Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

ΠΕΡΙ ΔΟΓΜΑΤΩΝ, ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΕΡΩΝ ΔΙΑΦΩΝΙΩΝ ΠΡΟ ΤΗΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

 της Άντζης Σταθάτου,
Αν κάποιος νομίζει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι ένας ζωντανός οργανισμός γεμάτος διαφωνίες, συγκρούσεις κι εντάσεις, τότε μάλλον μπερδεύει τους Ιεράρχες με άτολμες και πειθήνιες κορασίδες παρθεναγωγείου που δέχονται αδιαμαρτύρητα την άποψη της αυστηρής δασκάλας τους. Η Εκκλησιαστική ιστορία είναι γεμάτη συγκρούσεις και διαφωνίες Εκκλησιαστικών ανδρών, όπως αυτή του Παύλου και του Βαρνάβα για το αν θα πάρουν μαζί τους τον μετέπειτα ευαγγελιστή Μάρκο, τη σύγκρουση Πέτρου και Παύλου για το θέμα της τηρήσεως των μωσαϊκών διατάξεων, τη διαμάχη μεταξύ του αγίου Μελετίου Αντιοχείας και του Μ. Αθανασίου με αφορμή το Αντιοχειανό σχίσμα, τη σύγκρουση Ιγνατίου – Φωτίου και πολλών άλλων. Και οι συγκρούσεις αυτές δεν ήταν άνευροι ακαδημαϊκοί διαξιφισμοί και πολιτισμένοι φιλοσοφικοί διάλογοι, αλλά συγκρούσεις γεμάτες οργή, φωτιά και φαρμάκι. Συγκλονίζεται κανείς όταν μελετά τη σύγκρουση Χρυσοστόμου και Θεοφίλου Αλεξανδρείας από την αγριότητα που προσέλαβε. Και είναι να απορεί κανείς για την φλογερή αντίδραση του Αγίου Μελετίου, ενός πράου και καλοκάγαθου άνθρωπου που έφθασε στο σημείο να καλύπτει με τον μανδύα του τον έξαρχο που τον εξόριζε κατ’ εντολή των Αρειανών, για να τον γλυτώσει από τον λιθοβολισμό των ορθοδόξων. Εν τούτοις, αυτός ο πράος Πατέρας της Εκκλησίας που προστάτευσε τον διώκτη του, όταν κάποτε έφθασε στην Αντιόχεια ο Μέγας Αθανάσιος, του απαγόρευσε να λειτουργήσει και δεν δέχθηκε να τον συναντήσει.
Με βάση αυτά τα ιστορικά δεδομένα, θα ήταν τουλάχιστον αφελές να απορεί κανείς για τις εντάσεις που δημιουργήθηκαν προ της σύγκλισης της Πανορθοδόξου Συνόδου της Κρήτης. Αφορμή στάθηκε η προσπάθεια έγκρισης του κειμένου της Συνόδου, για το περιεχόμενο του οποίου ζητήθηκε η άποψη όλων των Μητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος.Δεκαεπτά από αυτούς απάντησαν, εντοπίζοντας διάφορα σημεία αντιφάσεων, ενώ δεν έλειψαν και οι επικρίσεις για την «άνευρη» θεματολογία της Πανορθοδόξου Συνόδου, ή ακόμη και ο παραγκωνισμός της  
Ιεραρχίας στην κατάρτιση των κειμένων.
 
Ένα από τα βασικά θέματα που επισημάνθηκαν, ήταν μία εκκλησιολογική αντίφαση. Στο ίδιο κείμενο γίνεται λόγος για το ότι η Εκκλησία είναι Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική και συγχρόνως ότι αναγνωρίζονται άλλες Εκκλησίες και Ομολογίες. Σε ένα δεύτερο σημείο μητροπολίτες εντόπισαν πως από τη μία γίνεται λόγος ότι «κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή» και συγχρόνως, σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι
«αναζητάται η ενότητα». Αυτό χαρακτηρίστηκε από αρκετούς Ιεράρχες αντιφατικότητα και φαίνεται πως πράγματι προέκυψε από την τελική ένωση δύο διαφορετικών κειμένων σε ένα κείμενο. Το ένα κείμενο αναφερόταν στην
Ορθόδοξη Εκκλησία σε σχέση με τον υπόλοιπο Χριστιανικό κόσμο και το άλλο είχε θέμα την Ορθόδοξη Εκκλησία σε σχέση με την Οικουμενική Κίνηση. Όπως επισήμαναν ορισμένοι αρχιερείς, «η συγχώνευση των δύο κειμένων οδήγησε αφ' ενός μεν στην αφαίρεση πολλών παραγράφων, αφ' ετέρου δε στη δημιουργίας μιας σύγχυσης», πράγμα που ομολογούν και οι ίδιοι οι συντάξαντες και υπογράψαντες.
 
Περί Βατικανού, Χριστιανικών Κοινοτήτων και Ομολογιών
Αντιδράσεις προκλήθηκαν πάντως και για το τελικό κείμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αναφέρεται ως Ομολογία. Αυτό προέκυψε όταν ετέθη το θέμα πώς είναι δυνατόν ότι η Ορθόδοξη να είναι Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και συγχρόνως να λέμε ότι αναγνωρίζει τις άλλες Εκκλησίες και Ομολογίες.
Μητροπολίτες ζήτησαν τότε να βρεθεί άλλη έκφραση για να αντικαταστήσει την έκφραση «άλλες Εκκλησίες» και να χαρακτηρίζει το Βατικανό, το οποίο είναι και Εκκλησία και κράτος. Τότε ετέθησαν διάφορες προτάσεις. Η μία ήταν να γραφεί «ετερόδοξες Εκκλησίες», η άλλη να γραφεί «Εκκλησίες» εντός εισαγωγικών. Και οι δύο απόψεις θεωρήθηκε πως θα δημιουργούσαν αντιδράσεις. Τέλος επικράτησε η άποψη ότι αντί για την λέξη «Εκκλησίες» θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η φράση «Χριστιανικές Κοινότητες και Ομολογίες». Αυτή η πρόταση έγινε ομοφώνως αποδεκτή, χωρίς ωστόσο να αποφευχθούν οι αντιδράσεις μετά τη δημοσιοποίησή της.