Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022

H ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ

 


Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Ὁμότιμη Καθηγήτρια Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

Ἡ κατὰ σάρκα Περιτομὴ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, 1 Ἰανουρίου 2019

(Αριθμ. 61)

Α. 1. Η κατά σάρκα περιτομή του Χριστού και η ονοματοδοσία του είναι ένα μεθόριο γεγονός, αρχή μίας διαβατηρίου περιόδου, κατά την οποία ο Χριστός κατ᾽ άκρα συγκατάβαση διέρχεται το στάδιο της κατ᾽ άνθρωπο αυξήσεως μέχρι πριν το θεοφανικό γεγονός του βαπτίσματος στον Ιορδάνη. Εορτολογικά ήδη με την Απόδοση της Γεννήσεως κλείνει ο κύκλος των κανόνων και των καταβασιών των Χριστουγέννων, και ανοίγει η περίοδος των καταβασιών των Θεοφανείων, διπλές σήμερα και αναλόγως οι εἱρμοί του πρώτου κανόνα των Θεοφανείων μέχρις τα Προεόρτια των Φώτων, δηλαδή, «Βυθοῦ ἀνεκάλυψε πυθμένα» και «Στείβει θαλάσσης, κυματούμενον σάλον». Ουσιαστικώς πρόκειται για την εορτή προχειρισμού, εξαγγελίας των Θεοφανείων, η οποία εφέρετο ως η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού, τουλάχιστον μέχρι τον τέταρτο αιώνα, κατά την οποία γινόταν και το βάπτισμα των κατηχούμενων. Αυτή η πράξη, διασώζεται, όπως έχει ήδη σημειωθεί στους Λόγους του συνηλικιώτη και φίλου του Αγίου Μεγάλου Βασιλείου, του οποίου η μνήμη τιμάται σήμερα, Γρηγορίου του Θεολόγου.

2. Η μεταφορά της Γεννήσεως στις 25 Δεκεμβρίου, ημέρα που στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γιορταζόταν δημοσίως ο θεός ήλιος, σήμανε την πρόσληψη της εκκλησιαστικής πίστης από την αυτοκρατορική πολιτική, την οποία πίστη θα χρησιμοποιούσε ως όχημα για την ανανέωση της Αυτοκρατορίας. Αυτή η πολιτική εκφράστηκε στην καθημερινότητα των πολιτών, καθώς το χριστιανικό στοιχείο αυξανόταν, σε σημείο που αργότερα η χριστιανική πίστη και οι συνοδικές αποφάσεις αναγνωρίσθηκαν ως νόμοι του κράτους τον έκτο αιώνα ευρέως επί Ιουστινιανού. Την εποχή του Αγίου Βασιλείου, του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, των λεγόμενων Καππαδοκών Πατέρων, υπάρχει ακόμη ρευστότητα στις σχέσεις αυτοκρατορίας και Εκκλησίας, αλλά συγχρόνως με το Διάταγμα των Μεδιολάνων το 312 και την προηγηθείσα προτίμηση του Μ. Κωνσταντίνου στη νέα πίστη και ενσωμάτωσή της στη δημόσια ζωή, η προσέλευση νέων μελών στην Εκκλησία άνευ διακρίσεως και κοινωνικής θέσεως υπήρξε αθρόα. Στους κόλπους της Εκκλησίας, η οποία είχε ως κύριο λειτουργικό της βιβλίο την Αγία Γραφή, παρατηρήθηκαν ερμηνευτικές αποκλίσεις, καθώς οι χριστιανοί εξ Ιουδαίων, ιδίως, όμως, οι εξ εθνών, μετέφεραν τον τρόπο σκέψεως του πολιτιστικού τους περιβάλλοντος. Την πρώτη κύρια παρέκκλιση της αμφισβήτησης της θεότητας του Χριστού από τον Άρειο, τον Πρωτοπρεσβύτερο της Εκκλησίας Αλεξανδρείας, αντιμετώπισε η Εκκλησία με το συνοδικό Σύμβολο της Νικαίας της Α´ Οικουμενικής Συνόδου το 325, και εν συνεχεία στα χρόνια των Καππαδοκών Πατέρων το 381 με τη Β´ Οικουμενική σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη και το θεολογικό αγώνα τόσο του Αγίου Βασιλείου, αλλά κυρίως με τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, δόθηκαν συνοδικώς ερμηνευτικές απαντήσεις και για την ομολογία της θεότητας και του Αγίου Πνεύματος, οπότε από το 382 βαθμιαία κατά την βαπτιστήρια και λειτουργική πράξη έχουμε την ομολογία και δοξολογία της Αγίας Τριάδος ως ὁμοουσίου, δηλαδή, του ενός Τρισυπόστατου Θεού, καθώς ομολογούμε και δοξολογούμε Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα και γνωρίζουμε από το ιδιαίτερο θεοφανικό έργο που επιτελεί το κάθε πρόσωπο της Αγίας Τριάδος αποκαλυπτόμενο κατά την εκδίπλωση της προς ημάς και «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» Θείας Οικονομίας, όπως ακούμε σε κάθε Θεία Λειτουργία και λατρευτική πράξη της Εκκλησίας.

3. Η αμφισβήτηση, λοιπόν, της θεότητας του Υιού και του Αγίου Πνεύματος για το πώς ο Θεός είναι ένας και συγχρόνως τρεις κατά τις προρρήσεις των Προφητών και τις καταγραφές των Μαθητών και Αποστόλων κατά την όλη θεοφανική εκδίπλωση του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας από κτίσεως κόσμου και στους άπειρους αιώνες της βασιλείας του Θεού, που ήταν ουσιαστικώς αμφισβήτηση του μυστηρίου του αγίου βαπτίσματος και επομένως αυτής ταύτης της Εκκλησίας, είχε ως αποτέλεσμα την ερμηνευτική κηρυγματική έκρηξη, η οποία έχει καταγραφεί από την εκκλησιαστική γραμματεία με το ερμηνευτικό έργο των μεγάλων Πατέρων Αγίου Αθανασίου, των Καππαδοκών, λίγο αργότερα του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και της συνοδικής ερμηνείας των Οικουμενικών Συνόδων Γ´-Ζ´, όταν πια τέθηκε το θέμα της ερμηνείας του τρόπου της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού και η παρουσία του στην Εκκλησία. Συγχρόνως, εξ επόψεως λειτουργικής η Εκκλησία κατά τον ενιαύσιο κύκλο έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στα θεοφανικά γεγονότα της αποκαλύψεως του Θεού και στους Αγίους που υπήρξαν οι φορείς λόγω και έργω της αποκαλύψεως του Θεού σε μία ενότητα αγιοσύνης Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, γιατί ένας και ο αυτός είναι ο προ των αιώνων Θεός, δρων από κτίσεως κόσμου και εις τους αιώνας των αιώνων, μη υποκείμενος στις κατηγορίες, τους ορισμούς και τους χαρακτηρισμούς που εφευρίσκει ο άνθρωπος για την κατάληψη της κτίσεως, ή τη συγκρότηση της λογικού βηματισμού εκφοράς της σκέψης του.

4. Κατά ταύτα, η σημερινή εορτή της περιτομής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού σε συνδυασμό με τον εορτασμό της μνήμης του Αγίου Πατρός Βασιλείου του Μεγάλου απηχεί την περίοδο της εξόδου της Εκκλησίας προς τα έθνη μιας οικουμενικής αυτοκρατορίας, όπου οι πολίτες της εν συνεχεία θα αφομοιώσουν το φιλάνθρωπο και φιλάδελφο και ισότιμο των μελών της αποστολικής κοινότητας ως επαγγελία της θείας συγκαταβάσεως για κάθε άνθρωπο, και, όπου η ψήφος των πλειόνων και η μετοχή στην παιδεία και την αγαθότητα των Αγίων του Θεού ανεξαρτήτως συμβάσεων βίου θα συγκροτούν την οικουμενική ανάγνωση και πράξη του πολιτισμού και της ιστορίας του ανθρώπινου γένους από κτίσεως κόσμου προς αναίρεση κάθε αιρετικής εγωπαθούς αποκλειστικότητας και βαρβαρότητας.

 

Β. 1. Η αμφισβήτηση, λοιπόν, της θεότητας του Χριστού ως του συναϊδίου Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός και κατατάξεώς του από τον Άρειο στην κατηγορία των κτιστών όντων, όπως είναι οι άγγελοι και οι άνθρωποι και, μάλιστα, με τη χρήση αποσπασμάτων είτε από τα Προφητικά βιβλία, όπως τα Αναγνώσματα του σημερινού Εσπερινού, είτε από τα Ευαγγέλια και, ιδίως, αυτό το απόσπασμα του Αγίου Ευαγγελιστή Λουκά της σημερινής περικοπής, οδήγησε τους Πατέρες της Εκκλησίας, τη μνήμη των οποίων εορτάζει η Εκκλησία κατά μήνα Ιανουάριο, σε μία πρωτόγνωρη ερμηνευτική κηρυγματική παραγωγή, η οποία θα αξιοποιηθεί τόσο στη συνοδική ερμηνεία του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας όσο και στην υμνολογία και τη νηπτική πράξη της Εκκλησίας, συγκροτώντας το κριτήριο της πατερικής παραδόσεως, ως ερμηνείας θεοφόρων Πατέρων σε μία συνέχεια ζωής και θεογνωσίας με τους αυτόπτες Αγίους Προφήτες και Αποστόλους του Χριστού.

2. Το πρόβλημα, λοιπόν, που δημιουργήθηκε στην Εκκλησία κατά τον τέταρτο αιώνα προήλθε από τη σύγχυση που δημιούργησαν λόγια, μορφωμένα, μέλη της Εκκλησίας, που δεν μπορούσαν να διακρίνουν τη δωρεά που έλαβε ο άνθρωπος είτε με τη δημιουργία του και όλης της κτίσης, είτε με την κατ᾽ οικονομία φανέρωση του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, «δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο», κατά το Σύμβολο της Πίστεως, μεταπατορικά, ασάρκως στους Προφήτες, ενσάρκως στους Μαθητές και Αποστόλως και Πνευματικώς ορωμένου και μετεχομένου εν τη Εκκλησία της Πεντηκοστής, συνεχώς δε ερχομένου εις τους αιώνας των αιώνων. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν, δηλαδή, ότι ο αποκαλυφθείς Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός κατά την ένσαρκή του παρουσία εισέρχεται κατ᾽ οικονομίαν, κατ᾽ άκρα συγκατάβαση στην ανθρώπινη ιστορία σωματικά, και, μάλιστα, κατά τις προρρήσεις και εξαγγελίες των Αγίων Προπατόρων και Προφητών, γίνεται άνθρωπος, χωρίς να παύσει να είναι ο άκτιστος και ακατάληπτος, ο πέραν από κάθε μετρήσιμο ανθρώπινο μέγεθος Θεός, που εποίησε τον ουρανό και τη γη, εισέρχεται στους όρους της ανθρώπινης ζωής και πάλι δημιουργικά, ασπόρως, εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, για να ανακαινίσει και πάλι την ανθρώπινη αμαυρωμένη φύση, για να κάνει τον άνθρωπο και πάλι νέο, ένα καινούργιο χαριτωμένο δημιούργημα. Γίνεται άνθρωπος πραγματικά, δημιουργεί την ανθρώπινή του φύση στη μήτρα της Θεοτόκου, πραγματικά, γι᾽ αυτό και η Παναγία είναι κυρίως, δηλαδή, πραγματικά Θεοτόκος, και διέρχεται τα στάδια του κατ᾽ άνθρωπο βίου του εκπληρώνοντας, «χωρίς ἁμαρτίας» ως ο Θεός των όλων, όλους τους όρους των διατάξεων του Νόμου, ακριβώς γιατί δεν εισήλθε στην ιστορία φανταστικά αλλά πραγματικά, εκουσίως, και γι᾽ αυτό ο δωρούμενος ανακαινισμός της ανθρώπινης φύσεως είναι πραγματικός και όχι μια υπόθεση του μυαλού, μια ιδέα, σαν αυτές που κατεβάζουν οι άνθρωποι, για να ξεγελάσουν τους συνανθρώπους τους, τόσο πραγματικός που ο Χριστός υπέστη όλες τις δοκιμασίες του Νόμου, δοκίμασε όλα τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη, πείνα και δίψα και αγωνία και σταυρό και θάνατο κατά την ανθρώπινη φύση του, από την οποία δεν χωρίσθηκε ποτέ, παραμένοντας ο Θεός Δημιουργός και χορηγός της ζωής, για να αναστήσει τον Αδάμ και την Εύα σε μία ενότητα της Εκκλησίας ζώντων και κεκοιμημένων. Η ένσαρκη, λοιπόν, οικονομική, συγκαταβατική, φανέρωση του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, που ήταν πρόσκομμα για τη σκέψη των θεωρητικολογούντων εξ εθνών χριστιανών, οι οποίοι καθώς διάβαζαν ότι ο Χριστός περιτμήθηκε, ή πήγε δωδεκαετής στο Ναό, «προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις», ή βαπτίσθηκε από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, ή υπήρξε Πρωτότοκος εκ νεκρών, ή το παλαιοδιαθηκικό «Κύριος ἔκτισέ με ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ εἰς ἔργα αὐτοῦ. Πρὸ τοῦ αἰῶνος ἐθεμελίωσέ με, ἐν ἀρχῇ πρὸ τοῦ τὴν γῆν ποιῆσαι» (Παροιμ. 8, 22), τον εκλάμβαναν ως Θεό κατώτερης αξίας από το Θεό Πατέρα, κατεβάζοντας το μυστήριο της Θείας Οικονομίας και δωρεάς του Θεού στο επίπεδο της κτιστότητας, σα να ήταν όλο το θεοφανικό έργο του Χριστού έργο ενός θαυμαστού δημιουργήματος και όχι σημείο της ελεύσεως της βασιλείας του Θεού, οπότε και η σωτηρία μας και η προκοπή μας θα ήταν κτιστή, θα προήρχετο από την προσωπική μας ικάνωση και όχι δωρεά του Θεού, άκτιστη χάρη. Γι᾽ αυτό και τα θαύματα, οι θεραπείες, οι αναστάσεις των νεκρών και όλες οι θεοσημίες και το κήρυγμα του Χριστού στον ὄχλο είχαν σκοπό να δείξουν ότι ήγγικε η βασιλεία του Θεού πραγματικά, ως κλήση και άκτιστη δωρεά για τον κάθε άνθρωπο και όχι μόνο προς τον Ισραήλ.

3. Μαζί, λοιπόν, με την εορτή της Περιτομής του Χριστού, που αποδεικνύει ότι ο εν αρχή προς τον Θεόν Λόγος ενηθρώπησε κατά θεία συγκατάβαση πραγματικά και όχι φανταστικά, η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου που υπερασπίστηκε την ομολογία της θεότητος του ενανθρωπήσαντος Λόγου του Θεού κατά την ενιαία θεοφανική μαρτυρία των απ᾽ αιώνος Αγίων, αλλά και τη διάκριση της οικονομικής, συγκαταβατικής φανερώσεως του Θεού, από την ακατάληπτη και απρόσιτη στα κτιστά όντα φύση και ουσία του Θεού.

 

Γ. Η υμνολογία της εορτής έχει μία διπλή στόχευση κατά το άρρητο μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως: Είναι μία κατάφαση ότι ο Λόγος ενηθρώπησε πραγματικά: «Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ, τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν, οὐκ ἐβδελύξατο σαρκὸς τὴν περιτομήν, ὁ ὀκταήμερος κατὰ τὴν Μητέρα, ὁ ἄναρχος κατὰ τὸν Πατέρα. Αὐτῷ πιστοὶ βοήσωμεν. Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς» (Στιχηρό Ιδιόμελο α´, ἦχος πλ. δ´ του Εσπερινού), αλλά συγχρόνως αποτελεί η παρούσα εορτή και ένα προχειρισμό της εορτής των Φώτων πάντα υπό το ερμηνευτικό σχήμα της προφητικής εξαγγελίας και της εκπλήρωσης- ανακεφαλαίωσης: «Μυστήριον παράδοξον, ἡ Βαβυλῶνος ἔδειξε κάμινος, πηγάσασα δρόσον· ὅτι ῥείθροις ἔμελλεν, ἄϋλον πῦρ εἰσδέχεσθαι ὁ Ἰορδάνης, καὶ στέγειν σαρκί, βαπτιζόμενον τὸν Κτίστην· ὃν εὐλογοῦσι λαοί, καὶ ὑπερυψοῦσιν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας» (Καταβασία), ενώ με το τελευταίο Μεγαλυνάριο ο εν προχειρισμώ προσερχόμενος στον Ιορδάνη ομολογείται ο εις και ο αυτός Θεός Δημιουργός και άνθρωπος, θυμίζοντάς μας ενταυτώ την ευχή της Αγίας Αναφοράς κατά τη Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου και τις μεταγενέστερες συνοδικές διατυπώσεις: «Ὁ τὰ ὑπερῷα ἐν ὕδασι, στεγάζων μόνος Κύριος, ἀναχαιτίζων θάλασσαν, ἀβύσσους τε ὁ ξηραίνων, ἐκ σοῦ Ἁγνὴ τὴν σάρκα προσλαβόμενος, ἐκ Βηθλεὲμ ἐπείγεται πρὸς Ἰορδάνην βαπτισθῆναι σαρκί». Σε μία ερμηνευτική αντιστοίχηση προς το Αποστολικό Ανάγνωσμα προβάλλεται, εξάλλου, στο δεύτερο Στιχηρό Προσόμοιο των Αίνων ο ίδιος ο Άγιος Βασίλειος ως πρότυπο αποδέκτη της βαπτισματικής χάριτος και της ομολογίας του ὁμοουσίου του Υιού και Λόγου του Θεού με το Θεό Πατέρα και των αποτελεσμάτων της θεοποιού ενεργείας στον Άγιο, ανακαλώντας τη νηπτική πράξη της Εκκλησίας της ησυχαστικής περιόδου: «Θέσει υἱὸς Θεοῦ γεγονώς, ἀναγεννήσει τῇ του θείου Βαπτίσματος, τὸν φύσει καὶ ἀληθείᾳ, καὶ πρὸ αἰώνων Υἱόν, τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγον ὁμοούσιον, Πατρὶ καὶ συνάναρχον, ὡμολόγησας, Ὅσιε, αἱρετικῶν δέ, τὰ ἀπύλωτα στόματα, τῇ λαμπρότητι, τῶν σῶν λόγων ἐνέφραξας. Ὅθεν καὶ τὰ Βασίλεια, τὰ ἄνω κατῴκησας, συμβασιλεύων τῷ μόνῳ, καὶ φυσικῶς βασιλεύοντι Χριστῷ, τῷ πλουσίως διανέμοντι τῷ κόσμῳ, τὸ μέγα ἔλεος».

 


 

Δ. 1. Το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την Επιστολή Προς Κολοσσαείς του Αποστόλου Παύλου. Πρόκειται για μια μικρή Επιστολή, η οποία αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια. Οι αποδέκτες της Επιστολής δεν έχουν προσωπική γνωριμία με τον Απόστολο Παύλο, ο ίδιος, όμως, είναι γνωστός στις Αποστολικές κοινότητες των εθνών της Μεσογείου και ενδότερα της Μικράς Ασίας. Σ᾽ αυτήν την Επιστολή ο Απόστολος Παύλος ομιλεί ως ο Απόστολος του Χριστού και της Εκκλησίας.

2. Στο σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, όπως και στο Ευαγγελικό, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα τονίζεται με ρεαλιστικούς όρους από τη φυσική πραγματικότητα το γεγονός της Ενανθρωπήσεως, όπως και τα αποτελέσματα του έργου του Χριστού για την άρση της ειδωλικής μεταπατορικής καταστάσεως των εθνών αλλά και της μεταποίησης των συμβάσεων του Μωσαϊκού Νόμου με εισοδική Ισραηλιτική πράξη της περιτομής κατά το πρώτο Προφητικό Ανάγνωσμα του Εσπερινού εκ του δέκατου έβδομου κεφαλαίου της Γενέσεως (Γεν. ιζ´, 11-14: «11 καὶ περιτμηθήσεσθε τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας ὑμῶν, καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν. 12 καὶ παιδίον ὀκτὼ ἡμερῶν περιτμηθήσεται ὑμῖν, πᾶν ἀρσενικὸν εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν, ὁ οἰκογενὴς καὶ ὁ ἀργυρώνητος, ἀπὸ παντὸς υἱοῦ ἀλλοτρίου, ὃς οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ σπέρματός σου. 13 περιτομῇ περιτμηθήσεται ὁ οἰκογενὴς τῆς οἰκίας σου καὶ ὁ ἀργυρώνητος, καὶ ἔσται ἡ διαθήκη μου ἐπὶ τῆς σαρκὸς ὑμῶν εἰς διαθήκην αἰώνιον. 14 καὶ ἀπερίτμητος ἄρσην, ὃς οὐ περιτμηθήσεται τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ τοῦ γένους αὐτῆς, ὅτι τὴν διαθήκην μου διεσκέδασε») σε αχειροποίητη περιτομή απεκδύσεως διά του βαπτίσματος του προπατορικού αμαρτήματος και των μεταπατορικών αμαρτημάτων της αποστασίας διά της αποδοχής του θεοφανικού έργου του Χριστού. Εξάλλου, με την περιτομή του Χριστού κατά την όγδοη ημέρα άρχεται ο καινός χρόνος της αλήκτου βασιλείας του Θεού, ο καινός χρόνος της χάριτος (α. Εἱρμός, Ὠδὴ α´, ἦχος β´ του Κανόνος της εορτής: «Δεῦτε λαοί, ᾄσωμεν ᾆσμα Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῷ διελόντι θάλασσαν, καὶ ὁδηγήσαντι, τὸν λαὸν ὃν ἀνῆκε, δουλείας Αἰγυπτίων, ὅτι δεδόξασται»./ Ἡ Ὀγδοὰς φέρουσα τύπον τοῦ μέλλοντος, τῇ σῇ Χριστὲ λαμπρύνεται, καὶ ἁγιάζεται, ἑκουσίῳ πτωχείᾳ· ἐν ταύτῃ γὰρ νομίμως, περιετμήθης σαρκί./ Περιτομὴν δέχεται τῇ ὀγδοάδι Χριστός, τῆς ἑαυτοῦ γεννήσεως· καὶ ταύτης σήμερον, τὴν σκιὰν καταστέλλει, τὸ φῶς ἑξανατέλλων, τῆς νέας χάριτος», β. Εἱρμός, Ὠδὴ δ´, ἦχος β´ του α´ Κανόνος της εορτής: «Εἰσακήκοα Κύριε, τὴν ἀκοὴν τῆς σῆς οἰκονομίας, καὶ ἐδόξασά σε μόνε φιλάνθρωπε»./ Περιτέμνεσθαι πέπαυται ἀφ᾽ οὗ Χριστὸς ἑκὼν περιετμήθη, τῶν Ἐθνῶν τὰ πλήθη, σῴζων τῇ χάριτι./ Τήν του μέλλοντος ἄληκτον, ἡ ὀγδοὰς ζωὴν ἐξεικονίζει, ἐν ᾗ ὁ Δεσπότης, περιετμήθη Χριστός»).

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Κολ. β´, 8-12: «8 Βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ οὐ κατὰ Χριστόν· 9 ὅτι ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς, 10 καὶ ἐστὲ ἐν αὐτῷ πεπληρωμένοι, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλὴ πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, 11 ἐν ᾧ καὶ περιτμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν τῇ ἀπεκδύσει τοῦ σώματος τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτομῇ τοῦ Χριστοῦ, 12 συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτίσματι, ἐν ᾧ καὶ συνηγέρθητε διὰ τῆς πίστεως τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ τῶν νεκρῶν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. β´, 20- 21, 40-52 «20 καὶ ὑπέστρεψαν οἱ ποιμένες δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν Θεὸν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον καθὼς ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς. 21 Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν ἡμέραι ὀκτὼ τοῦ περιτεμεῖν τὸ παιδίον, καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου πρὸ τοῦ συλληφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ κοιλίᾳ.- 40 Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾽ αὐτό. 41 Καὶ ἐπορεύοντο οἱ γονεῖς αὐτοῦ κατ᾽ ἔτος εἰς Ἱερουσαλὴμ τῇ ἑορτῇ τοῦ πάσχα. 42 καὶ ὅτε ἐγένετο ἐτῶν δώδεκα, ἀναβάντων αὐτῶν εἰς Ἱεροσόλυμα κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἑορτῆς 43 καὶ τελειωσάντων τὰς ἡμέρας, ἐν τῷ ὑποστρέφειν αὐτοὺς ὑπέμεινεν Ἰησοῦς ὁ παῖς ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἔγνω Ἰωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ. 44 νομίσαντες δὲ αὐτὸν ἐν τῇ συνοδίᾳ εἶναι ἦλθον ἡμέρας ὁδὸν καὶ ἀνεζήτουν αὐτὸν ἐν τοῖς συγγενέσι καὶ τοῖς γνωστοῖς· 45 καὶ μὴ εὑρόντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ζητοῦντες αὐτόν. 46 καὶ ἐγένετο μεθ᾽ ἡμέρας τρεῖς εὗρον αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ καθεζόμενον ἐν μέσῳ τῶν διδασκάλων καὶ ἀκούοντα αὐτῶν καὶ ἐπερωτῶντα αὐτούς· 47 ἐξίσταντο δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες αὐτοῦ ἐπὶ τῇ συνέσει καὶ ταῖς ἀποκρίσεσιν αὐτοῦ. 48 καὶ ἰδόντες αὐτὸν ἐξεπλάγησαν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπε· Τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε. 49 καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς· Τί ὅτι ἐζητεῖτέ με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί με; 50 καὶ αὐτοὶ οὐ συνῆκαν τὸ ῥῆμα ὃ ἐλάλησεν αὐτοῖς. 51 καὶ κατέβη μετ᾽ αὐτῶν καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ, καὶ ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς. καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ διετήρει πάντα τὰ ῥήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς. 52 Καὶ Ἰησοῦς προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.