Τρίτη 7 Ιουνίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ Η' ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ: ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ



Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν
Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Ὁμότιμη Καθηγήτρια Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.


Κυριακὴ Η´ ἀπὸ τοῦ Πάσχα: Ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, 27 Μαΐου 2018 (Αριθμ. 19)
Α. Η Κυριακή της Πεντηκοστής είναι μία σύνθετη εορτή, όπως εξάγεται από την υμνολογία της Εκκλησίας, αλλά και από τα ίδια τα Αγιογραφικά Αναγνώσματα, τα οποία κατανοούνται με βάση το ερμηνευτικό σχήμα Προτύπωση - επαγγελία- (Παλαιά Διαθήκη) και ολοκλήρωση- «συμπλήρωση»- «ανακεφαλαίωση» της επαγγελίας και της προθεσμίας- (Καινή Διαθήκη)- (αναμονής των Μαθητών), όπως καταγράφεται στο Κάθισμα, στο Δόξα μετά την α´ Στιχολογία του Όρθρου. Μάλιστα στο Κάθισμα η Πεντηκοστή ονομάζεται «μεθέορτος και τελευταία ἑορτή», πράγμα όχι παράδοξο, εάν ο αναγνώστης παρακολουθεί με ακρίβεια την μέχρι τώρα ερμηνεία της εκδιπλώσεως του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας από την αρχή του Τριωδίου, κατά την εδώ ερμηνευτική (γιατί το κήρυγμα της Εκκλησίας είναι ερμηνεία της πίστεως σε μία συνέχεια). Η αναφορά ως προς τον όρο «μεθέορτος» γίνεται εν σχέσει με τη γενόμενη απόδοση της Ανάληψης του Κυρίου (την Παρασκευή), αφού το τριήμερο Σάββατο (των ψυχών), Κυριακή της Πεντηκοστής και Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος είναι μία εορτή, η τελευταία του μυστηρίου της Αποκαλύψεως του Τριαδικού Θεού από κτίσεως κόσμου, του μυστηρίου, δηλαδή, της προς ημάς Θείας Οικονομίας. (Παραθέτω το άκρως σημαντικό Κάθισμα, ἦχος δ´: «Τὴν μεθέορτον πιστοί, καὶ τελευταίαν ἑορτήν, ἑορτάσωμεν φαιδρῶς· αὕτη ἐστὶ Πεντηκοστή, ἐπαγγελίας συμπλήρωσις, καὶ προθεσμίας· ἐν ταύτῃ γὰρ τὸ πῦρ, τοῦ Παρακλήτου εὐθύς, κατέβη ἐπὶ γῆς, ὥσπερ ἐν εἴδει γλωσσῶν, καὶ Μαθητὰς ἐφώτισε, καὶ τούτους οὐρανομύστας ἀνέδειξε. Τὸ φῶς ἐπέστη, τοῦ Παρακλήτου, καὶ τόν κόσμον, ἐφώτισε»). Εξάλλου, ακόμη και η θεολογική αντιστοίχηση με την περιγραφόμενη εορτὴ του Ευαγγελικοῦ Αναγνώσματος προϋποθέτει μία εορτή Ιουδαϊκή, η οποία διαρκούσε ημέρες, και η εν λόγω ημέρα ήταν η «ἐσχάτη», η τελευταία.
Πρόκειται για την εορτή της Σκηνοπηγίας, που διαρκούσε επτά ημέρες, (όπως μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην αρχή του ζ´, 2 κεφαλαίου: «ἦν δὲ ἐγγὺς ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων ἡ σκηνοπηγία»), την οποία εόρτασε ο Χριστός μαζί με τους Μαθητές, ενώ το πρωί της 8ης ημέρας, που ήταν όλος ο κόσμος στο ναό και όχι στις σκηνές, όπως τις προηγούμενες μέρες, ο Χριστός κάνει το κήρυγμα ότι είναι το ύδωρ το ζων και το φως του κόσμου.
Β. Η εορτή της Σκηνοπηγίας ετελείτο στα Ιεροσόλυμα σε ανάμνηση της εξόδου του Ισραήλ από την Αίγυπτο, τη σαραντάχρονη περιπλάνηση στην έρημο, την παράδοση του Νόμου στο Μωϋσή, την κατάληψη της Ιεριχούς και τον τελικό θρίαμβο με το «Μεγάλο Ωσαννά» κατά την όγδοη ημέρα.
Δύο ήταν τα χαρακτηριστικά της εορτής: α) οι θυσίες με ολοκαύτωμα, θυσία, δηλαδή, ζωντανού με πλήρη καύση, σε συνδυασμό με τη βραδυνή φωταψία, σύμφωνα με την εντολή του Θεού στο Μωϋσή μετά την παράδοση του Νόμου, τη σύναψη, δηλαδή, της Διαθήκης με απόπαυση την όγδοη ημέρα (Ἔξοδ. κγ´, 18: «ὅταν γὰρ ἐκβάλω τὰ ἔθνη ἀπὸ προσώπου σου καὶ ἐμπλατύνω τὰ ὅριά σου, οὐ θύσεις ἐπὶ ζύμῃ αἷμα θυσιάσματός μου, οὐ δὲ μὴ κοιμηθῇ στέαρ τῆς ἑορτῆς μου ἕως πρωΐ», καί Λεϋιτ. κγ´, 33-36: «33 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· 34 λάλησον τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραήλ, λέγων· τῇ πεντεκαιδεκάτῃ τοῦ μηνὸς τοῦ ἑβδόμου τούτου ἑορτὴ σκηνῶν ἑπτὰ ἡμέρας τῷ Κυρίῳ. 35 καὶ ἡ ἡμέρα ἡ πρώτη ἡ κλητὴ ἁγία· πᾶν ἔργον λατρευτὸν οὐ ποιήσετε. 36 ἑπτὰ ἡμέρας προσάξετε ὁλοκαυτώματα τῷ Κυρίῳ, καὶ ἡ ἡμέρα ἡ ὀγδόη κλητὴ ἁγία ἔσται ὑμῖν, καὶ προσάξετε ὁλοκαυτώματα Κυρίῳ· ἐξόδιόν ἐστι, πᾶν ἔργον λατρευτὸν οὐ ποιήσετε») και β) η ἔκχυση του ύδατος στη βάση του θυσιαστηρίου (κάθαρση) κατά την έβδομη μέρα από μία υδρία που γέμιζε νερό από τη γνωστή μας πια πηγή του Σιλωάμ. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι η εορτή της Σκηνοπηγίας του Ισραήλ χαρακτηριζόταν από τις προσφορές μνήμης στο Ναό, τη φωταψία και το ύδωρ. Ὁ Χριστός στο κήρυγμά του, λοιπόν, κατά την εορτή της Σκηνοπηγίας λέγει ότι αυτός είναι το ύδωρ το ζων και το φως του κόσμου, κατά το Ευαγγελικό σημερινό Ανάγνωσμα. Φαντασθείτε τί τρέλα που θα έπιασε τους σύγχρονούς του Φαρισαίους...
Επιπλέον, με το Αποστολικό Ανάγνωσμα μεταφερόμαστε στη δεύτερη μεγάλη εορτή των Εβραίων, που είναι η εορτή των Εβδομάδων, ή της Πεντηκοστής, κατά την οποία προσφέρονταν δύο ένζυμοι άρτοι, μία απόδειξη της μόνιμης κατοίκησης πια του Ισραήλ στη γη της επαγγελίας, ενώ στην εορτή της Σκηνοπηγίας ο άρτος ήταν άζυμος, εις ανάμνηση της περιπλανήσεως στην έρημο, όπου ο Ισραήλ ετοίμαζε για φαγητό πρόχειρα και ετράφη με το μάνα εξ ουρανού, που είναι και προτύπωση το μάνα της Θ. Ευχαριστίας με ένζυμο, όμως άρτο, γιατί η Θεία Ευχαριστία είναι Πεντηκοστή, μόνιμη κατάσταση και θέωση, ή είναι ανακεφαλαίωση της Πεντηκοστής, ως βάπτισμα και Ευχαριστία εν ταυτώ και άπαξ!
Γ. Στο Αποστολικό Ανάγνωσμα η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος περιγράφεται παραστατικά ως διαμερισμός γλωσσών «ὡσεὶ πυρός», κυρίαρχο, δηλαδή, είναι και πάλι το φως. Και λέγω παραστατικά, δηλαδή και πάλι με χρήση εικονικών παραστάσεων, «ὡσεί», γιατί τίποτα του κτιστού κόσμου δεν μπορεί να αποδώσει την άκτιστη παρουσία του Θεού στον κόσμο. Λαμβάνουμε κάποια υποψία, δηλαδή, από την περιγραφή που μας κάνουν όσοι θεοφόροι και θεοειδείς, οι οποίοι χρησιμοποιούν εικόνες παρμένες από το φυσικό μας περιβάλλον, ώστε να καταλάβουμε οι υπόλοιποι. Γι᾽ αυτό, εξάλλου, η Εκκλησία μάς καλεί να αποκτήσουμε νουν Χριστού, να ταυτιστούμε με τις οράσεις των Προφητών, το κήρυγμα των Αποστόλων και τη μαρτυρία των Αγίων. (Όλα αυτά που λέγονται για βιώματα και εμπειρικές δογματικές είναι άγνωστες στην ερμηνευτική της Εκκλησίας). Η Εκκλησία μας καλεί να νεκρώσουμε τον εαυτό μας και, ιδίως, τις «πνευματικότητές» μας. Τελεία και παύλα!
Δ. Με την επιλογή των δύο Αναγνωσμάτων οι Πατέρες καταγράφουν τα γεγονότα της υπέρβασης των δύο σημαντικών εορτών του Ισραήλ (η τρίτη είναι το Πάσχα), οι οποίες συνοψίζουν την πορεία του παλαιού Ισραήλ, την ιστορία του περιούσιου λαού, και τη μετάβαση στο πρόσωπο του Χριστού, ως του ἐνσαρκου Λόγου.
Μια σειρά εορτών της περιόδου της Πεντηκοστής οδηγούν σ᾽ αυτή την υπέρβαση, ή την κατάργηση ὡς ολοκλήρωση, ανακεφαλαίωση, του Νόμου και των Προφητών εν τη πορεία προς την εν Πνεύματι λατρεία, αφού στο πρόσωπο του Ένσαρκου Λόγου ανακεφαλαιώνεται ο παλαιός Ισραήλ, αλλά και καταργείται η αποκλειστικότητα του περιούσιου λαού. Η εν Αγίω Πνεύματι ομολογία της Θεότητος του Χριστού, καταργεί το βάπτισμα του Ιωάννη και το ύδωρ του θυσιαστηρίου του Ισραήλ, ενώ με το διαμερισμὸ τῶν πυρίνων γλωσσών καταργείται η μεταπατορική σύγχυση των γλωσσών και η διαίρεση του ανθρωπίνου γένους, όπως λέγεται στο Δόξα μετά τα Στιχηρά Ιδιόμελα, ἦχος πλ. δ´: «Γλῶσσαι ποτὲ συνεχύθησαν, διὰ τὴν τόλμαν τῆς πυργοποιΐας, γλῶσσαι δὲ νῦν ἐσοφίσθησαν, διὰ τὴν δόξαν τῆς θεογνωσίας. Ἐκεῖ κατεδίκασε Θεὸς τοὺς ἀσεβεῖς τῷ πταίσματι, ἐνταῦθα ἐφώτισε Χριστὸς τοὺς ἁλιεῖς τῷ Πνεύματι. Τότε κατειργάσθη ἡ ἀφωνία, πρὸς τιμωρίαν, ἄρτι καινουργεῖται ἡ συμφωνία, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν».
Εξάλλου, ο Χριστός ήταν σαφής προς τους Μαθητές για την επαγγελία και την αναμονή στα Ιεροσόλυμα, για να βαπτισθούν ἐν Πνεύματι Αγίω, όπως σημειώνεται στην αρχή των Πράξεων: «4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου· 5 ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας», Πράξ. α´, 4-5.
Ε. Στο γεγονός, λοιπόν, της Πεντηκοστής με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος συντίθενται δύο εβαϊκές εορτές, της Σκηνοπηγίας και της εβραϊκής Πεντηκοστής ως ενιαία προτύπωση του εν Πνεύματι βαπτίσματος των Μαθητών, των συνηγμάνων στο υπερώο. Και όπως πάλι με τη φωνή του Θεού παρίσταται η έξοδος από τον Παράδεισο και πάλι εδώ έχουμε ήχο «ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας», που γεμίζει όλο τον οἶκο και όραση των πυρίνων γλωσσών, ένα τρόπο παραστατικό της ελεύσεως της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Στο σπίτι εισέχεται κόσμος και κοσμάκης από όλα τα μέρη του κόσμου, κι ο Ευαγγελιστής Λουκάς, που γράφει τις Πράξεις, επισημαίνει ότι μέσα στο σπίτι δεν μπήκαν μόνο Ιουδαίοι αλλά και Ρωμαίοι και προσήλυτοι, που βρέθηκαν εκείνη τη μέρα στα Ιεροσόλυμα. Τρομερή σκηνή για τους συγχρόνους «καθαρούς» υποκριτές!
ΣΤ. Οι Απόστολοι άρχισαν να κηρύττουν «τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ», ό,τι δηλαδή έκανε ο Θεός από κτίσεως κόσμου για τον άνθρωπο, άρχισαν να ερμηνεύουν αδιακρίτως σ᾽ όλο τον κόσμο το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, κι ο καθένας άκουγε στη γλώσσα του. Πρόκειται για εκκλησιασμό, για συναγωγή συνοπτικά όλου του ανθρωπίνου γένους, άνευ καμίας δακρίσεως, επάνοδο στον Παράδεισο, τον οποίο δωρείται συνοπτικά ο Θεός σ᾽ όλους τους ανθρώπους εν τω βαπτίσματι των Αποστόλων Αγίω Πνεύματι.
Στην Αποστολική καταγραφή δεν έχουμε τέλεση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας τη μέρα της Πεντηκοστής, όμως ήδη οι Μαθητές είχαν λάβει μέρος στο Μυστικό Δείπνο, και με τη διάνοιξη των οφθαλμών και το λουτρό της Παλιγγενεσίας έχουν μετοχή, τόν αναγνωρίζουν (τον θύτη και θύμα, προσφέροντα, προσφερόμενο και δεχόμενο) ως τον Υιό και Λόγο του Θεού Πνευματικώς πιά, τον οποίο και κηρύττουν αδιακρίτως σ᾽ όλο το συγκεντρωμένο κόσμο. Γι᾽ αυτό η Πεντηκοστή είναι βάπτισμα και Θεία Ευχαριστία μαζί, γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας και συγκρότηση του όλου χαρισματικού θεσμού της Εκκλησίας των εθνών, γιατί είναι για όλο τον κόσμο, ένας εκκλησιασμός του σύμπαντος κόσμου, όπως μας έκανε την ερμηνεία της Θείας Ευχαριστίας στη Μυσταγωγία του ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής {και σκανδαλίσθηκε κόσμος και ντουνιάς, μέχρι που του κόψανε οι νεοειδωλολάτρεις της εποχής του, χέρια και τη γλώσσα, για να τον εξαφανίσουν από προσώπου γης. Τέτοιοι γενναίοι άντρες ήταν και είναι (και μην αμφιβάλλετε), οι Πατέρες μας}!
Στο πρώτο τροπάριο του β´ Κανόνα, της Ὠιδῆς δ´, ἤχου πλ. δ´, αποτυπώνεται το άπαξ γενόμενο και συμπαρεκτεινόμενο στους αιώνες γεγονός της Πεντηκοστής: «Λουτρὸν τὸ θεῖον τῆς παλιγγενεσίας, Λόγῳ κεραννὺς συντεθειμένῃ φύσει, Ὀμβροβλυτεῖς μοι ῥεῖθρον ἐξ ἀκηράτου Νενυγμένης σου πλευρᾶς, ὦ Θεοῦ Λόγε, Ἐπισφραγίζων τῇ ζέσει τοῦ Πνεύματος», το οποίο αποτελεί τη συμπύκνωση της ερμηνευτικής της Εκκλησίας μας για τον υπερασπισμό και της θεότητος του Αγίου Πνεύματος ως Προσώπου, γεγονότος και μαρτυρίας της πίστεως εν τη Θεία Λειτουργία κατά τη μετέπειτα αναίρεση της παρέκκλισης διά της προσθήκης τής καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Συγχρόνως θέτει ως κέντρο της Θείας Ευχαριστίας την Ἐπίκληση του Αγίου Πνεύματος, το ζέον ύδωρ, ως κέντρο της μεταβολής των Τιμίων Δώρων. Κι έτσι, είναι Πνευματικώς ὁρώμενος ο Χριστός εν μέσω ημών!
Να γιατί τόνιζα σε όλες μου τις εισηγήσεις και τις πανεπιστημιακές παραδόσεις ότι κατά το Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε τον αποκαλύπτοντα το μυστήριο της Θείας Οικονομίας «Ἀΐδιο Υὶὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἀποκαλυπτόμενο ἀσάρκως ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ κόσμου (Αὐτὸς εἶπε καὶ ἐγένετο καὶ Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος), ὁ Αὐτός ὡς ἄσαρκος Λόγος ὁδηγῶν τὸν παλαιὸ Ἰσραὴλ διὰ τῶν θεοφανειῶν στοὺς Πατριάρχες καὶ τοὺς Προφῆτες, ὡς ὁ Μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, ὡς ὁ Ὤν ἄγγελος τῆς φλεγόμενης καὶ μὴ κατακαιόμενης Βάτου, πύρινη στήλη ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ παρακαλύπτουσα πέτρα τὰ ὀπίσθια τοῦ Θεοῦ στὴν παράδοση τοῦ Νόμου στὸ Σινᾶ, ὁ Αὐτὸς καὶ Ἐνανθρωπήσας ἀνακεφαλαιῶν τὸν παλαιὸ Ἰσραήλ στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο, καὶ ὑποστὰς σαρκὶ τὰ πάθη, τὴν ταφή, τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη, τουτέστιν τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη, ὁ αὐτὸς Θύτης καὶ θύμα, προσφέρων καὶ προσφερόμενος ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ζωῆς ἐν τῆ Ἐκκλησία, τῆ ἐπικλήσει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Γι᾽ αυτὸ εν συνόψει λέγομε: Ο Προαιώνιος και Αΐδιος Λόγος, ο αυτός άσαρκος, ο αυτός ένσαρκος και Πνευματικῶς ορώμενος, κατά το Σύμβολο της Πίστεως και τη συνοδική πράξη, όπως την εγκαινίασε ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, βασιζόμενος στον Άγιο Αθανάσιο και τους Καππαδόκες Πατέρες.
Ζ. Επανέρχομαι, τώρα στον τριήμερο εορτασμὸ της Πεντηκοστής: Λοιπόν, τὸ Σάββατο των Ψυχών εντάσσονται στο σῶμα της Εκκλησίας, Πνευματικῶς, όλοι προαπελθόντες, μα όλοι, τί ανακαιφαλαίωση θα ήταν, και τί «μισή» Ανάσταση..., ακόμη, γιατί, αν δείτε τὰ κείμενα, μολονότι η Ἐκκλησία, κυρίως, εύχεται για τους Μάρτυρες της πίστεως, δεν είναι λίγα τα τροπάρια που εύχεται για όλους τους προαπελθόντας, η Πεντηκοστή είναι το Βάπτισμα των Αποστόλων καὶ η εορτὴ συμπαρεκτείνεται τη Δευτέρα, του Αγίου Πνεύματος, ως η μόνιμα Όγδοη ημέρα, η ατελεύτητος, γι᾽ αυτό και οι ύμνοι είναι οι ίδιοι. Κατὰ την Πεντηκοστή, λοιπόν, έχουμε βάπτισμα και Θεία Ευχαριστία εν ταυτῶ! Η Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος είναι η ημέρα της νέας δημιουργίας, ο καινός χρόνος της Εκκλησίας, του Πνευματικώς Ορωμένου Υιού και Λόγου, ο οποίος εισήγαγε το ανθρώπινο στους άπειρους κόλπους του Θεού Πατρός. Και γι᾽ αυτό έχουμε ιδιαίτερο εορτασμό ως εορτή του Αγίου Πνεύματος. Έχουμε, δηλαδή, την ανακεφαλαίωση και επέκταση στους άπειρους αιώνες του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, έργου του Αγίου Πνεύματος μετά την Ανάληψη του Χριστού, νῦν καὶ ἀεί διά της μίας και της αυτής χάριτος και Βασιλείας. Γι᾽αυτό η Εκκλησία στη Θεία Ευχαριστία μνημονεύει τους πάντες, ἐξαιρέτως δὲ τῆς Ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου, καθώς γίνεται η Άνω και η Κάτω Ιερουσαλήμ μία Πνευματικώς, ἐν τῷ Ἑνὶ καὶ τῷ Αὐτῷ εὐλογητῷ, όπως ακούμε στο Απολυτίκιο της μιας και της αυτής ημέρας: «Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι᾽ αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι».
ΥΓ. α. Ο Λόγος, ως άσακος και ένσαρκος δημιουργεί και ανακαινίζει τον άνθρωπο, το Άγιο Πνεύμα συγκροτεί το σώμα του Χριστού, του οποίου ως μέλη είναι δυνάμει άπαν το ανθρώπινο γένος, κατά την οικεία δεκτικότητα έκαστος εξ ημών, μετέχοντες στο σώμα του Πνευματικῶς ὁρωμένου Λόγου. Εκ του έργου αναγόμαστε στη γνώση των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Γνωρίζουμε, ό,τι μας έχει γνωσθεί. Εξάλλου δεν είναι έργο μας να «εξετάσουμε» (που δεν μπορούμε κιόλας, εκτός κι αν η ανοησία περισσεύει) τις ενδοτριαδικές σχέσεις, αλλά πώς θα γίνουμε δεκτικοί της χάριτος και μεγαλοσύνης του Θεού, μετέχοντες στην άκτιστη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
β. Ό, τι λέγεται ανοήτως περί Χριστοκεντρικότητας, Πνευματοκεντρικότητας και Εκκλησιοκεντρικότητας είναι ανοησίες αμαθών ανθρώπων, που γράφουν ερήμην των κειμένων της Εκκλησίας με παραπομπές από την TLG, ή με αντιγραφές από δω κι από κει.


Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. β´, 1-11: «1 Καὶ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. 2 καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι· 3 καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾽ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, 4 καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις, καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι. 5 Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ κατοικοῦντες Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν· 6 γενομένης δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν. 7 ἐξίσταντο δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· Οὐκ ἰδοὺ πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι; 8 καὶ πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν, 9 Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, 10 Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, Ἰουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, 11 Κρῆτες καὶ Ἄραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;».
Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. ζ´, 37-52, η´, 12: «37 Ἐν δὲ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. 38 ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. 39 τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύσαντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. 40 πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· 41 ἄλλοι ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· οἱ δὲ ἔλεγον· Μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 42 οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυῒδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 43 σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι' αὐτόν. 44 τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ' οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ' αὐτὸν τὰς χεῖρας. 45 Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· Διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; 46 ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. 47 ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· Μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; 48 μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; 49 ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! 50 λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτὸν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· 51 Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ' αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; 52 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται- 12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ' ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς».