγορεύει τήν ἀναχειροτονία μέ ποινή καθαιρέσεως. Ἐνῶ οἱ χειροτονίες αὐτές εἶναι μυστηριακῶς ἔγκυροι, ἐν τούτοις ἀκυρώνεται ἡ ἐγκατάσταση αὐτῶν καί ὅλα τά δικαιώματα τῶν χειροτονηθέντων πού ἀπορρέουν ἀπ’ αὐτές τίς χειροτονίες, ὁπότε θεωροῦνται ἀπολελυμένες χειροτονίες.
 Ὡς πρός τήν δεύτερη ἀρχή, δηλαδή γιά τίς χειροτονίες τῶν σχισματικῶν καί αἱρετικῶν, πού εἶναι μυστήρια πού τελέσθηκαν ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία «δέον νά λογίζωνται ὡς πάντῃ ἄκυρα». Ἔτσι, ὅσοι κληρικοί ἀπό τούς αἱρετικούς καί σχισματικούς προσχωροῦν στήν Μία, Ἁγία Ἐκκλησία «δέον νά χειροτονοῦνται», καί ἡ χειροτονία αὐτή δέν λογίζεται δεύτερη χειροτονία, ἀλλά ἔγκυρη πρώτη χειροτονία.
 Ὅσοι Κληρικοί ἔλαβαν τήν χειροτονία στήν Μία καί Ἁγία Ἐκκλησία καί στήν συνέχεια ἔκκλιναν σέ αἵρεση ἤ σχίσμα, «οὗτοι μετανοοῦντες καί γινόμενοι δεκτοί ὑπό τῆς Ἐκκλησίας κἄν ἔτι καθηρέθησαν ἐν τῷ μεταξύ, ἀποκαθίστανται εἰς τόν ὅν κατεῖχον βαθμόν ἱερωσύνης, ἄνευ ἀναχειροτονίας». Δευκρινίζεται δέ ὅτι ὅσο χρόνο ἦταν στό σχίσμα ἤ στήν αἵρεση, ἀφοῦ εἶχαν καθαιρεθῆ καί ἀποκηρυχθῆ ἀπό τήν μία Ἐκκλησία ἀπό τήν ὁποία ἔλαβαν τό χάρισμα, αὐτό τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης «ἦτο ἀνενέργητον καί ἀνίσχυρον», οἱ δέ χειροτονίες πού ἔγιναν ἀπό αὐτούς «δέον κατ’ ἀκρίβειαν νά λογίζωνται ὅλως ἄκυροι καί νά ἐπαναλαμβάνωνται». Ἐπικαλεῖται στό σημεῖο αὐτό τήν διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου πού ἀκολούθησε τήν διακήρυξη τοῦ Κυπριανοῦ καί τοῦ Φιρμιλιανοῦ, ὅτι, ὅταν ἀφίστανται κάποιοι ἀπό τήν Ἐκκλησία, διακόπτεται ἡ μετάδοση τῆς Χάριτος.
 Γιά τό θέμα αὐτό χρησιμοποιεῖται τό παράδειγμα τοῦ ἀγωγοῦ, πού συνδέεται μέ τήν δεξαμενή ὕδατος. Δηλαδή, ὁ ἀγωγός μεταφέρει τό ὕδωρ τῆς δεξαμενῆς σέ διάφορα μέρη. Ἐκεῖνος, λοιπόν, πού λαμβάνει τό χάρισμα τῆς Ἱερωσύνης στήν μία καί ἁγία Ἐκκλησία «καθίσταται ἀγωγός μεταδίδων καί τοῖς ἄλλοις τήν θείαν χάριν», ἐφ’ ὅσον διατελεῖ σέ κοινωνία ἀδιάσπαστη μέ τήν ταμιοῦχο τῆς χάριτος Μία, Ἁγία Ἐκκλησία, ἀντλώντας ἀπό αὐτήν ὡς ἀπό ἀνεξάντλητη δεξαμενή τό σωτήριο νάμα τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί γιά τόν ἑαυτό του καί γιά τούς ἄλλους. Ὅμως, ὅταν ἀποσπᾶται ἀπό τήν Μία, Ἁγία Ἐκκλησία, παραμένει μέν ἀγωγός, «διά τό ἀνεξάλειπτον τῆς ἱερωσύνης», ἐπειδή ὅμως ἀποκόπτεται ἀπό τήν μόνη ταμειοῦχο καί ζωοπάροχο δεξαμενή τῆς χάριτος «παραμένει ἀγωγός κενός καί ἀνίκανος νά μεταδώσῃ οἱανδήποτε χάριν».
    Μποροῦμε ἀντί τοῦ ἀγωγοῦ ὕδατος, νά χρησιμοποιήσουμε τό παράδειγμα τοῦ ἀγωγοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος (καλωδίου), τό ὁποῖο, ὅταν συνδέεται μέ τόν ρευματολήπτη (πρίζα), μεταφέρει τό ἠλεκτρικό ρεῦμα, διαφορετικά εἶναι ἕνα ἁπλό καλώδιο.
 Αὐτήν τήν ἀρχή καθιερώνει καί ὁ 68ος ἀποστολικός Κανόνας, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τήν ἀναχειροτονία, ἐκτός καί ἐάν ἔχη τήν χειροτονία ἀπό αἱρετικούς. Ὅμως, καί στήν περίπτωση αὐτή, τῶν χειροτονιῶν, δηλαδή, ἀπό αἱρετικούς χρησιμοποιήθηκε «τό μέτρον τῆς λεγομένης ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, πάντοτε ὑπό περιορισμόν καί ὑπό ὅρους». Ἔτσι, γιά τίς αἱρέσεις στίς ὁποῖες δέν ἀναγνωρίζεται ὡς ἔγκυρο τό Βάπτισμα «ἀπερρίπτετο ἀπαρεγκλίτως καί ἡ ἱερωσύνη». Γιά ἐκείνους τῶν ὁποίων κατ’ οἰκονομία γίνεται δεκτό τό Βάπτισμα «δέν ἀνεγνωρίζετο ἀπαρεγκλίτως καί ἡ ἱερωσύνη», ἀλλά ἀπό αὐτούς ἄλλοι μέν «ἐγίνοντο δεκτοί ἐν τῷ κλήρῳ καί ἐν τῷ βαθμῷ τόν ὁποῖον ἐν τῇ αἱρέσει κατεῖχον, ἄλλοι δέ ἐκηρύττοντο ἀναχειροτονητέοι». Ἀναφέρονται σχετικά παραδείγματα ἀπό τούς Κανόνες καί τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας.
 Ἀναφερόμενος δέ ὁ καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας σέ παραδείγματα Ἀρειανῶν πού ἐπέστρεφαν στήν Ἐκκλησία, γράφει ὅτι ἡ Ἐκκλησία κάθε φορά ἐξέταζε ἰδιαιτέρως κάθε περίπτωση. Θά παραθέσω ὁλόκληρο τό συγκεκριμένο ἀπόσπασμα.
 «Ὅσον δέ ἀφορᾷ εἰς τά ἀναφερόμενα ὑπό τοῦ Μ. Ἀθανασίου εἰς τήν πρός Ρουφιανιανόν κανονικήν ἐπιστολήν αὐτοῦ, καθ’ ἥν ἐκ τῶν ἀπό τῆς Ἀρειανικῆς πλάνης ἐπιστρεφόντων κληρικῶν «οἱ μέν προϊστάμενοι τῆς ἀσεβείας» συνεχωροῦντο μέν μετανοοοῦντες, δέν ἐδίδετο ὅμως «αὐτοῖς τόπος κλήρου», «τοῖς δέ μή αὐθεντοῦσι μέν τῆς ἀσεβείας, παρασυρεῖσι δέ δι’ ἀνάγκην καί βίαν ἔδοξε δίδοσθαι μέν συγγνώμην, ἔχειν δέ καί τόν τόπον τοῦ κλήρου», παρατηροῦμεν, ὅτι κατά πᾶσαν πιθανότητα, ἄν μή καί βεβαιότητα, πρόκειται περί κληρικῶν λαβόντων τήν χειροτονίαν ἐν τῇ μιᾷ ἁγίᾳ Ἐκκλησίᾳ καί ἐκ ταύτης ἀποσχισθέντων καί εἰς αἵρεσιν ἐκπεσόντων. Παρόμοιόν τι θά ἠδύνατο νά παρατηρηθῇ καί περί ἐπισκόπων χειροτονηθέντων ὑπό αἱρετικῶν μέν, ἀλλ’ ἐντός τῆς μιᾶς ἁγίας καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐνεργούντων, οἷοι οἱ Ἀντιοχείας Μελέτιος, Ἱεροσολύμων Κύριλλος, Κωνσταντινουπόλεως Ἀνατόλιος, Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, Ἰωάννης Ἱεροσολύμων. Δέν ἐχειροτονήθησαν οὗτοι, ἵνα ὦσιν ἐπίσκοποι τῆς αἱρέσεως, τήν ὁποίαν ἐπρέσβευον οἱ χειροτονήσαντες, οὐδέ φρονοῦντες τά τῆς αἱρέσεως ταύτης, ἀλλ’ ὀρθοδόξως πιστεύοντες τῶν ὀρθοδοξούντων ποιμνίων ἐξ ἀρχῆς ὡς τῆς μιᾶς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπίσκοποι κατεστάθησαν. Καί τοῦ Πέτρου δέ τοῦ Μογγοῦ (482-490) διά πραξικοπήματος τόν Ἀλεξανδρινόν θρόνον καταλαβόντος αἱ πράξεις καί χειροτονίαι ὡς ἐν τῇ μιᾷ ἁγίᾳ Ἐκκλησίᾳ γενόμεναι ἀνεγνωρίσθησαν».
 Ἐπισημαίνεται δέ ὅτι ἡ χρήση τῆς οἰκονομίας δέν δημιουργεῖ καθεστώς μόνιμο, ἀλλά ρυθμίζεται ἀνάλογα ἀπό τήν Ἐκκλησία πού ἐκτιμᾶ τίς διάφορες περιστάσεις. Γράφει:
 «Πάντως, χρῆσις τῆς οἰκονομίας ἐγίνετο πολλάκις, αὕτη ὅμως δέν δημιουργεῖ καθεστώς μόνιμον, ἀλλ’ ἀπόκειται εἰς τήν Ἐκκλησίαν, ἐκτιμῶσαν τάς ἑκάστοτε περιστάσεις καί ρυθμίζουσαν αὐτάς, νά ποιήσηται χρῆσιν τοῦ μέτρου τῆς οἰκονομίας, ὅταν ἐξ αὐτοῦ πρόκειται νά προέλθῃ γενικωτέρα τις ὠφέλεια, νά τηρήσῃ δέ τήν αὐστηράν ἀκρίβειαν, ὅταν δι’ αὐτῆς προλαμβάνεται χαλάρωσις καί ἀδιαφορία δυναμένη νά ἀγάγῃ εἰς καταστροφάς». Ἀναφέρει δέ σχετικά παραδείγματα ἀπό τήν νεώτερη πράξη τῆς Ἐκκλησίας.
 Ἀναφερόμενος σέ ἀπόφαση ἐπιτροπῆς, πού συστήθηκε ἀπό τήν Σύνοδο Κωνσταντινουπόλεως ὑπέρ τοῦ κύρους τῆς χειροτονίας κληρικῶν ἀπό ἐπισκόπους καθηρημένους καί σχισματικούς, γράφει:
 «Δεδομένου δέ ὅτι, ὡς ἤδη εἴπομεν, ἡ χρῆσις τῆς οἰκονομίας δέν εἶναι μέτρον δυνάμενον νά ἐπιβληθῇ κατά νόμον ἤ κανόνα μονίμως ἰσχύοντα, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν περιστάσεων, κακῶς ἡ ὑπό τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως συστᾶσα τῷ 1879 ἐπιτροπεία ἀπεφάνθη "ὑπέρ τοῦ κύρους τῆς χειροτονίας κληρικῶν ὑπό ἐπισκόπων καθῃρημένων καί σχισματικῶν χειροτονηθέντων". Μόνον κατ’ οἰκονομίαν θά ἠδύναντο ν’ ἀναγνωρίζωνται αὗται, διότι, ἐάν ἡ οἰκονομία αὕτη ἴσχυεν ὡς κανών, πᾶσα πειθαρχία ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ θά κατελύετο, θά συνεχέοντο δέ ὀλεθρίως τά ὅρια οἰκονομίας καί ἀκριβείας. Τέλος ὅσον ἀφορᾷ εἰς τό κῦρος τῶν Ἀγγλικανικῶν χειροτονιῶν σημειοῦμεν, ὅτι αὗται δέον νά ἐκλαμβάνωνται ὡς μυστήρια ἔξω τῆς Ἐκκλησίας τελεσθέντα».
 Σέ ὑποσημείωση κάνει διάκριση μεταξύ τῶν πρωτεργατῶν τοῦ σχίσματος καί τῶν ἀπογόνων τους. Γράφει:
 «Ἀναμφιβόλως οἱ πρῶτοι, οἱ ἀποσχισθέντες τῆς Ἐκκλησίας καί καθαιρεθέντες ὑπ’ αὐτῆς, ὡς πρωτουργοί τῆς ἐπαναστάσεως καί μετά τήν καθαίρεσιν αὐτῶν χειροτονήσαντες βαρυτάτην ὑπέχουσιν εὐθύνην, πολλῷ δέ βαρυτέραν ἐκείνων, οἵτινες μετά γενεάς ὅλας [μᾶλλον ὅλης] γεννηθέντες ἐν τῷ σχίσματι εὑρέθησαν καί λειτουργοί ἐν τῇ σχισματικῇ Ἐκκλησίᾳ. Ἄλλως λοιπόν θά κριθῶσιν οἱ πρωτουργοί ἐκεῖνοι, ἐν ὥρᾳ μάλιστα καθ’ ἥν τό σχίσμα διατελεῖ ἐν ἐκρήξει, καί ἄλλως οἱ ἀπόγονοι τούτων, οἵτινες ἐπιστρέφοντες μετά τήν κατασίγασιν τῆς ἡφαιστειώδους ἐκρήξεως, ἀναντιλέκτως δέον ἵνα γένωνται δεκτοί ἐξαντλουμένου παντός μέτρου ἐπιεικίας καί οἰκονομίας». Ἀπό τήν σύντομη αὐτή περίληψη καί παρουσίαση τῆς ἀναλύσεως τοῦ καθηγητοῦ Παναγιώτη Τρεμπέλα φαίνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ταμειοῦχος τῆς θείας Χάριτος, οἱ Κληρικοί εἶναι ἀγωγοί πού μεταφέρουν τήν Χάρη ἀπό τήν δεξαμενή, ἄν δέν συνδέεται μέ τήν δεξαμενή, παραμένουν κενοί, ἄδειοι ἀγωγοί. Ἀκόμη, ἡ Ἐκκλησία διά τῶν Συνόδων της ἀποφασίζει γιά τήν ἀκρίβεια καί τήν οἰκονομία, πότε γίνονται ἀναχειροτονίες καί πότε ἀναγνωρίζονται οἱ χειροτονίες τῶν Κληρικῶν πού ἦταν στά σχίσματα καί τίς αἱρέσεις, ὕστερα ἀπό ἐξέταση τῶν διαφορετικῶν περιπτώσεων, ὕστερα ἀπό ἐξέταση τοῦ πῶς κάποιος ἔλαβε τό ἱερατικό ἤ ἐπισκοπικό χάρισμα καί πῶς προσέρχεται στήν Μία καί Ἁγία Καθολική Ἐκκλησία, καί ἐξετάζεται ἄν πρόκειται νά προέλθη γενικοτέρα ὠφέλεια.
 Παρατηρεῖ κανείς σέ αὐτήν τήν ἀνάλυση, τήν ἀκρίβεια καί τό φιλάνθρωπο πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τήν συντηρητικότητα καί τήν εὐρύτητα τῆς σκέψεως τοῦ καθηγητοῦ Παναγιώτου Τρεμπέλα.
  1. «Φωτίου τοῦ Πατριάρχου, ἐρωτήματα ...»
 Ἀπό τίς ἀπαντήσεις τοῦ Μεγάλου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινου­πόλεως σέ δέκα ἐρωτήματα πού τοῦ ἐτέθησαν θά παραθέσω σέ κείμενο καί σέ μετάφραση τήν ἀπόκριση τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατρός στήν τέταρτη ἐρώτηση. Ἡ ἀπάντηση αὐτή εἶναι σημαντική γιά τόν τρόπο πού ἐνεργεῖ ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς στίς χειροτονίες ἀπό σχισματικούς καί αἱρετικούς.
 Κείμενο:
 «Ἐρώτησις Δ΄: Τίνων κατακριθέντων οἱ ὑπ’ αὐτῶν χειροτονηθέντες οὐδέν ἐβλάβησαν;
 Ἀπόκρισις: Παύλου τοῦ ἐκ Σαμοσατέων κατακριθέντος, οὐδείς τῶν ὑπ’ αὐτοῦ καθῄρηται, καίτοι συμπεπραχότων αὐτῷ ἐκεῖνα, δι’ ἅ ἐκεῖνος καθῃρέθη. Τοῦ Νεστορίου καθαιρεθέντος, οὐδείς τῶν ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντων καθῄρηται. Πέτρου τοῦ Μόγγου ἔτι πρεσβυτέρου ὄντος, καί καθαιρεθέντος ὑπό τοῦ ἁγίου Προτερίου, εἶτα εἰς τόν αὐτόν αὐτοῦ θάνατον Τιμοθέῳ τῷ φονεῖ συνδεδραμηκότος, καί μετά ταῦτα τόν θρόνον τῆς Ἀλεξανδρείας μετά θάνατον ἐκείνου ἁρπάσαντος, καί τήν ἐν Καλχηδόνι (Χαλκηδόνι) σύνοδον καθ’ ἑκάστην τῷ ἀναθέματι ὑποβάλλοντος, οἱ ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντες, καίπερ καθῃρη­μένου καί φονέως καί αἱρετικοῦ, αἱρετικοί ὄντες καί αὐτοί ἔτι, μετανοοῦντες ἐδέχθησαν. Καί Φῆλιξ ὁ Ῥώμης γράφων πρός Ζήνωνα τόν βασιλέα, τήν διάταξιν αὐτοῦ, ἥτις Πέτρον μέν τῆς Ἐκκλησίας ἐξέβαλλεν, ἐκείνους δέ μετανοοῦντας ἐδέξατο, θεῖον ἀποκαλεῖ τύπον. Ἐγκαλεῖ δέ αὐτῷ δι’ ὧν ἔγραφε, τίνος χάριν τόν Πέτρον ἐκβαλών τῆς Ἐκκλησίας, αὖθις αὐτόν εἰσήγαγε, καί τόν Ἰωάννην ἐδίωξε. Μελέτιος ὁ Ἀντιοχεύς ὑπό αἱρετικῶν χειροτονηθείς ἀντί Εὐσταθίου Σεβαστείας ἐπισκόπου, κακεῖθεν μετενεχθείς εἰς Βέῥῥοιαν, εἶτα πάλιν ὑπ’ αὐτῶν καταστάς Ἀντιοχείας ἐπίσκοπος, ἐκείνων ὡς αἱρετικῶν δυσφημουμένων, οὗτος παρά τῆς Ἐκκλησίας ἀπεδέχθη. Οἱ ὑπό Σεργίου καί Πύῥῥου χειροτονηθέντες καί Μακαρίου, τούτων ὡς αἱρετικῶν τῆς Ἐκκλησίας ἐκδιωχθέντων μετανοήσαντες προσεδέχθησαν. Καί οἱ ὑπό Μακεδονίου τοῦ πνευματομάχου χειροτονηθέντες ὡσαύτως. Τόν Ἀκάκιον οἱ Ῥωμαῖοι ἔτι μέν περιόντα καθαιρέσει ὑπέβαλλον καί ἀναθέματι∙ μετά τελευτήν δέ, Ἰουστίνου μετά τόν Ἀναστάσιον βασιλεύσαντος, πρεσβευσάμενοι πρός αὐτόν, καί τῶν διπτύχων ἐκβαλόντες, Ἰωάννου τηνικαῦτα τόν θρόνον διέποντος Κωνσταντινουπόλεως, τούς ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντας συλλειτουργούς εἶχον, καί ἐκοινώνουν αὐτοῖς. Οἱ ὑπό Ἀναστασίου καί Νικήτα τῶν αἱρετικῶν χειροτονηθέντες παρά τῆς ἑβδόμης ἐδέχθησαν συνόδου. Καί Μελέτιος δέ μυρίων ἔνοχος γέγονεν, ἐπεπήδησε θρόνοις ἀλλοτρίοις, ἐλύπησε μάρτυρας, ἐπανέστη τῷ οἰκείῳ πατριάρχῃ, καί τόν αὐτοῦ θρόνον ἥρπασε, συναπήχθη Ἀρείῳ∙ ὡς δέ λέγει Σωκράτης, καί εἰς τόν διωγμόν ἐπέθυσε. Καί διά ταῦτα ὑπό τοῦ Πέτρου καθῃρέθη∙ ἀλλ’ ὅμως εἰ καί καθῃρέθη πολλάκις, ὕστερον εἰ καί μή τήν ἱερωσύνην, ἀλλά τό ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου ἀπείληφεν» (Φωτίου τοῦ Πατριάρχου, Ἐρωτήματα Δέκα σύν ἴσαις Ἀποκρίσεσι, P.G. τόμ. 104, στ. 1224).
 Μετάφραση:
 «Ἐρώτηση Δ΄: Ποιοί χειροτονημένοι ἀπό τούς καταδικασθέντες αἱρετικούς δέν ἔπαθαν καμμία βλάβη;
 Ἀπόκριση: Ἀπό τόν καταδικασμένο Παῦλο τόν Σαμοσατέα κανένας δικός του δέν καθαιρέθηκε, παρόλο πού ἔπραξαν τά ἴδια μέ ἐκεῖνα γιά τά ὁποῖα καί αὐτός καθαιρέθηκε. Ὁ Νεστόριος, ἐνῶ ὁ ἴδιος καθαιρέθηκε, κανένας χειροτονημένος ἀπό αὐτόν δέν καθαιρέθηκε. Ὁ Πέτρος ὁ Μογγός, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη πρεσβύτερος καί καθαιρέθηκε ἀπό τόν ἅγιο Προτέριο, κατόπιν ὁ ἴδιος βοήθησε τόν Τιμόθεο στόν θάνατο τοῦ Προτερίου, καί ὅταν ἐκεῖνος (ὁ Τιμόθεος) μετά τόν θάνατό του ἅρπαξε τόν θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας καί καθημερινά ἀναθεμάτιζε τήν Σύνοδο τῆς Καλχηδόνος (Χαλκηδόνος), ὅσοι χειροτονήθηκαν ἀπό αὐτόν, ἄν καί ὁ ἴδιος ἦταν καθηρημένος, καί φονιάς καί αἱρετικός, ὄντας καί οἱ ἴδιοι αἱρετικοί, μετανόησαν καί ἔγιναν ἀποδεκτοί. Καί ὁ Φήλικας τῆς Ρώμης ἔγραψε καί ἔστειλε στόν Ζήνωνα τόν βασιλέα τήν διάταξή του, ἡ ὁποία τόν μέν Πέτρο ἔβγαλε ἐκτός Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἐκείνους πού μετανόησαν τούς δέχθηκε, τόν ἀποκαλεῖ θεϊκό τύπο. Κατηγορεῖ δέ αὐτόν μέ ὅσα ἔγραφε, γιά ποιό λόγο τόν Πέτρο πού ἦταν ἐκτός Ἐκκλησίας τόν εἰσήγαγε πάλι στήν Ἐκκλησία καί ἐδίωξε τόν Ἰωάννη. Ὁ Μελέτιος ὁ Ἀντιοχεύς χειροτονηθείς ἀπό αἱρετικούς ἀντί τοῦ ἐπισκόπου Σεβαστείας Ευσταθίου, ἀπό ἐκεῖ μεταφέρθηκε στήν Βέρροια, καί μετά πάλι ἀπό τούς ἴδιους ἔγινε ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας, ἐνῶ ἐκεῖνοι κατηγορήθηκαν ὡς αἱρετικοί, αὐτός ἔγινε δεκτός ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ὅσοι χειροτονήθηκαν ἀπό τόν Σέργιο, τόν Πύρρο καί τόν Μακάριο, ἐνῶ ἐκδιώχθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία ὡς αἱρετικοί, μετανόησαν καί ἔγιναν ἀποδεκτοί. Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τούς χειροτονηθέντες ἀπό τόν Πνευματομάχο Μακεδόνιο. Οἱ Ρωμαῖοι τόν Ἀκάκιο ἐνῶ ἀκόμα ἦταν σέ καθαίρεση τοῦ ὑπέβαλαν καί ἀνάθεμα. Μετά τόν θάνατό του (Ἀκακίου), καί ὅταν, μετά τόν Ἀναστάσιο, βασίλευε ὁ Ἰουστῖνος, ἔστειλαν πρεσβεία πρός αὐτόν, τόν ἔβγαλαν ἀπό τά δίπτυχα, ὄντος τότε στόν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ἰωάννου, εἶχαν συλλειτουργούς καί κοινωνοῦσαν μέ ὅσους ἐκεῖνος εἶχε χειροτονήσει. Ὅσοι χειροτονήθηκαν ἀπό τούς αἱρετικούς Ἀναστάσιο καί Νικήτα ἔγιναν ἀποδεκτοί ἀπό τήν ἑβδόμη Σύνοδο. Καί ὁ Μελέτιος ἦταν ἔνοχος γιά μύρια πράγματα, εἰσπήδησε σέ ξένους θρόνους, λύπησε μάρτυρες, ἐπαναστάτησε στόν οἰκεῖο Πατριάρχη καί τοῦ ἅρπαξε τόν θρόνο, ἀπομακρύνθηκε μαζί μέ τόν Ἄρειο, καί ὅπως λέγει ὁ Σωκράτης καί στόν διωγμό θυσίασε. Καί γι’ αὐτά ὅλα καθαιρέθηκε ἀπό τόν Πέτρο. Ἀλλά ὅμως, ἄν καί καθαιρέθηκε πολλές φορές, ὕστερα, ἄν ὄχι τήν ἱερωσύνη, τό ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου τό πῆρε.
 Ἡ ἀπάντηση τοῦ Μεγάλου Φωτίου εἶναι σημαντική γιά τόν τρόπο πού ἐνεργεῖ ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς στίς χειροτονίες πού ἔγιναν ἀπό σχισμαστικούς καί αἰρετικούς. Κάνει διάκριση μεταξύ τῶν πρωτεργατῶν τῶν σχισμάτων-αἱρέσεων καί τῶν χειροτονηθέντων ἀπό αὐτούς.
 Ὅλες οἱ περιπτώσεις πού ἀναφέρει ὁ Μέγας Φώτιος εἶναι σημαντικές, ἰδιαιτέρως, ὅμως, νά προσεχθῆ ἡ περίπτωση τοῦ Πέτρου Μογγοῦ, ὁ ὁποῖος ἦταν αἱρετικός, ἀρνητής καί πολέμιος τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, χειροτονήθηκε ἀπό καθηρημένους καί ἦταν φονιᾶς. Ὅμως, οἱ χειροτονίες πού ἔκανε ἔγιναν ἀποδεκτές ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὅταν μετανόησαν οἱ χειροτονηθέντες.
 Γιά τόν βίο τοῦ Πέτρου τοῦ Μογγοῦ ἔγραψε σχετικά ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός:
 «Πέτρος, ὁ Γ´ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, ἐπικαλούμενος Μογγός (477/82-490). Μονοφυσίτης, χειροτονηθείς διάκονος ὑπό τοῦ Διοσκόρου. Μετέσχε τῶν κατά τοῦ πατριάρχου Φλαβιανοῦ ἐκδηλώσεων κατά τήν Ληστρικήν σύνοδον. Ταχθείς ὑπέρ Τιμοθέου τοῦ Αἰλούρου, μονοφυσίτου πατριάρχου, κατά τοῦ ὀρθοδόξου πατριάρχου Προτερίου, ἐξωρίσθη (454). Μετά τόν θάνατον τοῦ αὐτοκράτορος Μαρκιανοῦ (457) κατέλαβε τόν θρόνον ἀντικανονικῶς Τιμόθεος ὁ Αἴλουρος, ὁ δέ Πέτρος ἐγένετο ἀρχιδιάκονός του. Τό 460 ἐξωρίσθησαν ἀμφότεροι. Ὁ ὀρθόδοξος πατριάρχης Τιμόθεος Σαλοφακίολος ἔμεινε ἐπί τοῦ θρόνου, μέχρι τοῦ 476, ὅτε τῇ ὑποστηρίξει τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλίσκου ἐπανῆλθε Τιμόθεος ὁ Αἴλουρος, ὅστις ἀπέθανε τό ἑπόμενον ἔτος (31.7.477).
 Ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Σαλοφακιόλου οἱ μονοφυσῖται ἐξέλεξαν τόν Πέτρον διάδοχόν του, χειροτονηθέντα, ὡς λέγεται, ὑπό ἑνός μόνον ἐπισκόπου, τοῦ Θεοδώρου Ἀντινόης. Ὁ Σαλοφακίολος μετά πολλάς ἐνεργείας ἐπέτυχε νά ἐξορισθῇ ὁ Πέτρος εἰς Εὐχάϊτα. Κατά πληροφορίας μονοφυσιτῶν ἱστορικῶν ὁ πρεσβύτερος καί οἰκονόμος τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Προδρόμου ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἰωάννης Ταλάϊας ἤ Ταβεννησιώτης παρά τήν ἀπαγόρευσιν τοῦ αὐτοκράτορος Ζήνωνος ἐπέτυχε νά καταλάβῃ τόν ἐπισκοπικόν θρόνον. Ὁ Ζήνων ὅμως ηὐνόει τόν Μογγόν ὡς πολέμιον τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Κατ’ αὐτῆς ἐστρέφετο καί τό «Ἑνωτικόν»τοῦ Ζήνωνος (482), τό ὁποῖον ὁ Πέτρος, ζητήσας νά ἐπανέλθῃ εἰς Ἀλεξάνδρειαν, ἠναγκάσθη νά ὑπογράψῃ καί διά τήν γένεσιν τοῦ ὁποίου συνειργάσθη μετά τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Ἀκακίου. Ὁ Ταλάϊας ἐξεδιώχθη, ὁ δέ Πέτρος συνεκάλεσε σύνοδον (482) κατά τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς (Mansi VII, 1024, 1177. Εὐαγρίου, Ἐκκλη. Ἱστ., 3, 15, Νικηφ. Καλλίστου, Ἐκκλ. Ἱστ. 16, 13, Θεοφάνους, Χρονογραφία, σ. 130).
 Ὁ Μονοφυσιτισμός ἐπικρατεῖ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, τό δέ «Ἑνωτικόν» δυσηρέστησεν ἐξ ἴσου τούς ὀρθοδόξους καί πολλούς μονοφυσίτας, οἵτινες ἀποσπασθέντες τοῦ Πέτρου ὠνομάσθησαν «Ἀκέφαλοι», ὡς μή ἔχοντες πλέον ἐπίσκοπον. Τῇ προτάσει τῶν ὀρθοδόξων Αἰγύπτου καί Κωνσταντινουπόλεως ὁ Ρώμης Φῆλιξ Γ' διά δύο συνόδων (484 καί 485) καθήρεσε καί ἀφώρισε τούς Ἀκάκιον, Πέτρον Μογγόν καί Πέτρον Γναφέα Ἀντιοχείας ὡς μονοφυσίτας (Ἀκακιανόν Σχίσμα, 484-519). Ἡ πολιτική τοῦ Πέτρου ὑπῆρξε διπρόσωπος, διό καί προὐκάλεσε πλείστας ἀνωμαλίας εἰς τήν Ἐκκλησίαν Ἀλεξανδρείας. Ἐν μέσῳ τῆς ἐκρύθμου αὐτῆς καταστάσεως ἀπεβίωσε τήν 29.10.490. Μετά τῶν Διοσκόρου, Τιμοθέου Αἰλούρου, Πέτρου Γναφέως καί Ἀκακίου, ἀνεθεματίσθη διά τῆς formula Hormisdae (519)» (Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια, τόμ. 10, σελ. 366-367).
  1. Ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου στόν 68ο Ἀποστολικό Κανόνα
 Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης εἶναι μέγας διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας στούς τελευταίους αἰῶνες καί κανονολόγος, διότι στό Πηδάλιο κατόρθωσε νά ἑρμηνεύση σωστά τούς Κανόνες τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί νά περιλάβη τήν ὅλη ἐκκλησιαστική παράδοση. Νά σημειωθῆ ὅτι τό Πηδάλιο πού καταρτίσθηκε ἀπό τόν ἅγιο Νικόδημο ἐξεδόθη μέ ἔγκριση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
 Στήν συνέχεια θά παραθέσω τόν 68ο ἀποστολικό Κανόνα, ὁ ὁποῖος κάνει λόγο γιά τήν μή ἀναχειροτονία τῶν Κληρικῶν, καθώς ἐπίσης καί τήν «ἑρμηνεία», ἀλλά καί τήν «συμφωνία» τοῦ Κανόνος αὐτοῦ μέ ἄλλους ἱερούς Κανόνες, τήν ὁποία «συμφωνία» κάνει ὁ ἅγιος Νικόδημος.
 Ἀποστολικός Κανών ΞΗ´
 «Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, δευτέραν χειροτονίαν δέξηται παρά τινος, καθαιρείσθω καὶ αὐτός καὶ ὁ χειροτονήσας, εἰ μή γε ἄρα συσταίη, ὅτι παρὰ Αἱρετικῶν ἔχει τὴν χειροτονίαν. Τοὺς γὰρ παρὰ τῶν τοιούτων βαπτισθέντας, ἢ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστούς, οὔτε κληρικοὺς εἶναι δυνατόν».
  Ἑρμηνεία
 «Τό νά χειροτονηθῇ τινάς δύω φοραῖς, διαφόρως ἠμπορεῖ νά νοηθῆ. Ἤ διατί ὁ χειροτονηθείς κατεφρόνησε τόν πρότερον αὐτόν χειροτονήσαντα, ἤ διατί νομίζει ὅτι θέλει λάβῃ περισσοτέραν χάριν ἀπό τόν δεύτερον αὐτόν χειροτονήσαντα, ὡς πίστιν ἔχων πρός ἐκεῖνον περισσοτέραν, ἤ διά ἄλλην κᾀμμίαν τοιαύτην αἰτίαν. Ὅθεν ὁ παρών Κανών διορίζει, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος, ἤθελε δεχθῇ δευτέραν χειροτονίαν ἀπό τινα, ἄς καθαίρεται καί αὐτός, καί ἐκεῖνος ὁποῦ τόν ἐχειροτόνησεν, ἔξω μόνον ἄν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἔχει τήν χειροτονίαν ἀπό Αἱρετικούς. Διότι οἱ παρά τῶν Αἱρετικῶν βαπτισθέντες, ἤ χειροτονηθέντες, οὔτε ὅλως Χριστιανοί δύνανται νά ᾖναι μέ τό αἱρετικόν αὐτό βάπτισμα, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν μόλυσμα, οὔτε Ἱερεῖς καί Κληρικοί, μέ τήν αἱρετικήν ταύτην χειροτονίαν. Διά τοῦτο ἀκινδύνως οἱ τοιοῦτοι καί βαπτίζονται παρά τῶν ὀρθοδόξων Ἱερέων, καί χειροτονοῦνται παρά τῶν ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων. Ὅθεν ἀκολούθως καί ὁ μέγας Βασίλειος γράφων πρός Νικοπολίτας, λέγει∙ Ἐγώ δέν θέλω συναριθμήσει ποτέ μέ τούς ἀληθεῖς ἱερεῖς τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖνον ὁποῦ ἐχειροτονήθη καί ἔλαβε προστασίαν λαοῦ ἀπό τάς βεβήλους χεῖρας τῶν αἱρετικῶν πρός ἀνατροπήν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως».
 Συμφωνία
 «Εἰ δέ καί ἡ α΄. (Οἰκουμενική Σύνοδος) ἐν τῷ η´. (Κανόνι) ἐδέχθη τάς χειροτονίας τῶν Ναυατιανῶν, καί ἡ ἐν Καθαργένῃ ἐν τῷ οζ´. τάς τῶν Δονατιστῶν, ἀλλά οἱ μέν Ναυατιανοί δέν ἦσαν αἱρετικοί, ἀλλά σχισματικοί, κατά τόν α´. Βασιλείου, αἱ δέ τῶν Δονατιστῶν χειροτονίαι ἐδέχθησαν ἀπό τήν ἐν Καρθαγένῃ, διά τήν μεγάλην ἀνάγκην καί ἔνδειαν ὁποῦ εἶχεν ἡ Ἀφρική ἀπό κληρικούς, κατά τόν ξς´. αὐτῆς Κανόνα∙ ταὐτόν εἰπεῖν ἐδέχθησαν οἰκονομικῶς καί ἐξ ἀνάγκης. Δι’ ὅ καί ἡ ἐν Ἰταλίᾳ σύνοδος ταύτας οὐκ ἐδέχθη, ὡς μή τοιαύτην ἀνάγκην ἔχουσαν, κατά τόν οζ´ τῆς αὐτῆς. Ἀλλά καί ἡ αὐτή ἐν Καρθαγένη σύνοδος ἐν τῷ ρα´. Κανόνι θέλει νά ζημιοῦνται δέκα λίτρας χρυσίου, ὅσοι χειροτονήσουν αἱρετικούς, ἤ χειροτονηθοῦν ἀπό αὐτούς, ἤ δεχθοῦν αὐτούς νά λειτουργοῦν. Καί ἡ Οἰκουμενική δέ ζ´. σύνοδος, εἰ καί ἐδέχθη τάς χειροτονίας τῶν αἱρετικῶν Εἰκονομάχων (οὐχί ὅμως τῶν πρωτάρχων τῆς αἱρέσεως, καί τῶν ἐμπαθῶς ἐγκειμένων καί μή γνησίως καί ἀληθῶς μετανοούντων, ὡς εἶπεν ὁ θεῖος Ταράσιος∙ ἀλλά τῶν ἀκολουθησάντων τοῖς πρωτάρχαις, καί ἀληθῶς καί γνησίως μετανοούντων. Περί οὗ ὅρα τήν ἑρμηνείαν τήν πρός Ῥουφινιανόν ἐπιστολῆς τοῦ μεγάλου Ἀθανασίου) καί τούς παρ’ αὐτῶν χειροτονηθέντας, πάλιν δέν ἀνεχειροτόνησεν ὀρθοδοξήσαντας καθώς φαίνεται ἐν τῇ α´. πράξει αὐτῆς, ἀλλά τοῦτο οἰκονομικῶς ἐποίησε διά τό πολύ πλῆθος ὁποῦ τότε ἐπεπόλαζε τῶν εἰκονομάχων. Καθώς καί ἡ Οἰκουμενική β´. τινῶν αἱρετικῶν δι’ οἰκονομίαν ἐδέχθη τό βάπτισμα, ὡς προείπομεν. Ὅθεν ὡς μή ὅρον τήν τοιαύτην καιρικήν καί περιστατικήν οἰκονομίαν ποιησαμένη, οὐκ ἐναντιοῦται εἰς τόν παρόντα Ἀποστολικόν Κανόνα. Καί γάρ καί ὁ Πατριάρχης Ἀνατόλιος ὑπό τοῦ αἱρετικοῦ Διοσκόρου καί τῆς περί αὐτόν αἱρετικῆς συνόδου ἐχειροτονήθη, καί ὁ ἅγιος Μελέτιος ὁ Ἀντιοχείας ὑπό Ἀρειανῶν, κατά τόν Σωζόμενον βιβλ. δ’. κεφ. κη΄. καί ἄλλοι πολλοί ὑπό αἱρετικῶν ἐχειροτονήθησαν, καί μετά ταῦτα, ὑπό τῶν ὀρθοδόξων ἐδέχθησαν. Ἀλλά σπάνια τά τοιαῦτα καί κατά περίστασιν, κανονικῆς ἀκριβείας λειπόμενα, οὐ νόμος δέ Ἐκκλησίας τό κατά περίστασιν γινόμενον καί τό σπάνιον, κατά τε τόν ιζ´. τῆς α´. καί β´. καί τόν Θεολόγον Γρηγόριον, καί τήν β´. πρᾶξιν τῆς ἐν τῇ ἁγίᾳ Σοφίᾳ συνόδου, καί τό νομικόν ἐκεῖνο τό λέγον∙ Τό, παρά κανόνας, οὐχ ἕλκεται πρός ὑπόδειγμα. Τάς δευτέρας χειροτονήσεις τῶν ὀρθοδόξων ἐμποδίζει καί ὁ νζ´. Καρθαγένης. Ἀνάγνωθι καί τάς ἑρμηνείας καί ὑποσημειώσεις τοῦ μς´. καί μζ´. Κανόνος τῶν Ἀποστόλων» (Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πηδάλιον, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθήνα 1970, σελ. 89-91).
 Εἶναι σαφέστατη τόσο ἡ παραδοσιακότητα ὅσο καί ἡ εὐρύτητα τοῦ πνεύματος τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.
  1. Συμπέρασμα
 Τά τρία κείμενα, τά ὁποῖα παρέθεσα προηγουμένως (καθηγητοῦ Παναγιώτου Τρεμπέλα, Μεγάλου Φωτίου καί ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου) προσδιορίζουν τήν προοπτική στήν ὁποία κινοῦνται οἱ Ἐπίσκοποι στίς Συνόδους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τήν εὐθύνη νά ἐπιλύουν σοβαρά θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά ζητήματα.
 Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ ΣΤ´ Κανόνας τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου χαρακτηρίζει τούς ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους ὡς «οἰκονομοῦντας τάς ἐκκλησίας». Ἡ φράση «οἰκονομοῦντας τάς ἐκκλησίας» εἶναι σημαντική, διότι μᾶς παραπέμπει στό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἰοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ πού εἶναι μυστήριο θείας οἰκονομίας, δηλαδή δείχνει πῶς οἰκονόμησε ὁ Θεός μέ τήν ἄπειρη ἀγάπη Του καί φιλανθρωπία Του τίς ἐπιπτώσεις τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας.
 Ἡ βάση τοῦ θέματος εἶναι ὅτι κατ’ ἀκρίβεια δέν ὑπάρχουν Μυστήρια ἔξω ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ὅμως ἡ Ἐκκλησία ἀποδέχεται τούς προσερχομένους σέ αὐτήν σχισματικούς ἤ αἱρετικούς, ἄλλοτε μέ ἀκρίβεια καί ἄλλοτε μέ οἰκονομία, ἀνάλογα μέ κάθε περίπτωση, μέ σαφεῖς ὅρους καί προϋποθέσεις. Ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Ἐφέσου Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης στό θέμα αὐτό ἔκανε τήν διάκριση μεταξύ ἀκρίβειας καί οἰκονομίας (Χρυσοστόμου Κωνσταντινίδου, Μητροπολίτου Ἐφέσου, Καθηγητοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς Θεολογίας, Ἡ ἀναγνώριση τῶν Μυστηρίων τῶν Ἑτεροδόξων στίς διαχρονικές σχέσεις Ὀρθοδοξίας καί Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, ἐκδ. Ἐπέκταση 1995). 
 Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι εἰσαγγελία γιά νά ἐκδίδη καταδικαστικές ἤ ἀθωωτικές ἀποφάσεις, ἀλλά πνευματικό νοσοκομεῖο πού θεραπεύει.
 Ἑπομένως, ἡ ἀκρίβεια καί ἠ οἰκονομία εἶναι τά «δύω εἴδη κυβερνήσεως καί διορθώσεως», οἱ ὁποῖες «φυλλάττονται εἰς τήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν», κατά τήν εὔστοχη παρατήρηση τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου σέ ἑρμηνεία ἄλλου ἀποστολικοῦ Κανόνος (Νικοδήμου Ἁγιορείτου, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 53-54, σημ.). Καί πρέπει νά τονισθῆ ὅτι, τόσο γιά τήν ἀκρίβεια ὅσο καί γιά τήν οἰκονομία ἤ συγκατάβαση στήν ἐπίλυση διαφόρων προβλημάτων, προϋποτίθεται ἡ συνοδική διαγνώμη θεουμένων Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦν καί ἀποφασίζουν μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ὅταν μιά Σύνοδος κάνη κάποιο λάθος, τότε αὐτό διορθώνεται ἀπό ἄλλη ὀρθόδοξη Σύνοδο. Γενικά ἡ Ἐκκλησία ὅταν προκύπτουν τέτοια ζητήματα ὅπως στήν Οὐκρανία στίς ἡμέρες μας, πρέπει νά τά ἀντιμετωπίζει μέσα ἀπό τήν ἀκρίβεια καί τήν οἰκονομία, κατά περίπτωση. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση τά ὅσα εἶπε ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης σέ μοναχό πού τόν ρώτησε γιά κάποιο θέμα, κατά τήν αὐθεντική μαρτυρία ἑνός ἀπό τούς πιό στενούς ὑποτακτικούς του, δηλαδή τοῦ Ἱερομονάχου Παϊσίου. Γράφει ὁ Ἱερομόναχος π. Παΐσιος:
 «Γνωστός μου μοναχός ἐρώτησε τόν Γέροντα γιά τό θέμα τῶν μεταμοσχεύσεων καί ὁ Γέροντας ἀπάντησε ὅτι γιά τό θέμα αὐτό θά μιλήση ἡ Ἐκκλησία. Ἀκόμη καί γιά σοβαρότερα θέματα, πού ὁ Γέροντας εἶχε ἐκφράσει γνώμη, ἔλεγε ὅτι, ἄν ἡ Ἐκκλησία πάρη διαφορετική θέση, θά πρέπη νά ἀκολουθήσουμε τήν Ἐκκλησία. Μόνο γιά μή σοβαρά θέματα, πού δέν ἔχει πάρει θέση ἡ Ἐκκλησία, μπορεῖ νά ἐκφράζεται κάποιος» (Ἱερομονάχου Παϊσίου, Μύρον ἐκκενωθέν, ἑλκυόμενοι ἀπό τό ἄρωμα τοῦ ἁγίου Παϊσίου, ἐκδ. Ἱ.Μ. Ἁγίου Ἱλαρίωνος, Πρόμαχοι Ἀριδαίας, Α' ἔκδοση 2019, σελ. 41-42). 
 Αὐτό εἶναι γνήσιο ἐκκλησιαστικό φρόνημα.
Στό ἑπόμενο ἄρθρο μου θά τολμήσω νά ὑποβάλω μιά πρόταση γιά τήν ἐνδεχόμενη λύση τοῦ σοβαροῦ ζητήματος πού ἀνέκυψε στήν Οὐκρανία, ὥστε νά μή μονιμοποιηθῆ αὐτή ἡ κατάσταση καί ἐξελιχθῆ σέ σοβαρό σχίσμα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
Νομίζω σήμερα, πέρα ἀπό τίς ἱστορικές, κανονικές καί θεολογικές ἀναλύσεις, πρέπει νά κατατεθοῦν σοβαρές προτάσεις γιά τήν ἐπίλυση τοῦ θέματος, οἱ ὁποῖες θά τύχουν περαιτέρω ἐπεξεργασίας ἀπό τούς ὑπευθύνους ἐκκλησιαστικούς ἡγέτες.–