Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2017

OΜΙΛΙΑ ΤΗΣ ΑΘΜ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ κ.κ.ΘΕΟΔΩΡΟΥ Β (Bose, 6/9/2017) «ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ»



OΜΙΛΙΑ ΤΗΣ ΑΘΜ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ κ.κ.ΘΕΟΔΩΡΟΥ Β
(Bose, 6/9/2017)
«ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ»


Η Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία δείχνει μία ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στον ξένο. Άλλωστε και ο ιδρυτής Της, ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός, αρχίζει την επίγεια ζωή Του ως πρόσφυγας, όταν η αγία οικογένεια καταφεύγει στην Αίγυπτο για να σωθεί από την απειλή του Ηρώδη (Ματθ. 2, 13-15), και συνεχίζει την επίγεια δράση Του, ως ξένος, μη έχων που να κλίνει την κεφαλήν Του. Γι’ αυτό ο σεβασμός του ανθρωπίνου προσώπου, η αναγνώριση του ιδίου του Χριστού στο πρόσωπο του ξένου, επομένως και η απόρριψη κάθε μορφής συμπεριφοράς που προσβάλλει, υποβαθμίζει, αδικεί ή απειλεί τον ξένο, ο οποίος είναι εικόνα του Θεού, αποτελεί ζήτημα γνησιότητος της πίστεώς του και βεβαίωσης για την ορθή πορεία του στα ίχνη του Χριστού, των Αποστόλων και των πατέρων της Εκκλησίας.
Ποιός λοιπόν, είναι ο «άλλος», ο «ξένος» για την Εκκλησία;
Ο «άλλος», ο «ξένος» είναι ο αδελφός μου.
Άρα, αφού είναι ο αδελφός μου, τότε δεν πρέπει να υπάρχει αντίθεση και φιλονικία, ούτε ακόμη και στην περιοχή της διανοίας: «Ου μισήσεις τον αδελφόν σου τη διανοία σου» (Λευτ. 19, 17). Και όχι μόνο να μην μισήσεις, αλλά να μην καλλιεργείς ακόμη και το ψέμα εις βάρος του αδελφού σου. Απεναντίας θα πρέπει να ανοίξεις το χέρι σου και να σταθείς βοηθός του: «Ανοίγων ανοίξεις την χείραν σου τω αδελφώ σου τω πένητι και τω επιδεομένω» (Δευτερονόμιον, 15, 11). Δηλαδή να ανοίξεις το χέρι σου και να γίνεις συμπαραστάτης στον αδελφό σου. Σ’ αυτόν που είναι πτωχός και έχει την ανάγκη σου.
Ο «άλλος», ο «ξένος» είναι ο ίδιος ο Χριστός. Στο πρόσωπο του «άλλου», του «ξένου» συναντώ τον ίδιο τον Χριστό. Ο «άλλος» είναι η σωτηρία μου και από τη σχέση που έχω μαζί του εξαρτάται η είσοδος μου στη Βασιλεία των Ουρανών. Ο ίδιος ο Χριστός στο πρόσωπο του «άλλου» του «ξένου», του συνανθρώπου μου τοποθετεί τον εαυτό του.
Ο Κύριος μάς δίδαξε ότι το μοναδικό κριτήριο για να είναι ο κάθε πιστός δίπλα Του, μέσα στην Εκκλησία Του, είναι η Αγάπη. Ειδικότερα μάς δίδαξε ότι ως Χριστιανοί, πρέπει να αισθανόμαστε την ανάγκη να δώσουμε απεριόριστη Αγάπη προς τον πλησίον, ιδιαίτερα τον εμπερίστατο, ειδικότερα δε τον «ξένο» τον οποίο καλούμεθα να «συναγάγουμε» και να φροντίσουμε. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ξένος, ο ξενιτεμένος μοιάζει με το πουλί που έχασε την φωλιά του. Σύμφωνα με τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο «η ξένη χώρα είναι ικανή και από μόνη της να ταπεινώσει τον άνθρωπο, που ξενιτεύεται από ανάγκη και μόνο. Γιατί, λέει, όπως το πουλί όταν πετάξει από τη φωλιά του, έτσι σκλαβώνεται ο άνθρωπος, όταν αποξενωθεί από την πατρίδα του» (Προς Σταγείριον, λόγος Γ΄, 1, ΕΠΕ 29, 212).
Ο Χριστιανός δεν αρκείται σε μια παθητική ανεκτικότητα της ετερότητας του ξένου, αλλά προχωρεί σε μία δυναμική κατάφαση του προσώπου του, που εκφράζεται σε κοινωνία αγάπης. Είναι εντολή του Θεού να αντιμετωπίζουμε τους ξένους που έρχονται στις χώρες μας, σαν να ήταν αυτόχθονες και να τους αγαπούμε όπως τον ίδιο μας τον εαυτό (Λευϊτικόν, 19,33-34). Ο Μέγας Βασίλειος απευθυνόμενος στους χριστιανούς της εποχής του λέει: «Αν χτυπήσει την πόρτα σου κάποιος που πασχίζει να αντιμετωπίσει την ανάγκη του μην πεις: αυτός είναι φίλος, είναι ομόφυλος με έχει ευεργετήσει παλαιότερα, ενώ ο άλλος είναι ξένος, αλλόφυλος, άγνωστος (…). Αν κρίνεις άνισα ούτε συ θα ελεηθείς. Πρόσφερε και στον αδελφό και στον ξένο· στον μεν αδελφό σου μη γυρίσεις την πλάτη, τον ξένο καν΄ τον αδελφό σου. Ο Θεός θέλει να στηρίζεις τους αναγκεμένους, όχι να κάνεις διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους· δεν θέλει να δίνεις στον ομόφυλο και να αποδιώχνεις τον ξένο· όλοι είναι ομόφυλοι, όλοι είναι αδέλφια, όλοι είναι παιδιά ενός πατέρα (Μ. Βασιλείου, Ηθικοί Λόγοι, ΚΔ΄: Περί ελεημοσύνης, Λόγος δ΄, PG 32, 1160D-1161A).
Τόσο στα Βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης όσο και της Καινής Διαθήκης η διδασκαλία για την υποστήριξη του «ξένου» και την αγάπη προς αυτόν είναι διάχυτη. Όλα τονίζουν την αναγκαιότητα της αγάπης στον «ξένο».
Ο ξένος αντιμετωπίζεται ως θεόσταλτος επισκέπτης και παρομοιάζεται με τον ίδιο τον Χριστό που ήρθε στον κόσμο σαν ξένος, γεννημένος στη φάτνη αλόγων. «Η ιερότητα του χαρακτήρα του ξένου επιρρωνύεται από την πεποίθηση ότι μετέχουμε μαζί του σε μία κοινή μοίρα. Κατοικούμε αυτή τη γη ως φιλοξενούμενοι του Θεού, ως μέτοχοι και φρουροί του οίκου Του, της δημιουργίας Του. Η πράξη της φιλοξενίας, το μοίρασμα των αγαθών της γης με τον συνάνθρωπό μας, η ανεπιφύλακτη υποδοχή του ξένου και της ένταξής του στη ζωή μας συνιστούν όντως τα στοιχεία μίας ευχαριστιακής σχέσεως με τον Δημιουργό του παντός. Η γενναιόδωρη ανταπόδοση των αγαθών που απολαμβάνουμε από τον Θεό στον ξένο, με τη μορφή των καρπών της γης καθορίζει το μέτρο της ευγνωμοσύνης μας για ό,τι μας έχει προσφερθεί γενναιόδωρα από το Θεό. Ο ξένος γίνεται η αφορμή, το μέσον, η ευλογία δια της οποίας μπαίνουμε στην ευχαριστιακή κοινωνία με τον Δημιουργό. Έτσι ο ξένος αποκτά ένα ιερό και ευλογημένο χαρακτήρα».
Η ξενία των αρχαίων χρόνων ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στους αρχαίους Έλληνες, την οποία ονόμαζαν και φιλοξενία. Όπως, μάλιστα, πληροφορούμαστε, «είχαν την αντίληψη ότι οι ξένοι ήταν ιεροί και τους προστάτευε ο Ζευς, τον οποίο αποκαλούσαν «Ξένιον». Γι’ αυτό όφειλαν να παρέχουν στον ξενιζόμενο κάθε περιποίηση και προστασία, ιδίως κατά την εποχή που υπήρχε έλλειψη συγκοινωνιακών μέσων και καταλυμάτων».
Έτσι ο θεσμός της ξενίας κατέστη τόσο ισχυρός ώστε οι αρχαίοι Έλληνες να θεωρούν την παραβίαση της ξενίας ως έγκλημα· οι δε Ρωμαίοι ως μέγα αμάρτημα.
Υποστηρίζεται πολύ εύστοχα ότι «η φιλοξενία είναι μία ειδικότερη μορφή φιλανθρωπίας. Στους αρχαίους Έλληνες, όπως προαναφέρθηκε, η φιλοξενία είχε προλάβει ιερό χαρακτήρα, ενώ στην Παλαιά Διαθήκη συνδέθηκε και με την υποδοχή του Θεού από τον άνθρωπο.
Και η Παλαιά Διαθήκη χαρακτηρίζει τον μη σεβασμό των ξένων ως μέγα αμάρτημα και εξαίρει σε πολλές διηγήσεις της το καθήκον της φιλοξενίας (Γεν, κδ΄, 25 και 31· Εξοδ. β΄, 20· Κριτ, ιστ΄ 18 κλπ.)
Στην Καινή Διαθήκη ο ίδιος ο Χριστός, που έρχεται ως ξένος μέσα στον κόσμο, ζητεί να φιλοξενηθεί από τους ανθρώπους και αναγνωρίζει ως υπηρεσία προς αυτόν την φιλοξενία που παρέχεται σε κάθε ξένο. Γι’ αυτό καλούνται οι Χριστιανοί όχι απλώς να είναι φιλόξενοι αλλά και να επιδιώκουν να φιλοξενούν όσους έχουν ανάγκη: «Επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβάλετέ με» (Ματ. 25, 35). «Ταις χρείαις των αγίων κοινωνούντες, την φιλοξενίαν διώκοντες», δηλαδή «να βοηθάτε τους άλλους χριστιανούς όταν βρίσκονται σε ανάγκη και να επιδιώκεται να φιλοξενείτε τους αδελφούς» (Ρωμ. 12, 13). «Της φιλοξενίας μη επιλανθάνεσθε• δια ταύτης γαρ έλαθόν τινες ξενίσαντες αγγέλους», δηλαδή «Μην ξεχνάτε τη φιλοξενία, γιατί μ’ αυτήν μερικοί, χωρίς να το ξέρουν, φιλοξένησαν αγγέλους» (Εβρ. 13. 2). «Φιλόξενοι εις αλλήλους άνευ γογγυσμών», δηλαδή «να είστε φιλόξενοι μεταξύ σας, χωρίς να βαρυγκομάτε» (Α΄ Πετρ. 4, 9).
Η φιλοξενία, λοιπόν, πρέπει να είναι ένα από τα σπουδαιότερα καθήκοντα του χριστιανού, γιατί έχει ως κίνητρό της την αγάπη προς τον πλησίον.
Ποια, όμως, αδελφοί μου, είναι η έννοια του «πλησίον»;
Πλησίον «κατά την χριστιανική διδασκαλία δεν είναι μόνο ο τοπικά ή κοινωνικά πλησίον, ο συγγενής, ο ομοεθνής ή ο ομόθρησκος και ομόδοξος (…). Ο πλησίον δεν προσδιορίζεται με εξωτερικά στοιχεία, αλλά δημιουργείται με την αγάπη και υπηρετείται με την προσφορά και τη θυσία. Ο Χριστός ήρθε στον κόσμο ως Μεσσίας, δηλαδή ως Σωτήρας και μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Και πραγματοποιεί το έργο αυτό προσεγγίζοντας τον άνθρωπο ως πλησίον. Εμφανίζεται ως πεινασμένος, διψασμένος, ξένος, γυμνός, άρρωστος, φυλακισμένος που χρειάζεται βοήθεια, φιλοξενία και συμπαράσταση. Στον άνθρωπο απόκειται να δεχθεί να ανταποκριθεί στην έλευσή του. Και αν προσφέρει στον Χριστό τροφή, πόση, στέγη βοήθεια, τότε ο ίδιος ο Χριστός γίνεται γι’ αυτόν τροφή, πόση, στέγη βοήθεια και αιώνια ζωή. Στο πρόσωπο του πλησίον υπάρχει ο ίδιος ο Χριστός. Γι’ αυτό κάθε προσφορά που γίνεται προς τον πλησίον, αποτελεί σε τελική ανάλυση προσφορά προς τον Χριστό, όπως και κάθε άρνηση προσφοράς προς τον πλησίον αποτελεί άρνηση προσφοράς προς τον Χριστό. Η πραγματική ζωή του ανθρώπου βρίσκεται στο πρόσωπο του πλησίον».
Αξιοσημείωτη είναι η άποψη του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αλβανίας κυρίου Αναστασίου, εξαιρετικά επίκαιρη σήμερα, σύμφωνα με την οποία « (…) η παλαιά αντίληψη περί ‘’πλησίον’’, η οποία κυριάρχησε στην Παλαιά Διαθήκη, διευρύνεται αφάνταστα στην Καινή όπου, εκτός των άλλων, ο Χριστός μιλώντας για τη χωρίς όρια έμπρακτη, αυθόρμητη αγάπη προβάλλει ως ‘’τύπο’’ έναν αιρετικό, τον Σαμαρείτη. Με την παραβολή αυτή ο Ιησούς όχι μόνο γκρεμίζει την παλαιά θρησκευτική αντίληψη περί του ‘’πλησίον’’, αλλά αντιστρέφει ριζικά το στατικό ερώτημα « τις εστί μου ο πλησίον» με το νέο, δυναμικό « τις δοκεί σοι πλησίον γεγονέναι;» (Λουκ. 10,36). Το χρέος του πιστού είναι ‘’να γίνεται πλησίον’’ του οποιουδήποτε ανθρώπου, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας, γλώσσας, ιδιαίτερα σε κρίσιμες στιγμές.
Η αυθόρμητη αδελφική παρουσία αγάπης προς όλους τους ‘’πλησίον’’ απλώς και μόνο διότι είναι άνθρωποι, αναγνωρίσθηκε ως η πεμπτουσία του χριστιανικού μηνύματος».
Παραταύτα η φιλοξενία στην εποχή μας τείνει να λησμονηθεί. Εκλαμβάνεται περισσότερο ως ρομαντική παράδοση ή και ως υπηρεσιακή υποχρέωση. Μοναδική σχεδόν εξαίρεση αποτελούν τα μοναστήρια, που διατηρούν την φιλοξενία διαχρονικά ως βασική χριστιανική αρετή. Σήμερα, όμως, με τις μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών, με την αναζήτηση πολιτικού ασύλου, αλλά και με τους διωγμούς που υφίστανται οι χριστιανοί από αλλοθρήσκους λαούς, η φιλοξενία γίνεται περισσότερο επίκαιρη και επιτακτική. Ο ‘’ξένος’’ είναι πρόσωπο ιερό. Βρίσκεται σε μειονεκτική θέση και χρειάζεται αγάπη και στοργή.
Δυστυχώς σήμερα η έννοια του ‘’ξένου’’ έχει μετατραπεί σε εθνικό και φυλετικό ‘’ξένο’’, με την έκπτωσή του στην κατάσταση του αλλοδαπού μετανάστη σε ξένη χώρα, που οδηγεί αναπόφευκτα στην αλλοτριωμένη πνευματική ξένωση και φτώχεια του σημερινού ανθρώπου.
Η ιδιοπροσωπεία του σύγχρονου ανθρώπου εκφράζεται μέσα από την ατομικότητα, τον εγωισμό, την αποξένωση και απομάκρυνση από τους άλλους ανθρώπους. Ζούμε τόσο κοντά αλλά βρισκόμαστε τόσο μακριά, είμαστε ξένοι μεταξύ μας.
Γι΄ αυτό, λοιπόν, και η επιδίωξη της φιλοξενίας προβάλλει ως επιτακτικό χριστιανικό καθήκον.
Ας έλθουμε, τώρα, στην Αφρική του σήμερα, περιοχή της δικαιοδοσίας ημών. Ο αφρικανός άνθρωπος είναι ο ξένος άνθρωπος της εποχής μας. Είναι ο άνθρωπος που περιγράφει ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός.
Η Εκκλησία Αλεξανδρείας φέρει επί των ώμων της το βάρος την αλεξανδρινής ιστορίας, της αλεξανδρινής κοσμόπολης και την διαχρονική οικουμενικότητα της σκέψης της, πέρα και πάνω από έθνη και φυλές. Ακόμη φέρει την παράδοση της γονιμοποιήσεως του σπερματικού λόγου με τον λόγο του Θεού, την συνάντηση του ελληνιστικού φιλοσοφικού λόγου με τον χριστιανικό, αλλά και των ισχυρών δεσμών με την γλώσσα της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης και την γένεση και διαμόρφωση της χριστιανικής σκέψης και παράδοσης. Τούτη την παράδοση συνεχίζει και διασώζει και αγιοπνευματικώς μεταλαμπαδεύει το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας σήμερα στον ευρύτερο χώρο της Αφρικής, ως φυσικός κληρονόμος της αλεξανδρινής διάνοιας και της αλεξανδρινής φιλοσοφικής σκέψης.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ένας εκ των καρπών της ελληνιστικής παράδοσης ήταν και η καλλιέργεια της ιερότητας του ξένου και της αναπτύξεως της φιλοξενίας· καλλιέργεια την οποία ανέπτυξαν με ένα μεγαλοφυές πνεύμα άκρως φιλάνθρωπο και άκρως περιοριστικό του εγωισμού και του εγωκεντρισμού της ανθρώπινης προσωπικότητας. Η Εκκλησία Αλεξανδρείας αρδεύοντας από τις ελληνιστικές ρίζες της μεγαλοπόλεως Αλεξανδρείας μεταλαμπαδεύει την αλεξανδρινή ελληνιστική κληρονομιά της συνυφασμένη με την χριστιανική αγάπη της ξενιτείας στις εσχατιές της αφρικανικής ηπείρου ως ελάχιστη προσφορά σε κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως, στρεφόμενη εναντίον των φυλετικών και κοινωνικών διακρίσεων. Γιατί σύμφωνα με την αλεξανδρινή παράδοση ο κάθε ξένος έχει δικαίωμα, σημειώστε τη λέξη δικαίωμα, στέγης, τροφής και προστασίας ως πρόσωπο ιερό, ως ίσος με όλους, ως εικόνα του θεού. Διασώζει αυτήν την ελληνιστική κληρονομιά συνδυάζοντάς την αδιαχώριστα με την χριστιανική βυζαντινή παράδοση της αγάπης, της εκούσιας θυσίας προς τον άλλο. Η παρουσία της σε ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο βρίσκεται μακριά από μισαλλοδοξίες, σωβινισμούς και προπαγάνδες. Ως βασικό στόχο της έχει την ενότητα των πάντων μέσα στην πολυμορφία και πολυποικιλότητα, καλλιεργώντας τον σεβασμό στο ανθρώπινο πρόσωπο, εναρμονίζοντας τις πολωτικές αντιθέσεις κοινωνιών και λαών, «ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης» και με βασικό γνώμωνα την αγάπη του Χριστού «ἥτις ἐστί σύνδεσμος τῆς τελειότητος».
Σήμερα η Ευρώπη φρίττει και ιλιγγυά στο κύμα των προσφύγων και στη μετανάστευση, αλλά η Εκκλησία της Αλεξανδρείας βιώνει το γεγονός αυτό καθημερινά στην αχανή αφρικανική ήπειρο, όπου πολεμικές συρράξεις, εμφύλιες συγκρούσεις και βιβλικές φυσικές καταστροφές δημιουργούν κύματα εξαθλιωμένων προσφύγων.
Πόσο επίκαιρος είναι ο Γρηγόριος Νύσσης που με τα λεγόμενά του εκφράζει την σημερινή κατάσταση πολλών ανθρώπων σε πολλές περιοχές της γης και ιδία, στην Αφρική, χώρο της δικαιοδοσίας μας όταν λέγει χαρακτηριστικά:
«Πολλὴν δὲ ἡμῖν ἀφθονίαν τῶν γυμνῶν καὶ τῶν ἀστέγων ὁ νῦν ἤνεγκε χρόνος· πλῆθος γὰρ αἰχμαλώτων πρὸς ταῖς θύραις ἑκάστου. καὶ ὁ ξένος καὶ μετανάστης οὐ λείπει καὶ τὴν ζητοῦσαν χεῖρα πανταχοῦ τεταμένην ἔστιν ἰδεῖν. τούτοις οἶκος μὲν ὁ ὕπαιθρος ἀήρ, καταγώγια δὲ στοαὶ καὶ ἄμφοδα καὶ τὰ τῆς ἀγορᾶς ἐρημότερα. κατὰ δὲ τοὺς νυκτικόρακας καὶ τὰς γλαῦκας ταῖς ὀπαῖς ἐμφωλεύουσιν. ἐσθὴς αὐτοῖς τὰ περικεκεντημένα ῥάκια· γεωργία τῶν ἐλεούντων ἡ γνώμη· τροφή, ἥτις ἂν ἐκ τοῦ προστυχόντος ἐμπέσῃ· ποτὸν ὡς τοῖς ἀλόγοις αἱ κρῆναι· ποτήριον τῶν χειρῶν ἡ κοιλότης· ταμιεῖον ὁ κόλπος καὶ οὗτος ἂν μὴ διερρυηκὼς ᾖ, ἀλλὰ στέγων τὰ ἐμβαλλόμενα· τράπεζα ἡ τῶν γονάτων συνέρεισις· κλίνη τὸ ἔδαφος· λουτρὸν ποταμὸς ἢ λίμνη, ὃ ὁ θεὸς κοινὸν πᾶσι καὶ ἀκατάσκευον ἔδωκεν. ἀλητικὸς αὐτοῖς ὁ βίος καὶ ἄγριος, οὐ τοιοῦτος ὢν ἐξ ἀρχῆς, ἀλλ' ἐκ τῆς συμφορᾶς καὶ τῆς ἀνάγκης γενόμενος» (Περί Φιλοπτωχείας και Ευποιίας, [Μετάφραση: Ο σημερινός καιρός μάς έφερε σωρεία από γυμνούς και αστέγους. Ένα πλήθος αιχμαλώτων στέκεται μπροστά στην πόρτα του καθενός μας. Δεν λείπουν από πουθενά ο ξένος και ο μετανάστης και όπου κι αν κοιτάξεις θα δεις χέρι απλωμένο που ζητάει. Σε αυτούς σπίτι είναι το ύπαιθρο. Καταφύγιό τους οι στοές και τα αδιέξοδα και τα πιο ερημικά σημεία της αγοράς. Σαν τα νυχτοπούλια και τις κουκουβάγιες που φωλιάζουν μέσα στις τρύπες. Τα ρούχα τους είναι κουρελιασμένα. Έσοδά τους είναι η διάθεση όσων τους ελεούν. Τροφή τους οτιδήποτε πέσει από τους περαστικούς ποτό τους η πηγή της πόλης, όπως ακριβώς και για τα ζώα, και κύπελό τους οι άδειες χούφτες τους. Αποθήκη είναι ο κόρφος τους και αν αυτός δεν είναι σχισμένος, κρατάει όσα μπορεί να συγκρατήσει ό,τι βάζουν σ’ αυτόν. Τραπέζι τους είναι τα ενωμένα γόνατά τους. Κρεβάτι τους το χώμα. Για λουτρό τους ο απέριττος ποταμός ή η λίμνη που ο Θεός έδωσε για όλους. Η ζωή τους είναι πλανόδια και πρωτόγονη όχι γιατί ήταν έτσι από την αρχή, αλλά εξ ατυχημάτων και της ανάγκης]».
Αυτή την αδήριτη ανάγκη βιώνουν δεκάδες χιλιάδες αφρικανοί αδελφοί μας στην Ρουάντα, στη Σιέρα Λεόνε, στο Μπουρούντι, στο Κονγκό, στο Νότιο Σουδάν και σε πολλές άλλες περιοχές. Ανέστιοι και κατατρεγμένοι, πρόσφυγες στην ίδια τους τη χώρα. Βλέποντας αυτές τις ψυχές του Θεού, τα χιλιάδες παιδιά που σε κοιτάζουν με τα μεγάλα δακρυσμένα μα και φοβισμένα τους μάτια, διαπιστώνουμε την ανάγκη συμμετοχής της Εκκλησίας στην αντιμετώπιση και επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων. Και αυτό είναι φυσικό, γιατί σκοπός της Εκκλησίας δεν είναι να παραμένει στο περιθώριο της ζωής, αλλά να προσεγγίζει τον άνθρωπο σε όλες τις πτυχές και εκφάνσεις της ζωής του.
Μόνο έτσι τον διακονεί κατά το παράδειγμα του Χριστού, που δεν ήρθε για να υπηρετηθεί, αλλά να υπηρετήσει και να προσφέρει την ζωή του « λύτρον αντί πολλών» ( Ματθ. 20,28/ Μαρκ. 10,45).
Άλλο γεγονός άξιο επισήμανσης είναι ότι και τα μοναστήρια στάθηκαν απήνεμοι λιμένες και προπύργια κοινωνικής δικαιοσύνης για τους στρατοκόπους, ταξιδιώτες και τους ανέστιους ανθρώπους. Εκατοντάδες εύρισκαν θαλπωρή και φιλοξενία κάτω από τις στέγες των μονών. Η πρακτική αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα από την Εκκλησία Αλεξανδρείας και άριστο παράδειγμα γι΄ αυτό είναι η Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Παλαιού Καΐρου, η οποία λειτουργούσε ως «ξενοδοχείον των πτωχών και νοσοκομείον των ασθενών…, ανελλιπώς χωλών, ξηρών και παραλύτων και άλλων ενδεών και πενομένων τούτων απάντων υπό της αυτής μονής τρεφομένων και τας χρειώδεσιν εξαρτωμένων τη ελεημοσύνη των αδυνάτων χριστιανών η μάλλον ειπείν τω θείω και πλουσίω ελέει του πάσαν πνοήν τρέχοντος παντοδυνάμου Θεού», αλλά και σήμερα από αυτήν διέρχεται πλήθος ανθρώπων ως επί το πλείστον μη χριστιανών για να φιλοξενηθούν και να αναπαυθούν σε αυτήν. Με αυτόν τον τρόπο συνεχίζεται ακατάπαυστα η αρχαία πράξη των μοναστηριακών τυπικών που επέτασσαν να είναι πάντοτε ανοικτή η θύρα των μοναστηριών αφού η φιλοξενία εθεωρείτο «βασιλική αρετή» .
Επίσης, ο Αλεξανδρείας άγιος Ιωάννης, ο με το προσωνύμιο Ελεήμων (+620), είναι γνωστό μεταξύ άλλων αγαθοεργιών του, ότι έπραξε και τούτο. Είχε κτίσει ξενώνες για λαϊκούς και κληρικούς και ξενώνες για ανήμπορες και ανέστιες εγκυμονούσες μητέρες. Μάλιστα όταν οι Πέρσες εισέβαλαν στην Παλαιστίνη 613-614, ένα πλήθος προσφύγων κατέκλυσε την Αλεξάνδρεια και τις γύρω περιοχές. Τότε ο Ιωάννης άνοιξε όλα τα ιδρύματα της Εκκλησίας του αλλά και τα σπίτια των χριστιανών για να φιλοξενήσουν και να βοηθήσουν τους κατατρεγμένους αυτούς πρόσφυγες. Τους φιλοξένησε όχι ως ξένους αλλά ως πραγματικούς αδελφούς. Εφαρμόζοντας το του Ιωάννου Χρυσοστόμου «πανδοχείον ημών η οικία» και «ου κελεύω καταθύσαι μόσχον, άρτον δος πεινώντι, ιμάτιον γυμνώ, σκέπη τω ξένω».
Ο ξένος, λοιπόν, πρέπει να γίνεται δεκτός ως εικόνα του Χριστού αφού και ο ίδιος ο Χριστός έγινε ξένος και ήρθε στη γη. Μόνον με αυτόν τον τρόπο, μόνον τότε η φιλοξενία μπορεί να καταστεί ευεργετική, αφού η φιλοξενία είναι προπαντός αγάπη. Αυτήν την επιταγή η Εκκλησία Αλεξανδρείας προσπαθεί να την εφαρμόζει στις ιεραποστολικές της προσπάθειες στην πολύπαθη ήπειρο της Αφρικής. Ο κάθε αφρικανός ως εικόνα Θεού, περά από φυλετική ή θρησκευτική αναφορά, πρέπει να τυγχάνει της πολυειδούς μέριμνας κάθε ιεραποστολικού κλιμακίου και κάθε υποδομής της Εκκλησίας έως τις εσχατιές της Αφρικής. Η Εκκλησία καλεί, προσκαλεί για να ανακουφίσει τον ταλαιπωρημένο από τους πολέμους, τις φυσικές καταστροφές. Ανοίγει τις πτέρυγές της για να σκεπάσει με αγάπη όλους τους ανθρώπους ανακράζοντας τον ίαμβο του αγίου Θεοδώρου Στουδίτου :
Προβᾶτε, δεῦτε, τῇ ξενιζούσῃ στέγῃ,
Ἄνδρες πορευταὶ, τοῖς πόνοις κεκμηκότες,
Μετεκλάβοιτε τῶν ἐμῶν ξενισμάτων,
Ἄρτου ποθητοῦ, τοῦ τρέφοντος καρδίαν,
Ποτοῦ γλυκείου, τοῦ ῥέοντος ἀφθόνως,
Σκεπασμάτων τε τῶν ψύχους ἀλλοτρίων,
Ἄ μοι παρέσχε τῷ Θεογνώστῳ, φίλοι,
Ἐκ τῶν πανόλκων δωρεῶν αὐτοῦ χάριν,
Ὁ Δεσπότης μου Χριστὸς, ὁ πλουτοβρύτης.
Ἐπευλογοῦντες αὐτὸν, ὡς κοσμοτρόφον,
Κἀμοὶ προσευχὴν ἀντιποιοῦντες μόνον,
Ὅπως ἐκεῖθεν τῷ φιλοξένῳ τρόπῳ,
Τοὺς Ἀβραὰμ τύχοιμι κόλπους εἰσδύναι.
Μετάφραση:
[Ελάτε στη φιλόξενη στέγη
Σεις οι κουρασμένοι ταξιδιώτες
Μεταλάβετε απ’ τη φιλοξενία μου
Ψωμί που τρέφει την καρδιά
Πιείτε γλυκό κρασί που ρέει άφθονο
Σκεπαστείτε με καλύμματα που διώχνουν το κρύο
Τα οποία φίλοι μου μού δόθηκαν
Από τον παντογνώστη Θεό….
 Ώστε με αυτόν τον φιλόξενο τρόπο
Τους κόλπους του Αβραάμ να κερδίσω].
Σήμερα η φροντίδα και η ξενιτεία για τους άλλους και η πρόνοια για το κοινωνικό σύνολο αποτελούν χαρακτηριστικά ενός προοδευτικού κοινωνικού συνόλου. Η συμπεριφορά μας προς τους ξένους βελτιώνει την κοινωνική πρόοδο αλλά και την ποιότητα ζωής ανάμεσα στα απόκληρα μέλη της κοινωνίας μας. Η εκκλησία πάντοτε είχε και έχει συνείδηση των κοινωνικών ευθυνών της προς το κοινωνικό σύνολο. Προσεύχεται για την πνευματική και υλική μεταμόρφωση του ανθρώπου.
Δεν θα πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας ότι εντός της εννοίας της ξενιτείας περιλαμβάνονται και η φροντίδα για τους ξένους νεκρούς. Τα ξενοταφεία υπήρχαν σε ολόκληρο τον αρχαίο ανατολικό κόσμο. Στην Αφρική είναι ένα σύνηθες φαινόμενο το οποίο καλείται να αντιμετωπίσει η Εκκλησία. Οι πρόσφυγες και οι κατατρεγμένοι πολλοί· ο δρεπανοφόρος θάνατος θερίζει αθώες ψυχές και η Εκκλησία έρχεται αντιμέτωπη με την ταφή ξένων ανθρώπων που πολλές φορές δεν είναι καν χριστιανοί. Τότε ο κληρικός βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα τι να πράξει. Έχοντας όμως συναίσθηση ότι κάθε άνθρωπος είναι εικόνα του δημιουργού, φροντίζει για τον ενταφιασμό των «ξένων», για να μην γίνουν τροφή των αγρίων θηρίων και των ορνέων.
Εν κατακλείδι, οφείλουμε ως Χριστιανοί να φροντίζουμε για την επίλυση των προβλημάτων που δημιουργεί ο σημερινός τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Η εκμετάλλευση, η κοινωνική αδικία, η βία, η τυραννία, η ανεργία, ο πόλεμος, η τρομοκρατία, η μετανάστευση, ο φυλετισμός, η μόλυνση του περιβάλλοντος κλπ. αποτελούν ουσιώδη κοινωνικά προβλήματα που αφορούν και είναι φυσικό να ενδιαφέρουν τους πιστούς. Και το ενδιαφέρον γι΄ αυτά παραμένει μετέωρο, αν δεν θεμελιώνεται στον άνθρωπο ως πρόσωπο « κατ΄ εικόνα Θεού».
Επομένως,
Ως Χριστιανοί πρέπει να δεχόμαστε τον ξένο και το μετανάστη σαν ευλογία και ως δώρο Θεού.
Να αναγνωρίζουμε ότι όλοι έχουμε πλαστεί ως εικόνα του Θεού και έχουμε τα ίδια ανθρώπινα δικαιώματα για ζωή, εργασία, ελευθερία.
Να συμπαραστεκόμαστε στον πόνο και στη θλίψη των θυμάτων των διακρίσεων και να προσευχόμαστε οι Εκκλησίες να καλωσορίζουν ανθρώπους από κάθε φυλή, χρώμα και εθνικότητα.

Φοβούμαι, ότι εξήντλησα τον λόγο μου σε σκέψεις πολύ οικείες σε εσάς, αλλά θεώρησα προτιμότερο να αφήσω να μιλήσει κυρίως η καρδιά μου σε μια τόσο επίσημη στιγμή και όχι ο βαρύγδουπος ακαδημαϊκός λόγος. Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.